Η εισαγωγή του Θεάτρου στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση – Γυμνασιο»

Για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και συγκεκριμένα το Γυμνάσιο, που ο μαθητής βρίσκεται σε ηλικία κατά την οποία αναπτύσσεται η αφαιρετική σκέψη, θεωρείται αναγκαία η μελέτη αυτοτελών γνωστικών αντικειμένων, η οποία διευκολύνεται από τη σπειροειδή ανάπτυξη της διδακτέας ύλης, ενώ παράλληλα κρίνεται σκόπιμο, μαζί με την αυτοτελή διδασκαλία των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων να διασφαλιστεί και η οριζόντια διασύνδεση των Αναλυτικών Προγραμμάτων Σπουδών (Α.Π.Σ.). Σε σχέση με τη διδασκαλία του Θεάτρου στο Γυμνάσιο, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο «έχει εκδώσει πρόγραμμα σπουδών για ένα μάθημα “θεατρικής αγωγής” για όλες τις τάξεις του Γυμνασίου», σύμφωνα με το οποίο το μάθημα του Θεάτρου «εντάσσεται στο πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών Σχολικών Δραστηριοτήτων καθώς και στο πλαίσιο της εκπόνησης διαθεματικών σχεδίων εργασίας γενικά και ειδικότερα στην Ευέλικτη Ζώνη». Κατ’ επέκταση, το θέατρο στο Γυμνάσιο αντιμετωπίζεται ως μία βιωματική δημιουργική διαδικασία μάθησης, που συνδέει τη σχολική γνώση με τα ενδιαφέροντα των μαθητών και μπορεί να μεθοδεύεται μέσα από διάφορα σχέδια εργασίας, που κινούνται γύρω από τον πυρήνα της διαθεματικότητας.

Υπό το πρίσμα αυτής της οπτικής και με δεδομένο ότι τόσο στο Γυμνάσιο όσο και στο Λύκειο υπάρχει κατά κοινή διαπίστωση μία έντονη παρουσία αποσπασμάτων από δραματικά κείμενα κυρίως στα φιλολογικά μαθήματα, η πολυδυναμική που διαθέτουν τα συγκεκριμένα έργα, μπορεί ν’ αποτελέσει αφορμή για να λειτουργήσουν αυτά ως κείμενα-μοντέλα για μια πολλαπλή εκπαιδευτική πρακτική και για δραστηριότητες, που κυμαίνονται από την άμεση εξοικείωση των μαθητών με το θέατρο ως τέχνη λόγου και παράστασης μέχρι τις ευρύτερες κοινωνικές του λειτουργίες και τη χρήση του δραματικού κειμένου για την έρευνα και διδασκαλία ανθρωπιστικών και γλωσσικών μαθημάτων ενταγμένων στο αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η έντεχνη χρήση τους μπορεί να συμβάλλει ώστε η έρευνα και η μάθηση να γίνονται αβίαστα, με την αφύπνιση του ενδιαφέροντος και της πρωτοβουλίας των μαθητών για συμμετοχή σε ένα παιχνίδι ρόλων και φαντασιακών προεκτάσεων, που δημιουργεί χαλαρή και ευχάριστη σχέση μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων και όρεξη για συνεχή διερεύνηση, επικοινωνία και δημιουργία.

