Ένας ανούσιος Ριχάρδος

O Ριχάρδος ΙΙ (1595) εστιάζει στη σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών ανδρών, του Μπόλινγκμπροκ, ο οποίος, αν και δεν έχει νομικά ερείσματα στον θρόνο, στο τέλος τον κερδίζει γιατί τον θέλει και μπορεί, και του ανίκανου μονάρχη Ριχάρδου, ο οποίος αγνοεί τις πιο βασικές αρχές του διοικείν, όπως για παράδειγμα,  ότι πρέπει να σέβεται τους υπηκόους του και κυρίως αυτούς με τους οποίους συνεργάζεται, ότι πρέπει να ακολουθεί κάποιους κανόνες και ότι η εξουσία του εξαρτάται εν πολλοίς και από τη θέληση των εξουσιαζόμενων, με άλλα λόγια ότι  δεν είναι θεόσταλτη.

Ο «μεσαιωνικός» Ριχάρδος, στα  μάτια του αναγεννησιακού Σέξπιρ, είναι ένας παρωχημένος πολιτικός νους. Οι σκέψεις του δεν συντρέχουν με τις πιο σύγχρονες απόψεις που λένε ότι ο κόσμος ελέγχεται από φυσικούς νόμους, από αίτια και αιτιατά. Η αφέλειά του σε ό,τι αφορά τις σχέσεις πνεύματος και ύλης τον κάνουν εύκολο αντίπαλο για τα δόντια του μακιαβελικού Μπόλινγκμπροκ, ο οποίος ανήκει σε μια νέα γενιά ηγεμόνων, πιο πραγματιστική. Η αναπόφευκτη ήττα του στην ουσία σηματοδοτεί την αντικατάσταση μιας κοσμοθεωρίας από μια άλλη, πιο αποτελεσματικής όχι όμως κατ΄ ανάγκη και πιο ηθικής.

Γεμάτη αίθουσα

Με καθυστέρηση ενός και πλέον έτους έφτασε από το θέατρο Ροές και στη Θεσσαλονίκη η πολυσυζητημένη (και εν πολλοίς αμφιλεγόμενη) παράσταση του Ριχάρδου ΙΙ, σε σκηνοθεσία Έφης Μπίρμπα.

Επί πέντε συνεχόμενα βράδια (και μία εξτρά απογευματινή) το Αριστοτέλειο ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Και σκέφτομαι: τι ήταν εκείνο που έφερε τόσο κόσμο στο θέατρο (κυρίως νέους) και μάλιστα σε μια παράσταση διόλου εμπορική;

Μήπως το όνομα του πρωταγωνιστή, οι καλές δημόσιες σχέσεις, το όνομα του συγγραφέα; Ίσως ένας συνδυασμός. Το θέμα είναι ότι ο κόσμος τίμησε και με το παραπάνω την παράσταση. Το τι αποκόμισε από αυτήν, ας μου επιτραπεί να έχω τις αμφιβολίες μου. Το γιατί θα το εξηγήσω αμέσως παρακάτω.

Περί σκηνοθεσίας

Είναι η τρίτη δουλειά της Μπίρμπα που βλέπω και δεν μπορώ να πω ότι έχω πειστεί ως προς τις σκηνοθετικές τις απόψεις. Κάθε φορά αισθάνομαι ότι η αγάπη της για την όψη των πραγμάτων δεν της αφήνει χώρο να εμβαθύνει, να δει το θέατρο σε όλο του το εύρος, δηλαδή να το δει με σκηνοθετικό νου. Κινείται επάνω σε μια επιφάνεια οπτικών ερεθισμάτων, από την οποία ναι μεν δεν απουσιάζουν οι καλές στιγμές, όμως δεν αρκούν για να καλύψουν ευεργετικά ένα πολύχορδο δράμα σαν κι αυτό που συζητούμε εδώ.

