Εν ου παικτοίς, «Αντιγόνη» στην Επίδαυρο

Το Εθνικό Θέατρο σε συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου παρουσίασε στην Επίδαυρο την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

Ο Σοφοκλής δίδαξε την επώνυμη τραγωδία μεταξύ των ετών 442-441 π.Χ., απέσπασε το πρώτο βραβείο στους δραματικούς αγώνες και την τιμητική ανάθεση της στρατηγίας στο σαμιακό πόλεμο.
Ο μύθος αναφέρεται στην απόφαση της Αντιγόνης να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, αν και η ταφή του είναι απαγορευμένη με διάταγμα από το βασιλιά της Θήβας Κρέοντα. Η παραβίαση του διατάγματος οδηγεί στην καταδίκη της Αντιγόνης σε εγκλεισμό, στην αυτοχειρία της και τις συνακόλουθες αυτοκτονίες του Αίμονα και της μητέρας του Ευρυδίκης. Η συντριβή του Κρέοντα στο τέλος του έργου είναι αναπόφευκτη. Τα θέματα τα οποία θίγονται στην τραγωδία υπερβαίνουν το συνοπτικό αυτό περιεχόμενο και εμφανίζονται ως αντιθετικά ζεύγη: δίκαιο και άδικο, ηθικός και πολιτικός νόμος, έρωτας/ζωή και θάνατος, θεία βούληση και ανθρώπινη επιλογή, νεότητα και γήρας, αρσενική και θηλυκή επικράτεια.
ΚΡΕΩΝ-ΑΝΤΙΓΟΝΗΗ παράσταση του Εθνικού Θεάτρου ανέδειξε ετεροβαρώς τα ενδιάθετα θέματα. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αντίθεση, η οποία αναφύεται όταν η παιδική αθωότητα έρθει σε σύγκρουση με την ευθύνη, την αγάπη και το χρέος προς την ηθική επιταγή. Ο σκηνοθέτης υποστήριξε την άποψή του παρουσιάζοντας τους νέους του έργου, την Αντιγόνη, την Ισμήνη και τον Αίμονα, με ενδυματολογικό και κυρίως υποκριτικό κώδικα ο οποίος υπογράμμιζε το νεαρό της ηλικίας. Με τον τρόπο αυτό μετατέθηκε το κέντρο βάρους από τα τραγικά ή τα δραματικά στοιχεία των χαρακτήρων στο περίγραμμα, την ιχνογράφηση των προσώπων. Όταν, για παράδειγμα, η Αντιγόνη στον Πρόλογο ανακοινώνει στην Ισμήνη την οριστική απόφασή της να θάψει τον αδερφό τους και την ίδια στιγμή που χαράζει τη μοναχική της πορεία προς το θάνατο, κάνει κούνια, τότε την προσοχή του θεατή έλκει η ανοίκεια εικόνα και όχι τα σημαινόμενα. Όταν τα «παιδάκια», τα οποία συγκροτούσαν το ένα ημιχόριο, ανατρέπουν κατά το παιχνίδι τους τον Κρέοντα, που είχε αποκοιμηθεί σε ένα παγκάκι στο Α΄ Στάσιμο, τότε το μέγεθος της τραγωδίας συρρικνώνεται σε αφελείς συμβολισμούς.
Ο Στάθης Λιβαθινός προσέλαβε και πρόβαλε την Αντιγόνη ως πεισματάρικο παιδάκι που αυθαδιάζει στους αντιπαθητικούς «μεγάλους» και που έχει περισσότερα νεύρα παρά νεύρο. Έτσι, ο υψίπολις και ο άπολις, το μόνος φρονείν και το ίσον φρονείν, η ερμηνεία και η αμφισβήτηση της θείας επιταγής, η σύγκρουση, επομένως, της Αντιγόνης και του Κρέοντα από αντιπαράθεση ανάμεσα σε φορείς ιδεών έγινε οικογενειακό καβγαδάκι. Στην όλη εντύπωση συνέβαλε και η διδασκαλία του λόγου. Κατακερματισμένος, με τονισμούς αφύσικους, με αναπνοές αντικανονικές, οδηγούσε σε προτάσεις άρρυθμες, επιτηδευμένες, δύσληπτες, αν και η μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη ήταν έξοχη. Ο σκηνοθέτης ορθώς αποπειράθηκε να απαλλάξει την παράσταση από το στόμφο και την πόζα, που ταλανίζουν την τραγωδία. Ωστόσο, η πρόθεση για ρεαλιστική εκφορά έμεινε ατελέσφορη και ο ποιητικός-θεατρικός λόγος απέγινε μετέωρες φράσεις.