Ειδικότερα, μέσω της προσέγγισης δραματικών κειμένων με πλούσιο αισθητικο-ιδεολογικό περιεχόμενο, oι μαθητές αποκτούν γενικότερη παιδεία και ευρύτερη καλλιέργεια, καθώς το δραματικό κείμενο, ως λογοτεχνικό είδος, «[…] χαρακτηρίζεται από τα φύσει γνωρίσματα της λογοτεχνικότητας, τα οποία όμως υπερβαίνει, προς μια διάσταση της θεατρικότητας». Κατ’ αυτόν τον τρόπο το δραματικό κείμενο, ως λογοτεχνικό μορφωτικό αγαθό, γίνεται αφορμή για να επικοινωνήσουν οι μαθητές μεταξύ τους, ενώ η προσπέλαση της ιστορίας του χαρίζει σ’ αυτούς την αισθητική απόλαυση, την κατανόηση και τη χαρά. Σε περίπτωση μάλιστα που ο εκπαιδευτικός οργανώσει τη διδασκαλία του προς την κατεύθυνση της απολαυστικής – δημιουργικής προσέγγισης του κειμένου η σχολική τάξη αποβαίνει ζωντανό εργαστήρι και η εργασία γίνεται παιχνίδι, προετοιμάζοντας παράλληλα τους μαθητές στο να αισθάνονται την ανάγνωση της λογοτεχνίας ως προσωπική ανάγκη πέραν του σχολείου, αφού μέσω της συγκεκριμένης διδακτικής διαδικασίας δίνεται έμφαση στην αναγνωστική μέθεξη ως δημιουργία του προσωπικού κειμένου του αναγνώστη. Πέρα όμως από τις καθαρά λογοτεχνικές αξίες του δραματικού κειμένου (συνδηλωτική χρήση του λόγου με τη μεταφορική και μετωνυμική λειτουργία των λέξεων, την τεχνική της αφήγησης, τα ρητορικά σχήματα λόγου κ.λπ.), πρέπει ν’ αναδειχθούν κατά αντίστοιχο τρόπο και τα στοιχεία εκείνα που συμβάλλουν στη θεατρικότητά του (διδασκαλίες, διάλογος, χαρακτήρες κ.λπ.), προκειμένου ν’ αντιληφθούν οι μαθητές τον προορισμό του. Ειδικότερα, η επισήμανση αυτών των δυνάμει δραματοποιήσιμων καταστάσεων, των δραματικών στοιχείων και των διαλογικών τεχνικών, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να αυξήσει το ενδιαφέρον του θεατή και να προσδώσει αληθοφάνεια στους ήρωες και τις καταστάσεις που αυτοί βιώνουν, αποτελούν δεδομένα που πρέπει να αναδείξει η διδασκαλία του θεάτρου ως μαθήματος, προκειμένου να επικοινωνήσουν οι μαθητές άμεσα και ουσιαστικά με τα μηνύματα του συγγραφέα. Άλλωστε οι δραματικές δομές του κειμένου, οι τεχνικές παραγωγής της δράσης, η δημιουργία της έκπληξης και του αιφνιδιασμού, οι συγκρούσεις και οι δραματικές καταστάσεις, η ανάδειξη των χαρακτήρων συνιστούν τα στοιχεία εκείνα που προσδίδουν ιδιαιτερότητα και αξία σ’ ένα συγκεκριμένο έργο, που προτείνει κάποιος συγγραφέας. Κατ’ επέκταση, η επαφή με τέτοιου είδους κείμενα, προσφέρει στους μαθητές αισθητική απόλαυση, ψυχική ανάταση και συναισθηματική έξαρση, η οποία σε συνδυασμό με το αξιακό περιεχόμενο και τον εννοιολογικό πλούτο που έχουν, συμβάλλει στην ολόπλευρη ψυχο-πνευματική τους καλλιέργεια.

