«Εν πλήρει συγχύσει» ένοχος- Πλούτος του Αριστοφάνη

Ο Πλούτος, έργο που έγραψε και δίδαξε ο Αριστοφάνης το 388 π.Χ., ακροζυγίζεται στα όρια της παλαιάς κωμωδίας του 5ου αιώνα και στα αφετηριακά σημεία της νέας κωμωδίας του 4ου αιώνα. Ιδέες που εμφανίστηκαν στις προηγούμενες Εκκλησιάζουσες του 392/1 π.Χ., όπως η ιδιοκτησία, η ισότητα, το δίκαιο και η ευημερία, αναδύονται στον Πλούτο και αναπτύσσονται τολμηρά σε συνδυασμό με την εισαγωγή και άλλων θεματικών περιοχών, όπως η φαυλότητα από τον άκρατο πλουτισμό, η δεισιδαιμονία, η διαφθορά του ιερατείου.

Οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων διαβιεί η Αθήνα 16 χρόνια μετά την ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, οδηγούν στη συγκρότηση τόσο του περιεχομένου όσο και της μορφής που παίρνει η κωμωδία. Η συλλογική πολιτική πράξη και ευθύνη παραχωρεί τη θέση της στις ατομικότητες. Το κύριο τμήμα του έργου διαδραματίζεται σε χώρο ιδιωτικό, έξω από το σπίτι του Αθηναίου Χρεμύλου. Η σύνδεση με την πόλιν είναι χαλαρή έως ανύπαρκτη και η πολιτική διακωμώδηση απούσα. Τα ιστορικά πρόσωπα του αριστοφανικού corpus, οι τραγικοί ποιητές, ο στρατηγός Λάμαχος, ο δημαγωγός Κλέων, ο Σωκράτης, έχουν εξαφανιστεί από τον κωμικό ορίζοντα του Πλούτου. Ένας δούλος, ο Καρίων, αναλαμβάνει ρόλο πρωταγωνιστικό. Ο Καρίων συνδέει κομβικά τους προγενέστερους ανώνυμους αλλά σημαντικούς δούλους της κωμωδίας Ιππής και την εξέλιξή τους στο δούλο Ξανθία των Βατράχων με τους πανούργους δούλους που εμφανίζονται στο Μένανδρο και στο μεταγενέστερο θέατρο. Ο Χορός στον Πλούτο συρρικνώνεται και περιορίζεται σε λόγο 46 στίχων και ιντερμέδια βραχείας διάρκειας, στοιχείο χαρακτηριστικό της προϊούσας αλλαγής για την αττική κωμωδία.

Μ’ αυτές τις ιδιοτυπίες αναπτύσσεται η υπόθεση του Πλούτου. Ο Χρεμύλος υπακούοντας σε χρησμό του Απόλλωνα ακολουθεί μαζί με το δούλο του Καρίονα έναν άγνωστο τυφλό γέρο. Όταν αποκαλύπτεται ότι ο άγνωστος είναι ο θεός Πλούτος, που τον τύφλωσε ο Δίας για να μην επιδαψιλεύει τ’ αγαθά στους ενάρετους, ο Χρεμύλος αποφασίζει να οδηγήσει τον Πλούτο στο Ασκληπιείο με την ελπίδα της ίασης. Τότε εμφανίζεται η Πενία που προσπαθεί να αποτρέψει το Χρεμύλο από το σχέδιο της ανάβλεψης. Ο Χρεμύλος δεν πείθεται από την Πενία, ο Πλούτος θεραπεύεται, οι Αθηναίοι ευημερούν και μέσα σε κρίση αυτοπραγμάτωσης παραγκωνίζουν τους θεούς, οι οποίοι αναγκάζονται να συμβιβαστούν με τη νέα πραγματικότητα.