Περιχαρακωμένη στα πλαίσια αυτά η παράσταση δεν επέτρεψε στο θεατή να διακρίνει την πλοκή, τις αιτιώδεις σχέσεις πέρα από το μύθο. Εξαφάνισε ακόμη το μοχλό της τραγωδίας, την Ύβριν. Και χωρίς αυτή δεν υφίσταται τραγωδία ούτε κάθαρση. Γιατί πάσχει η Αντιγόνη; Γιατί συντρίβεται ο Κρέων; Όπως και άλλοι ήρωες του Σοφοκλή, τα δύο κύρια πρόσωπα δεν επικοινωνούν, δεν αναγνωρίζουν άλλη απαίτηση εκτός από τη δική τους, υπηρετούν μία μοναδική ιδέα και θεωρούν τον εαυτό τους αυθεντικό ερμηνευτή της θείας θέλησης. Ο Κρέων ζει μέσα στην πλάνη της καθολικής αποδοχής του ηγέτη από τους πολίτες και η ρωγμή που δημιουργείται από την ανυπακοή τον μεταβάλλει σε τύραννο. Η Αντιγόνη επιλέγει το θάνατο με την πεποίθηση ότι υπηρετεί τη βούληση των θεών και την ευσέβεια. Παραβλέπει, ακόμη, τις πράξεις του Πολυνείκη και τον υπερασπίζεται ως αδερφό και όχι ως εισβολέα. Η οφθαλμοφανής μονομέρεια των προσώπων του Σοφοκλή στη σκηνοθεσία του Λιβαθινού εξαφανίστηκε μέσα στα σχήματα.
Στο όνομα της απόστασης από το παλαιό, του ρεαλισμού, της εκλογίκευσης και της εμμονής στην ιδέα της παιδικότητας διασπάστηκε ο Χορός σε δύο ημιχόρια, εκ των οποίων το ένα αποτελούσαν «παιδιά» που έπαιζαν, γελούσαν και ενίοτε τραγουδούσαν αποσπασματικά και το άλλο συγκροτούσαν πέντε άνδρες και μία γυναίκα. Το δεύτερο ημιχόριο απείχε τόσο από το μέλος όσο και από την όρχηση. Ο Χορός της Αντιγόνης δραματοποιήθηκε, εξατομικεύτηκε και περιορίστηκε στα ηθικά διδάγματα υπό μορφήν πρόζας. Το λυρικό μέρος της τραγωδίας συρρικνώθηκε, όπως και το κείμενο στην Πάροδο και τα Στάσιμα.
Οι ηθοποιοί που αποτελούσαν το Χορό, έμπειροι στο τραγικό είδος, αμφιταλαντεύονταν μεταξύ της υπακοής στη γραμμή της Υποκριτικής και του θεατρικού τους ενστίκτου. Οι Κορυφαίοι Νίκος Μπουσδούκος και Μαρία Σκούντζου διακρίθηκαν χάρη στη γνώση και στα εγγενή τους προσόντα που τους επέτρεψαν να ισορροπήσουν τα ζητούμενα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗΤην Αντιγόνη υποδύθηκε η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη. Η νέα ηθοποιός έπλασε μία περσόνα αμφίβολου τραγικού υπόβαθρου με κυρίαρχα στοιχεία την κινητικότητα, την οργή, την εμπάθεια, τους υψηλούς τόνους. Η φωνητική της αστάθεια πιθανόν να οφείλεται σε λανθασμένη τοποθέτηση που οδηγούσε σε ακουστικό παραξένισμα. Ο βαρυσήμαντος λόγος, τα ακλόνητα ηθικά επιχειρήματα της Αντιγόνης, η ενόρμηση του θανάτου έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την παιδούλα που κλήθηκε να ενσαρκώσει. Η γυναικεία φύση που προβάλλει τόσο έντονα στον κομμό και υπογραμμίστηκε από την επανάληψη της λέξης «άγαμη» στηρίχθηκε σε έντονο συναισθηματισμό και εξαντλήθηκε στα δάκρυα. Ωστόσο ο κομμός της Κονίδη είχε ρυθμό και στιγμές αλήθειας που γεννούσαν τον έλεο στο θεατή.
Ο Δημήτρης Λιγνάδης έπλασε τον Κρέοντα με ανθρώπινο πρόσωπο, κυρίως στο Β΄ Επεισόδιο στο οποίο συναντάται με την Αντιγόνη. Προσεγγίζει την «ένοχη» όχι ως ο σοφόκλειος ηγέτης ο αποφασισμένος να διαφυλάξει την ισχύ της πόλης, αλλά γονατίζει δίπλα της παραπέμποντας στον Κρέοντα του Ανούιγ. Συνδιαλέγεται σε φιλικούς τόνους με το Χορό στο Α΄ Επεισόδιο, στο οποίο διακηρύσσει τα πολιτικά του πιστεύω και ανακοινώνει τις προγραμματικές του αρχές. Ο μονόλογος του Α΄ Επεισοδίου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την κατανόηση του χαρακτήρα και των επιλογών του Κρέοντα. Αν απουσιάσει η υποβολή και χαθεί η επιβολή στο Χορό υπό την όψη μιας παιγνιώδους διάθεσης, χάνονται ερμηνευτικά κλειδιά του έργου. Στα πλαίσια ενός ρεαλιστικού δράματος η σκηνή θα ήταν επιτυχημένη. Όχι όμως και στην τραγωδία. Τις πραγματικές του διαστάσεις απέκτησε ο ρόλος από τη σκηνή του Τειρεσία και τότε ο Λιγνάδης ανέδειξε τους λόγους της μεταστροφής του Κρέοντα με σαφήνεια και πληρότητα. Στην Έξοδο κυριάρχησε, με εσωτερικό κραδασμό και υποκριτική εμπνοή.