Βασική προϋπόθεση επομένως για να μπορέσει ν’ αναπτυχθεί μία τέτοια μορφή επικοινωνίας των νέων με τα συγκεκριμένα κείμενα, που στην πλειοψηφία τους συνιστούν αριστουργήματα του ανθρώπινου πνεύματος, είναι να ακολουθεί μία διαδικασία ανάδειξης των στοιχείων που συνιστούν τη θεατρικότητά τους και κατ’ επέκταση ν’ ακολουθηθεί μία προσέγγιση που θα κάνει εφικτή την πρόσληψή τους από τους μαθητές περισσότερο ως θέαμα παρά ως ανάγνωσμα. Επομένως, κατά κύριο λόγο η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να αναδεικνύει το γεγονός ότι ο δραματικός λόγος έχει αποκλειστικό σκοπό τη σκηνική του εκφορά και απόδοση από τον ηθοποιό και τα άλλα άμεσα ή έμμεσα επικοινωνιακά συστήματα της παράστασης (σκηνικά, διάκοσμος, κοστούμια, φωτισμός), γι’ αυτό και η ολοκλήρωση και η πραγματοποίηση της αποστολής του, αδυνατούν να νοηθούν αποκλειστικά στην κειμενική τους μορφή, έξω και πέρα από τα πλαίσια της σκηνικής μορφοποίησής τους, μέσω της οποίας καταξιώνονται. Κατά συνέπεια, μία ανάλυση του δραματικού έργου, που θα αγνοεί ή θα υποβαθμίζει την επενέργεια όλων αυτών των παραγόντων, λειτουργεί ισοπεδωτικά και δεν μπορεί να ανιχνεύσει και να αναδείξει όλο το κρυμμένο δυναμικό του κειμένου, το οποίο υφίσταται ακριβώς εξαιτίας αυτής της ιδιαίτερης αποστολής που διαδραματίζει το κείμενο ως παράσταση. Αντίθετα, μία ανάλυση που δεν θα περιορίζεται στην απλή φιλολογική αποτίμηση του κειμένου και θα αξιοποιεί τα δεδομένα και τις τεχνικές του δράματος, μετατρέποντας το λεκτικό-γνωστικό του περιεχόμενο σε εποπτικά προσληπτή κατάσταση, που ως τέτοια γίνεται περισσότερο βιωματικά παρά διανοητικά προσιτή στους μαθητές, μπορεί να εξυπηρετήσει τις βαθύτερες επιδιώξεις της θεατρικής αγωγής στο Γυμνάσιο όπως: την παροχή γενικών και ειδικών γνώσεων περί Θεάτρου στους μαθητές, τη δημιουργική ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους μέσα από τη χρήση του δραματικού λόγου και τη σωματική έκφραση, τη διαμόρφωση αισθητικής αντίληψης και κριτηρίων τόσο ως δημιουργών όσο και ως αποδεκτών του καλλιτεχνικού προϊόντος, τη γνώση της ιστορίας των ιδεών και των αισθητικών τάσεων στο χώρο, τη συνειδητοποίηση της έννοιας του θεατρικού ρόλου, την ανάπτυξη μιας συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργίας (θεατρική παράσταση), την ανανέωση του προγράμματος διδασκαλίας με την ενεργό διασύνδεση του Θεάτρου με τα άλλα μαθήματα Τέχνης και Πολιτισμού κ.λπ. Γι’ αυτό παράλληλα με τη διεξοδική διερεύνηση των θεατρικών δυνατοτήτων του κειμένου, η επιδίωξη μιας ολοκληρωμένης αισθητικής προσέγγισης, επιβάλλει και μια μεθοδολογική ενεργοποίηση της παραστασιακής δυναμικής του, που θα οργανώσει σε δημιουργική ομάδα τους μαθητές και θα διευρύνει τα όρια μορφών μάθησης με τη χρήση τεχνικών της θεατρικής διαδικασίας. Μέσα από αυτή την εμπειρία οι μαθητές απολαμβάνουν τα κείμενα ως πολυφωνικά πεδία αξιών, ενώ ταυτόχρονα, μέσω της προσωπικής επαφής ή και της σύγκρουσής τους με αυτά, έχουν την ευκαιρία να διερευνήσουν τον εαυτό τους και να επικοινωνήσουν με τους συμμαθητές τους.

Επομένως, η μεθόδευση μιας τέτοιας προσέγγισης του δραματικού κειμένου μπορεί ν’ αποτελέσει αφορμή για να λειτουργήσει μια πολλαπλή εκπαιδευτική πρακτική γύρω απ’ αυτό. Συγκεκριμένα, σ’ εκφραστικό επίπεδο, ο εκπαιδευτικός, μπορεί να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη των καθαρά θεατρικών τρόπων έκφρασης, δίνοντας έμφαση στα στοιχεία υποκριτικής και σκηνοθεσίας της συλλογικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται μέσα στην τάξη. Οι μαθητές λειτουργώντας στο πλαίσιο αυτό, μπορούν με διάφορες απλές ασκήσεις ορθοφωνίας, να βελτιώσουν την εκφορά του λόγου τους, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα μια σωστή γλωσσική επικοινωνία. Παράλληλα, μπορούν να γνωρίσουν τους κώδικες της μιμικής έκφρασης, της απόδοσης δηλαδή συναισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων, μέσα από αλλοιώσεις και μετατροπές που συνειδητά προκαλούν στη φυσιογνωμική παρουσία τους, αλλά και να συνειδητοποιήσουν τις δυνατότητες του σώματός τους μέσα από τις διάφορες κινησιολογικές μετατροπές και τις σκόπιμες και εμπρόθετες διαφοροποιήσεις που επιφέρουν στη κίνηση των μελών τους. Η εκγύμναση αυτή των εκφραστικών ικανοτήτων των μαθητών, μπορεί βαθμιαία να προσανατολιστεί και στη βαθμιαία ανάπτυξη θεατρικών αυτοσχεδιασμών, θεατρικών αναλογιών ή θεατρικών διαλόγων κατά την ώρα της διδασκαλίας, οδηγώντας έτσι σε μια ανανέωση τον τρόπο προσέγγισης του γνωστικού αντικειμένου και συμβάλλοντας στη δημιουργία νέων επικοινωνιακών σχέσεων μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων.