 Σίγουρα καλοδεχούμενη (αν και φτιαγμένη από πολλά εικαστικά κλισέ) η ατμόσφαιρα με το ημίφως, την καταχνιά και τους καπνούς που επέλεξε να περιβάλει την περιπέτεια του σεξπηρικού ήρωα, όπως καλοδεχούμενη (αν και διόλου πρωτότυπη) και η εικόνα με το βασιλιά ν’ ανεβοκατεβαίνει το λόφο (άνοδος και πτώση), όπως και η εικόνα με τους παρατρεχάμενους σε συνεχείς γονυκλισίες και εκείνη με τα μεγάφωνα σε πλήρη θέα να υποδηλώνουν την πανταχού παρούσα φωνή της εξουσίας, όμως κάποια στιγμή όλα αυτά μοιραία θαμπώνουν μέσα από τη συνεχή και μονότονη ανακύκλωσή τους και παύουν να σημαίνουν, πολλώ δε μάλλον να συγκινούν. Από ένα σημείο και μετά ζητούν κάτι άλλο, πέρα από την ικανοποίηση που προσφέρουν ως οπτικό ερέθισμα, ένα «άλλο» που θα μπορούσε να μας το είχε δώσει η σκηνοθεσία εάν  είχε πρώτα ξεκαθαρίσει στο μυαλό της πώς θα ήθελε να παιχτεί το παιχνίδι της διακειμενικότητας ανάμεσα στο πρωτότυπο έργο και την προσάρτησή του.

Με άλλα λόγια, εάν είχε ξεκαθαρίσει ποιους είχε κατά νου ως «ιδανικούς» ή έστω «μέσους» αποδέκτες, ώστε να δουλέψει και τις ανάλογες λύσεις. Μήπως όσους γνώριζαν το πρωτότυπο, προ(σ)καλώντας τους έτσι να κάνουν και τις αναγκαίες συγκρίσεις ή εκείνους που δεν γνώριζαν και θα το μάθαιναν μέσα από την παράστασή της;

Κρίνοντας από τα «παραδοτέα», μάλλον δεν την απασχόλησε το ζήτημα αυτό, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε μια συγκεχυμένη και αυτάρεσκη σκηνική πρόταση, όπου εκείνοι που γνώριζαν το πρωτότυπο έψαχναν να βρουν πού πήγαν οι βασικοί κρίκοι του τραγικού στόρι και εκείνοι που δεν το γνώριζαν να φύγουν από την αίθουσα ακριβώς όπως μπήκαν.

Παροπλισμένος Λόγος

Νομίζω πως το βασικό πρόβλημα θα είχε λυθεί εάν η σκηνοθέτιδα έδειχνε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον Λόγο και λιγότερη στην εικόνα. Καταλαβαίνω τη ροπή της προς την όψη, όπως και την πίστη της στο γνώριμο σλόγκαν που λέει «μια εικόνα χίλιες λέξεις». Ναι, ενίοτε ισχύει αυτό, αρκεί η προτεινόμενη εικόνα να είναι τόσο δυνατή, τόσο καταιγιστική, τόσο συγκλονιστική, τόσο πρωτότυπη, τόσο μοναδική που να είναι εφάμιλλη του ύψους του σεξπιρικού Λόγου. Ε, καμιά από τις εικόνες που μας πρότεινε δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει σε αυτό τον ρόλο.

Καθώς παρακολουθούσα τον τρόπο που η σκηνοθέτιδα δομούσε καρέ καρέ αυτό το εικονολάγνο σύμπαν, αισθανόμουν ότι  ήθελε να κρύψει (κάτω από τα χαλιά του σκηνικού) την αδυναμία της να το σκηνοθετήσει μέσα από τις ουσίες του, να το αντιμετωπίσει στα όρια που αυτό θέτει και που έχουν να κάνουν, μεταξύ άλλων, με τον φόβο που τρώει τα σωθικά του Ριχάρδου, τις παιδικές του ορέξεις για παντοδυναμία, τη λυρικότητα που ανακαλύπτει όταν χάνει την ορμή της εξουσίας.