Η Μπέτυ Αρβανίτη παρέδωσε στο κοινό το αμφίφυλο του Τειρεσία και τον υπερβατικό τόνο του μάντη με ακουστική λαγαρότητα και σαφήνεια στο λόγο. Αγνόησε την εκφώνηση συγκοπτόμενων φράσεων που εκτοξεύονταν στα προηγούμενα Επεισόδια και μίλησε σε φυσική θεατρική γλώσσα. Ο ρόλος ήταν ολοκληρωμένος και επέτυχε την προαγωγή της δράσης.
Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε ο Φύλακας του Αντώνη Κατσαρή. Ο ατομικισμός, ο φόβος μπροστά στην εξουσία, η διστακτικότητα, ασφαλώς είναι από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το Φύλακα. Η υπερβολή, όμως, του Κατσαρή, η χαμηλότονη φωνητική κλίμακα, τα ψελλίσματα και η ιδιάζουσα άρθρωση απομάκρυναν το δραματικό χαρακτήρα από το λειτουργικό ρόλο στον οποίο τον έταξε ο Σοφοκλής και τον τοποθέτησαν στην πινακοθήκη των προσώπων του νεοελληνικού θεάτρου. Σαν να είχε δραπετεύσει ο Φύλακας από τα έργα του Ποντίκα ή του Σκούρτη.
Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου ανέπτυξε, στο μέτρο που της επέτρεπε η σκηνοθεσία, την ελάσσονα Ισμήνη αντιστικτικά προς την Αντιγόνη, όπως επιβάλλει ο ποιητής. Ανέτοιμη αρχικά για τη θυσία, μεταστρέφεται για να συνοδεύσει εις μάτην την αδερφή της στο θάνατο.
Η ορμητική νιότη του Βασίλη Μαγουλιώτη ανέδειξε δημιουργικές στιγμές στο Επεισόδιο του Αίμονα και υπηρέτησε με συνέπεια τη σκηνοθετική γραμμή στην κατεύθυνση της σύγκρουσης μεταξύ νέων και μεγαλύτερων.
Οι αγγελικές ρήσεις αποτελούν δομικά στοιχεία της τραγωδίας. Υπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες της δραματουργίας και της σύστασης του είδους. Ο Άγγελος του Γιάννη Χαρίση και ο Εξάγγελος του Αστέρη Πελτέκη ήταν διεκπεραιωτικοί. Οι ηθοποιοί έδειχναν αμήχανοι ενώπιον μιας λειτουργίας που έπρεπε φορτικά να επιτελέσουν.
Η Ευρυδίκη, τέλος, πήρε υπόσταση από την εκφραστική φωνή και την ωραία φιγούρα της Στέλας Φυρογένη.
Η ενδιαφέρουσα μουσική του Χαράλαμπου Γωγιού ερμηνεύτηκε από τα μέλη του Ventus Ensemble κάποιες φορές σε βάρος του στίχου.
Το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου εξέφρασε τη σκηνοθετική άποψη. Παρίστανε μία κούνια στημένη πάνω σε ένα ικρίωμα. Στη συνέχεια η κούνια, η παιδική αθωότητα, μεταλλάχθηκε σε διπλή αγχόνη στην οποία πέρασαν το λαιμό τους η Αντιγόνη αλλά και ο Αίμων που αυτοκτονεί στην τραγωδία με σπαθί.
Ο Στάθης Λιβαθινός κατέβαλε έντιμες προσπάθειες να ανανεώσει την «ανάγνωση» της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή και να τη φέρει στη Σκηνή και την Ορχήστρα με καινοφανείς τρόπους. Η παράστασή του δεν επέτυχε να συνθέσει σε δραστική σκηνική πραγμάτωση τη λεπτοδουλεμένη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη με το άρτιο θεατρικό αποτέλεσμα το οποίο αξίζει στην αρχαία τραγωδία.

Κόννη Σοφιάδου
Δρ ΠΤΔΕ-ΕΚΠΑ , Ηθοποιός, Φιλόλογος

GreekEnglish