Αντίστοιχα σε δραματικό επίπεδο η διαδικασία της δραματοποίησης κειμένων, μπορεί στο Γυμνάσιο να φτάσει σε μια πιο εξελιγμένη μορφή απ’ αυτή στο Δημοτικό, υπηρετώντας ωστόσο διδακτικά τις ίδιες καταστάσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξακολουθεί να αποτελεί χρήσιμο διδακτικό εργαλείο στα χέρια του εκπαιδευτικού τόσο για την προσέγγιση γνωστικών αντικειμένων που σχετίζονται με άλλα μαθήματα, όσο και στο ίδιο το πλαίσιο της προσέγγισης του θεάτρου. Ειδικά, όσον αφορά την πρώτη περίπτωση αξιοποίησης, η θεατρική τέχνη και κατ’ επέκταση η δραματοποίηση, μπορεί να αξιοποιηθεί για να στηρίξει τη διδασκαλία και άλλων μαθημάτων, όπως αυτό της λογοτεχνίας, της ιστορίας, της γεωγραφίας κ.λπ. Η συγκεκριμένη άλλωστε αξιοποίησή της στο πλαίσιο της διδασκαλίας άλλων μαθημάτων ενισχύει και στηρίζει τη διαθεματική και δι-επιστημονική κατεύθυνση που έχει ένα σύγχρονο αναλυτικό πρόγραμμα, προσφέροντας τεχνικές και λειτουργώντας καταλυτικά σε προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, αγωγής υγείας, κοινωνίας του πολίτη κ.ά. Ενδεικτικά, στο πεδίο των φυσικών επιστημών μπορεί να αποκτηθεί γνώση με την αξιοποίηση τέτοιου είδους θεατρικών δράσεων, όπως αυτή της δραματοποίησης, αφού οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα, μέσω της συμμετοχής τους σ’ αυτές, να μπουν στο εσωτερικό των φαινομένων και των νόμων. Απώτερο στόχο μιας τέτοιας διαδικασίας μπορεί ν’ αποτελέσει η δημιουργία μιας θεατρικής παράστασης από την πλευρά των μαθητών που θα στηρίζεται στη σύνδεση των δραματοποιημένων φαινομένων σε μια συνεκτική-ιστορία μύθο. Ωστόσο και ως εργαλείο προσέγγισης του θεάτρου η δραματοποίηση μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο, αφού μέσα από τα εργαστήρια γραφής οι μαθητές γνωρίζουν τι τεχνικές συγγραφής δραματικού κειμένου που σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, αυθόρμητα ή καθοδηγούμενα προκύπτει στις τάξεις της συγκεκριμένης βαθμίδας εκπαίδευσης. Ειδικότερα, στο στάδιο αυτό οι μαθητές αξιοποιώντας τη γνώση που έχουν αποκτήσει από τα εργαστήρια γραφής στο Δημοτικό, με την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού, μπορούν να καταλήξουν στη δημιουργία μιας σύνθεσης κειμένων από διαφορετικά έργα, με διαφορετική αισθητική ή ιδεολογία, τα οποία όμως ενοποιούνται κάτω από ένα γενικό άξονα (π.χ. Ο μύθος και η αλήθεια, Ο έρωτας και ο θάνατος κ.λπ), που τους έχει δοθεί από το διδάσκοντα ως πρόταση εργασίας. Ενδεικτικά, λοιπόν, στο πλαίσιο ανάπτυξης της συγκεκριμένης διαδικασίας ο καθηγητής έχοντας επιλέξει πρώτα ένα γενικό άξονα που αφορά έννοιες που ενδιαφέρουν και συγκινούν τους μαθητές της συγκεκριμένης ηλικίας, προτείνει σ’ αυτούς κείμενα από την παγκόσμια λογοτεχνία και το θέατρο, τα οποία πραγματεύονται με αντιπροσωπευτικό τρόπο τα συγκεκριμένα θέματα. Στη συνέχεια οι μαθητές αξιοποιώντας το συγκεκριμένο υλικό, πάντα με την καθοδήγηση και τη συνεργασία του εκπαιδευτικού, καταλήγουν σε μια πρωτότυπη διακειμενική σύνθεση που αποτελεί την προσωπική τους απάντηση στο ζητούμενο. Έτσι μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία, οι μαθητές έρχονται σε άμεση και προσωπική επαφή με τα αριστουργήματα του παγκόσμιου πνεύματος, ενώ ταυτόχρονα τα αντιμετωπίζουν κριτικά και αφομοιώνουν τις αρετές και τα γνωρίσματά τους. Παράλληλα, έχουν τη δυνατότητα να προσεγγίσουν δημιουργικά πολλούς τομείς γνώσης και έκφρασης, όπως τη Λογοτεχνία και το Θέατρο, την Ιστορία και την Κοινωνιολογία, την Αισθητική και τη Φιλοσοφία, αλλά και την ευκαιρία να οδηγηθούν σε μία σύγχρονη αντιμετώπιση της θεατρικής παράστασης στο πλαίσιο του σχολείου, εγκαταλείποντας τις πεπαλαιωμένες και ατελέσφορες παραστάσεις ιστορικού και πατριωτικού περιεχομένου, κυρίως κατά τη διάρκεια των εθνικών εορτών. Παραμένοντας ωστόσο στο πλαίσιο των δραματικών επιδιώξεων και προσεγγίσεων, οι μαθητές, πέρα από τη γνωριμία τους με τις βασικές τεχνικές συγγραφής δραματικού κειμένου, είναι καλό να έρθουν και σε μία άμεση επαφή με τα έργα αυτά. Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να προάγει και μία μεθοδολογία παρουσίασης αυτών των έργων στους μαθητές, προκειμένου να μπορέσουν μέσα απ’ αυτή ν’ αναπτυχθούν όλες οι αισθητικές, ιδεολογικές και παιδαγωγικές σκοπιμότητες που εκφράζονται μέσα απ’ αυτά. Δηλαδή να μπορέσουν οι νέοι να επικοινωνήσουν με υψηλού επιπέδου αξίες και αρχές ή με κοινωνικά πρότυπα που εκφράζουν άλλες εποχές, αποκτώντας έτσι μια ουσιαστική παιδεία. Αυτό μπορεί να γίνει είτε προσεγγίζοντάς τα ως αναγνώσματα κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, είτε και (ενδεχομένως) ως σκηνικά θεάματα που συγκυριακά αποδίδονται από θιάσους, ή ανεβάζονται από τους ίδιους τους μαθητές στα πλαίσια των πολιτιστικών εκδηλώσεων.