Η πρόσληψη του Πλούτου από τους θεωρητικούς δεν οδηγεί σε ασφαλή αξιολόγηση. Άλλοι διατείνονται πως πρόκειται για έργο με εκλεπτυσμένο χιούμορ, άλλοι πως αποκαλύπτει έναν κουρασμένο ποιητή. Ακόμη και η θέση του Αριστοφάνη στο δίπολο Πλούτος – Πενία είναι δυσδιάκριτη. Δεν είναι σαφές αν το κείμενο υποδαυλίζει μια κίνηση εναντίον των πολύ πλουσίων της Αθήνας, που καταπατούσαν τη φιλοσοφική αντίληψη «μέτρον άριστον» ή αν εκφράζει μία συντηρητική κοινωνική άποψη που θεωρεί τη φτώχεια αρετή. Ο αγώνας λόγων μεταξύ του Χρεμύλου και της Πενίας καταγγέλλει τη φτώχεια αλλά και τον πλούτο. Στα επιχειρήματα της Πενίας ο Χρεμύλος αντιπαραθέτει την οδύνη της φτώχειας. Η ευγλωττία της δεν αρκεί για να κάνει τη μιζέρια ελκυστική. Γι’ αυτό ο Χρεμύλος απαντά στην Πενία: «δε θα με πείσεις, ακόμη κι αν με πείσεις». Ο ποιητής φαίνεται να ακροβατεί μεταξύ των επιχειρημάτων της Πενίας και εκείνων του Χρεμύλου. Ίσως η εξισορρόπηση να επιφέρει την ευδαιμονία, υπαινίσσεται ο Αριστοφάνης. Η τήρηση του μέτρου, το «μηδέν άγαν» που αποτελεί το θεμέλιο της αθηναϊκής πολιτισμικής ζωής, υποφώσκει στα κωμικά ευρήματα.

Ωστόσο, ο Πλούτος δεν είναι εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας και είναι σαφές ακόμη και με την πρώτη ανάγνωση, πως δε γίνεται λόγος για ανακατανομή ούτε για κάποια αναμόρφωση του αρχαίου πολιτικού συστήματος, αλλά για τον ατομικό πλουτισμό των Αθηναίων.

Από το υπόβαθρο του έργου διαχέεται η αντίληψη ότι χρειάζεται ένα θεϊκό θαύμα για να κατανεμηθεί ο πλούτος στους δίκαιους, για να περιέλθει η οικονομία του κράτους στα χέρια χρηστών ανθρώπων, για να γίνει πολιτικώς ορθή διαχείριση του χρήματος. Ο Αριστοφάνης, για μία ακόμη φορά, προσφέρει στους συμπολίτες του μια ουτοπία.

Σ’ αυτή την ιδέα στηρίχθηκε ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς για να σκηνοθετήσει τον Πλούτο σε συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας και του Εθνικού Θεάτρου της Σερβίας. Η πρόθεση όμως παρασάγγας απέχει από το αποτέλεσμα. Η διασκευή που επιχειρήθηκε στα πλαίσια της αντίληψης ότι το αρχαίο δράμα είναι ελεύθερο υλικό για σκηνική χρήση, ήταν άστοχη και ανεπιτυχής. Με απλοϊκές αναλογίες ο διασκευαστής και σκηνοθέτης, χωρίς επίγνωση του κωμικού, κατέφυγε σε διδακτισμό. «Ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό; Φοβάμαι για το αύριο, τι θα γίνει αύριο, όταν θα έρθει ο λογαριασμός» ρωτά κατ’ επανάληψη ο Δίκαιος. Η προσπάθεια σύνδεσης της παράστασης με την οικονομική κατάσταση κατά την τελευταία δεκαετία βρήκε αδιάφορο το κοινό γιατί το κείμενο της παράστασης, όχι του Αριστοφάνη, είχε ήδη ξεπεραστεί από τα οικονομικά και πολιτικά γεγονότα. Το ηθικό δίδαγμα της παράστασης διατυπώνεται από την Πλούσια Γυναίκα που εισβάλλει στη σκηνή παραπονούμενη για το αφόρητο κενό που νιώθει καθώς «τα πλούτη δε φέρνουν την ευτυχία».

Για την επιτυχία της διασκευής του ο Μιλιβόγεβιτς κατέφυγε στην αφαίρεση δραματικών προσώπων και την προσθήκη άλλων. Στο αριστοφανικό έργο η ίαση του Πλούτου περιγράφεται από το δούλο Καρίονα με έναν ευρηματικό, κωμικό, σχοινοτενή μονόλογο. Στην εμπνευσμένη αυτή σκηνή ο Αριστοφάνης διακωμωδεί ανελέητα τις δεισιδαιμονίες και τις κοινωνικές πρακτικές των συγχρόνων του. Ο Μιλιβόγεβιτς αντικατέστησε το μονόλογο του Καρίονα εισάγοντας στη σκηνή τον Ασκληπιό, ο οποίος θεράπευσε την τυφλότητα του Πλούτου με κολονοσκόπηση, σε ένα ανούσιο, αντιαισθητικό, ατέρμονο επεισόδιο.