Ο κόσμος στην πλατεία ακούει για «περιουσία», για «εκδίκηση», για «προδοσία», για «δικαιοσύνη» και δεν ξέρει πού αναφέρονται όλα αυτά. Ποιος είναι τελικά ο Ριχάρδος; Τραγικός ήρωας; Ένας κλόουν; Ένα φόβητρο; Ένας ανώριμος ηγέτης; Ένα παιδί; Ποιος είναι ο Μπόλινγκμπρογκ; Δεν αρκεί να βιώνει ο ηθοποιός το δράμα στο δικό του σανίδι. Πρέπει να το βιώνει και ο θεατής στη δική του πλατεία ή έστω να το σκέφτεται.  Διαφορετικά πώς να το απολαύσει (η λέξη κλειδί για όλα τα θέατρα του κόσμου);

Ερμηνείες

Ο Άρης Σερβετάλης είναι αποδεδειγμένα ένας πολύ χαρισματικός ηθοποιός-χορευτής  που μπορεί να κάνει τα πάντα με το σώμα του, δεν ξέρω όμως αν μπορεί να εντυπωσιάσει εξίσου και ως διαχειριστής/εκφορέας του Λόγου. Όταν υπάρχει Άρης Σερβετάληςένα τέτοιο κείμενο απαράμιλλης ποιητικής δύναμης, υψηλότατης ακουστικής στάθμης, ένα κείμενο τόσων τόνων και ημιτονίων, δεν μπορεί να δικαιωθεί από έναν ηθοποιό με ανεπαρκώς ασκημένο φωνητικό όργανο. Και ιδού το αποτέλεσμα: Επίπεδος, βαρετός, θαμπός, σε καμιά στιγμή ο λόγος του δεν μετέδωσε κάτι, κάποιο συναίσθημα, κάποια ταραχή, κάποια αλλαγή μέσα του. Όλο εκείνο το «Εγώ ήμουν/είμαι…κ.λπ» παρέμεινε επί ενενήντα λεπτά μια ανεπίδοτη ατάκα.

Όσο για τους λοιπούς, παρατρεχάμενους και μη (Νίκο Καμόντο, Ερμή Μαλκότση, Ιωάννα Τουμπακάρη, Αχιλλέα Χαρίσκο), τα ελάχιστα λόγια που τους δόθηκαν ήταν σαν να μην τα είπαν. Αμφιβάλλω αν κατάλαβε κανένας στην πλατεία ποιοι ήταν αυτοί, τι ζητούσαν στη σκηνή, ποιος ήταν ο ρόλος τους, γιατί λένε αυτά που λένε, πότε και σε ποιους τα λένε;

Βέβαια θα μου πείτε: τότε γιατί χειροκρότησαν στο τέλος;  Καμιά φορά ο κόσμος θέλει να είναι comme il faut. Σου λέει: ο πρωταγωνιστής έχει ένα καλό όνομα, ο Σέξπιρ είναι μέγας και τρανός, άρα κάτι καλό έγινε κι ας μην το καταλάβαμε. Χειροκροτούμε για να μην μας πουν άσχετους. Ή χειροκροτούμε για να είμαστε με τους πολλούς. Ή χειροκροτούμε για να αισθανθούμε καλά με τον εαυτό μας και τις επιλογές μας, για τις οποίες πληρώσαμε κάποια χρήματα.

Προσωπική εκτίμηση: Είναι ζήτημα εάν το 1% κατάλαβε την ιστορία όπως δόθηκε ώστε να την εκτιμήσει. Δεν συζητώ εάν κατάλαβε κανείς γιατί αυτό το έργο, ο Ριχάρδος ΙΙ, επιβιώνει τόσους αιώνες.

Συμπέρασμα: Ριχάρδου αγώνας άγονος. Το τίμημα του ναρκισσισμού.

Σάββας Πατσαλίδης

Καθηγητής Θεατρολογίας

Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Σημ. Πρώτη δημοσίευση: Parallaxi 18/11/2017. http://parallaximag.gr/life/enasanousiosrichardos

EnglishGreek