Πέρα όμως από την ανάπτυξη των δραματικών ικανοτήτων η μεθόδευση μιας τέτοιας προσέγγισης του δραματικού κειμένου, μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές ν’ αποκτήσουν και βασικές ιστορικές γνώσεις που σχετίζονται με το συγκεκριμένο αντικείμενο, αφού η δραματουργική επεξεργασία των κειμένων και η επαφή των μαθητών με το Θέατρο μιας προγενέστερης (αλλά ακόμα και σύγχρονης ) περιόδου, αδυνατεί να συντελεστεί έξω από τα πλαίσια της ιστορικής προοπτικής του και γενικότερα χωρίς τη σύνδεσή του με τα γενικότερα στοιχεία του πολιτισμού, έτσι όπως αυτά εκδηλώνονται παράλληλα και στις άλλες μορφές Τέχνης και Λόγου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από διάφορες συγκριτολογικού χαρακτήρα προσεγγίσεις, οι οποίες θα πρέπει πάντα να διέπονται από μια ελαστική αντιμετώπιση στις χρονολογίες και το φόρτο του πληροφοριακού υλικού, υπέρ μιας αφομοιωμένης και κριτικής αντιμετώπισης του θέματος, οι νέοι μπορούν να αποκτήσουν μια σφαιρική και εμπεριστατωμένη γνώση για την εξέλιξη του πολιτισμού. Επιπροσθέτως, μέσω της συγκεκριμένης πρακτικής, επιτυγχάνεται ο συνδυασμός της διδασκαλίας των δραματικών κειμένων με αντίστοιχα στοιχεία θεωρητικής γνώσης, πράγμα που δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να δημιουργήσουν το απαραίτητο εννοιολογικό πλέγμα, πάνω στο οποίο θα στηρίξουν την ουσιαστική τους επαφή με το θέατρο. Έτσι, οι μαθητές με την πρόσκτηση της κατάλληλης θεωρητικής γνώσης αντιλαμβάνονται καλύτερα τον προορισμό του δραματικού κειμένου, δηλαδή το να γίνει ζωντανή πραγματικότητα πάνω στη σκηνή με τη μεσολάβηση των επιμέρους συντελεστών της παράστασης (ηθοποιός, σκηνοθέτης, σκηνογράφος κ.λπ.) και έρχονται πιο κοντά στην ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης μορφής καλλιτεχνικής έκφρασης. Παράλληλα, προετοιμάζονται να υποδεχθούν ως θεατές ανάλογα παρόμοια θεάματα, διαθέτοντας τις κατάλληλες προσληπτικές δυνατότητες, ενώ ταυτόχρονα καθίστανται ικανοί να ενεργήσουν αντίστοιχα, στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός δικού τους σκηνικού προϊόντος. Επιπλέον, αποκτώντας οι μαθητές, μέσω της θεωρητικής γνώσης, μια σαφή εικόνα για την ιστορική πορεία και εξέλιξη του θεάτρου, συνειδητοποιούν την αντιστοιχία που υπάρχει μεταξύ της δραματουργίας, της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα με τις κοινωνικές συνθήκες ανάπτυξής τους και αποκτούν τη δυνατότητα μιας συνολικής ερμηνείας και αποτίμησης των προϊόντων της πολιτιστικής δημιουργίας στο θέατρο.