Η παράσταση ανέδυε αφόρητη φλυαρία και σκηνοθετισμούς. Κραυγαλέες σκηνές που εκβίαζαν το γέλιο, οι ερωτικές περιπτύξεις του Ασκληπιού με τη νοσοκόμα Ντολόρες, η ραθυμία των πρώην φτωχών, η είσοδος του Ερμή με drone υπό τον ήχο ελικοπτέρου.

Στην Έξοδο ο Πλούτος με κοστούμι, συντροφιά με τον Ασκληπιό και την Πενία, που έχει αλλάξει τα ράκη με μια κόκκινη τουαλέτα, αποχωρούν τραγουδώντας, ενώ ο θεός της ιατρικής προειδοποιεί για το τέλος της ουτοπίας.

Ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς ενέδωσε στην παροδικότητα των καιρών, δεν κατανόησε πως και γιατί ένα έργο του 4ου π.Χ. αιώνα μπορεί να είναι επίκαιρο και στο σύνολο και στα επιμέρους με την ανεύρεση εύστοχων αναλογιών. Δεν κατανόησε ότι η διασκευή ενός κλασσικού έργου μπορεί να είναι νόμιμη, αλλά εάν η κωμωδία γίνεται φάρσα, μεταπηδά σε γένος ευτελές. Ο σκηνοθέτης του Πλούτου παρέδωσε την παράσταση στην ακαλαισθησία και την εικονογραφική ευκολία. Γι’ αυτό είναι «εν πλήρει συγχύσει» ένοχος1.

Ο θίασος συναπαρτίζεται από μέλη ανομοιογενή ως προς τον υποκριτικό τους κώδικα. Ο Γιώργος Γάλλος ανέπτυξε το ρόλο του Χρεμύλου σε τόνους ήπιους με αφοπλιστική απλότητα. Ο Στέλιος Ιακωβίδης ως Καρίων διαλεγόταν επιτυχώς πότε με την ηθογραφία πότε με το γκροτέσκο. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος ερμήνευσε τον Πλούτο με κωμική ευφορία στον Πρόλογο, γρήγορα όμως έφερε στην επιφάνεια τις υποκριτικές του ευκολίες σε βάρος του δραματικού προσώπου. Ο Μάνος Βακούσης ως Βλεψίδημος προσέδωσε σκηνικό κύρος και έπλασε αληθινό χαρακτήρα για ένα δεύτερο ρόλο. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη είχε ρυθμό και ένταση στην Πενία και τη νοσοκόμα Ντολόρες, αλλά η φωνή της ήταν ισχνή και θαμπή για το θέατρο της Επιδαύρου. Δυναμική εμφανίστηκε η Μαρία Διακοπαναγιώτου στον επινοημένο ρόλο της Πλούσιας Γυναίκας. Ο Γιάννης Κότσιφας και ο Μιχάλης Τιτόπουλος ως Ασκληπιός και Ερμής αντίστοιχα υπονομεύτηκαν από τη σκηνοθεσία. Άχρωμος ο Κώστας Κορωναίος ως Δίκαιος και επιθεωρησιακός ως Γυναίκα του Χρεμύλου. Για την εξαιρετική φωνή του διακρίθηκε ο Κορυφαίος του Χορού Νέναντ Μάριτσιτς.

Το Χορό αποτελούσαν κυρίως μουσικοί που ερμήνευσαν συνθέσεις του Άγγελου Τριανταφύλλου με ηχόχρωμα βαλκανικό. Το σκηνικό του Κέννυ Μακ Λέλλαν παρίστανε ένα θερισμένο χωράφι και πρόσθεσε ένα ιδιαίτερο χρώμα. Χωρίς ταυτότητα τα κοστούμια της Μαρίνα Μεντένιτσα ενώ η χορογραφία της Αμάλια Μπένετ περιορίστηκε από τη συμμετοχή των μουσικών στο Χορό.

Κόννη Σοφιάδου

Ηθοποιός, Φιλόλογος, Δρ ΕΚΠΑ

1 Ο στίχος «Παραμένω εν πλήρει συγχύσει αθώος» από το ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού «Πώς να καταχωρήσω».

EnglishGreek