Τέλος, η ανάπτυξη μιας τέτοιας πολλαπλής εκπαιδευτικής πρακτικής, μπορεί να οδηγήσει τους μαθητές του Γυμνασίου στη διαμόρφωση μιας γενικότερης αισθητικής, καθώς μέσα απ’ την ευρύτερη πολιτιστική παιδεία που παίρνουν από την επαφή τους με τις ποικίλες παραμέτρους της θεατρικής δημιουργίας και τη σχέση της με τις άλλες εκδηλώσεις του πολιτισμού, βελτιώνουν τις ψυχο-πνευμματικές τους υποδοχές, γεγονός που τους δίνει τη δυνατότητα στη συνέχεια να γίνουν καλοί θεατές-δέκτες του Θεάτρου. Καθώς μάλιστα «[…] το θέατρο είναι τέχνη και γλώσσα. Δημιουργείται και πλάθεται βάσει πολλαπλών στοιχείων που διασταυρώνονται, ανταμώνονται, αλληλοσυμπληρώνονται λίγο-πολύ όπως τα χρώματα του ζωγράφου ή όπως οι νότες, στη διάθεση του μουσικού. Εξοικειώνομαι με το θέατρο, σημαίνει πως μαθαίνω να γνωρίζω αυτά τα στοιχεία, την αξία τους, τις δυνατότητες εναρμόνισής τους: τον τρόπο και τη σημασία της χρήσης τους». Άλλωστε το θέαμα παραμένει συναρπαστικό από τα όσα προσφέρει στην όραση και στην ακοή, εξαιτίας της διανοητικής και συγκινησιακής του επίδρασης. Οι θεατές το απολαμβάνουν ολοκληρωτικά χάρη στις καθαρά θεαματικές εντυπώσεις της παράστασης και στην εκφραστική και δημιουργική ενέργεια που αποπνέεται από ένα σύνολο στοιχείων (μύθος, χαρακτήρες, παίξιμο ηθοποιών, οπτική και ηχητική γραφή κ.λπ.). Επομένως, το θέατρο είναι ένα σύνθετο καλλιτεχνικό προϊόν, για τη δημιουργία του οποίου συμβάλλουν περισσότεροι τομείς της τέχνης, όπως η λογοτεχνία και η ζωγραφική, ο χορός και η μουσική, μέσω των οποίων καθίσταται δυνατό να διοχετεύονται στους θεατές και κυρίως στους ανήλικους, διάφορες παιδαγωγικές αξίες επενδυμένες με ένα πλήθος από αισθητικά δεδομένα. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες λοιπόν συνιστούν την αισθητική παράμετρο του θεάματος, μέσω αυτών ενεργοποιείται η φαντασία και ευρηματικότητα του κοινού, επιδιώκεται η τελειότητα του προτεινόμενου σκηνικού έργου και διεγείρεται η αισθητική απόλαυση των θεατών. Έτσι, η συμμετοχή των διαφόρων τεχνών προσδίδει στο σκηνικό θέαμα ένα καθαρά καλλιτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος μπορεί να κριθεί και να αξιολογηθεί αυτόνομα (μουσικό, ζωγραφικό, διακοσμητικό έργο), όμως ταυτόχρονα αποκτά αξία μέσα από τη σχέση και τη διαπλοκή του με τα άλλα στοιχεία της παράστασης και τελικά το γενικότερο αισθητικό αποτέλεσμα που ενιαία προσλαμβάνει ο θεατής ως σκηνικό θέαμα. Ως εκ τούτου, η σφαιρική ανάγνωση του θεάματος και η ευχαρίστηση που δίνεται στους θεατές, δεν ακυρώνει την άλλη ευχαρίστηση, αυτή της πολλαπλής και ταυτόχρονης ανάγνωσης των σημείων που επιπροστίθενται και εναγκαλίζονται σε μια παράσταση. Η θεατρική παιδεία επομένως θα πρέπει να φτάνει μέχρι του σημείου να διαμορφώνει και τον αυριανό ευαισθητοποιημένο και ενεργοποιημένο θεατή. Γι’ αυτό οι μαθητές θα πρέπει να γίνονται κοινωνοί στους επιμέρους κώδικες της παράστασης (υποκριτικό, εικαστικό, μουσικό) και να κατανοούν τη δυναμική αληλεξάρτησή τους και τη συμμετοχή τους στο τελικό αποτέλεσμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσουν την κριτική τους συνείδηση και γνώση, οι οποίες συνιστούν βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας. Παραμένοντας δε στο καλλιτεχνικό-αισθητικό πλαίσιο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι μαθητές μέσα από τις διάφορες μορφές σωματικής έκφρασης, την παραγωγή δραματικού κειμένου, τη δημιουργία θεατρικού διαλόγου και οποιαδήποτε άλλη θεατρική δράση, μπορούν να οδηγηθούν και σε καλλιτεχνικές δημιουργίες, όπως στο ανέβασμα μίας θεατρικής παράστασης, η οποία θα συνιστά το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης διαδικασίας μαθητείας στη θεατρική έκφραση μέσα από δραστηριότητες του μαθήματος. Στην ουσία δηλαδή, η θεατρική παράσταση, θα αποτελεί ευκαιρία έμπρακτης εφαρμογής και υλοποίησης όλων των θεωρητικών γνώσεων που έχουν λάβει ως τώρα οι μαθητές για το Θέατρο.

Άλλωστε, βασική επιδίωξη της αισθητικής εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο είναι να βοηθηθεί το παιδί με ποικίλους τρόπους και αισθητικά ερεθίσματα ν’ αφυπνισθεί αισθητικά και δημιουργικά, προκειμένου να προσεγγίσει την έννοια του ωραίου, τόσο στην υποκειμενική όσο και στην αντικειμενική του μορφή. Για να συμβεί ωστόσο κάτι τέτοιο θα πρέπει πρώτα ο μαθητής να έχει νιώσει το ωραίο και να το έχει βιώσει, ώστε στη συνέχεια να θελήσει να το μετατρέψει ή να το αναζητήσει σαν τρόπο ή ποιότητα ζωής. Θα πρέπει δηλαδή, σ’ ένα πρώτο στάδιο, ν’ αποκτήσει την αίσθηση των πραγμάτων, τη λειτουργικότητα των συμβόλων και τη δυνατότητα για δημιουργική έκφραση. Υπό το πρίσμα της συγκεκριμένης οπτικής, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η παράμετρος της θεατρικής παράστασης, αφού μέσω της συμμετοχής των μαθητών στη θεατρική διαδικασία και την τελική τους «έκθεση» ως συντελεστές της παράστασης στα μάτια ενός κοινού, συντελείται η αισθητικο-καλλιτεχνική αγωγή και η διάπλαση της προσωπικότητάς τους. Παράλληλα, οι μαθητές ευαισθητοποιούνται ως προς τις τέχνες, αναπτύσσεται η φαντασία τους και συντελείται η διασύνδεση του συμβολικού κόσμου που σκηνικά εμφανίζεται, με τον κόσμο της βιωμένης καθημερινής πραγματικότητας. Τέλος, οι μαθητές-ηθοποιοί μ’ έναν βιωματικό τρόπο επικοινωνούν και κατανοούν αξίες, πρότυπα συμπεριφοράς και χαρακτήρες από τον κόσμο της παγκόσμιας λογοτεχνίας και της ιστορίας του πολιτισμού, αποκτώντας έτσι γνώσεις και εμπειρίες , τις οποίες διαφορετικά θα αδυνατούσαν να προσλάβουν. Η αισθητική παράμετρος λοιπόν είναι πρωταρχική στη θεατρική παράσταση, αφού άλλωστε μόνο από μια παρόμοια συγκίνηση το κοινό μπορεί να επικοινωνήσει με το σκηνικό θέαμα και να ενεργοποιηθεί απ’ αυτό πνευματικά και ιδεολογικά. Η συγκεκριμένη μάλιστα αποτίμηση θα πρέπει να αποτελεί ζητούμενο για κάθε είδους θεατρική παράσταση, είτε αυτή γίνεται στο σχολείο από μαθητές, είτε σε επίσημη θεατρική αίθουσα από επαγγελματίες ηθοποιούς. Ωστόσο, στο πλαίσιο του σχολείου, παρατηρείται συχνά η τάση ο καλλιτεχνικός χαρακτήρας της παράστασης να παραμερίζεται από τον παιδαγωγικό, με αποτέλεσμα το ωραίο να θυσιάζεται στο όνομα του χρήσιμου και το θέατρο να οδηγείται σε μία πλήρη «σχολειοποίηση». Πολλές φορές μάλιστα στο όνομα της ομαδικής συλλογικής δημιουργίας και της εσωτερικής ανάγκης για έκφραση και επικοινωνία, προτάσσεται η αυθορμησία και η φυσικότητα των παιδιών σε βάρος και πάλι του αισθητικού αποτελέσματος. Όμως η τέχνη σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια αυθόρμητη κίνηση, αλλά προσπάθεια πειθαρχημένη και ως εκ τούτου η καλλιτεχνική εκπαίδευση στο σχολείο δε θα ωφελούσε σε τίποτα, αν οι μαθητές δε μάθαιναν πρώτα ότι το να κάνουν ακόμη και όμορφα πράγματα χρειάζεται μια ορισμένη διαδικασία, μια προσπάθεια με προσανατολισμό και συγχρόνως φαντασία που διοχετεύεται στην αρχική σύλληψη. Η συγκεκριμένη ωστόσο διαπίστωση και πάλι δε θα πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα, ότι θα πρέπει να υπερισχύσει η μορφή, και το θέατρο, ως διαδικασία στο σχολείο, να καταλήξει σε μια τέχνη του αισθητισμού, αφού η αρμονική συνύπαρξη των μορφολογικών χαρακτηριστικών με τα γνωρίσματα του περιεχομένου ενός έργου, είναι αυτή που εγγυάται την καλλιτεχνική του αξία. Με άλλα λόγια, δε θα πρέπει να υποβαθμίζεται η αισθητική διάσταση της παράστασης για την εξυπηρέτηση οποιονδήποτε παιδαγωγικών σκοπιμοτήτων, ούτε αντίστοιχα στο βωμό του αισθητικού αποτελέσματος να θυσιάζεται ο παιδαγωγικός της χαρακτήρας. Επομένως η σύλληψη, η προετοιμασία και η υλοποίηση ενός σκηνικού θεάματος θα πρέπει να βασίζεται στην επίγνωση ότι το θέατρο, πρώτα απ’ όλα είναι τέχνη και ως τέτοια εξυπηρετεί εξίσου την αισθητική, την ψυχική αλλά και την πνευματική καλλιέργεια του ατόμου. Κατ’ επέκταση, βασική επιδίωξη αποτελεί η αισθητική συγκίνηση του ανήλικου μαθητή στην πλατεία, καθώς και η συναισθηματική και ψυχολογική βίωση από την πλευρά του, του σκηνικά προβαλλόμενου θεάματος, ώστε να μπορέσει να επικοινωνήσει με τα μηνύματα του έργου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Άλκηστις, Η δραματική τέχνη στην εκπαίδευση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

-Beauchamp Hélène, Τα Παιδιά και το Δραματικό Παιχνίδι. Εξοικείωση με το Θέατρο, μετ. Ελένη Πανίτσκα, σειρά Θεατρική Παιδεία αρ.5, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1998

-Γκόβας Νίκος, «Το θέατρο στην εκπαίδευση ως μορφή τέχνης και εργαλείο μάθησης: συναρπαστικές ισορροπίες!»: Το θέατρο στην εκπαίδευση: μορφή τέχνης και εργαλείο μάθησης (Πρακτικά της 2ης Διεθνούς συνδιάσκεψης για το Θέατρο στην Εκπαίδευση), επιμ. Νίκος Γκόβας, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2002, σσ. 21-28.

-Γραμματάς Θόδωρος, «Το θέατρο στο σχολείο. Από τη φιλολογία στη σκηνή»: Δοκίμια Θεατρολογίας, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1990, σσ. 117-132.

– Γραμματάς Θόδωρος, Fantasyland. Θέατρο για Παιδικό και Νεανικό Κοινό, σειρά Θεατρική Παιδεία αρ. 1, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 1996

-Γραμματάς Θόδωρος, Διδακτική του Θεάτρου, σειρά Θεατρική Παιδεία αρ.6, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2001

-1 Γραμματάς Θόδωρος, Το Θέατρο στο Σχολείο. Μέθοδοι διδασκαλίας και εφαρμογής, εκδ. Ατραπός, Αθήνα 2004

-2 Γραμματάς Θόδωρος, «Η διδασκαλία του θεάτρου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παράμετροι μιας ειδικής διδακτικής»: Η Λογοτεχνία σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, επιμ. Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σσ. 240-249.

-Γραμματάς Θόδωρος, Θεατρική Παιδεία και Επιμόρφωση των Εκπαιδευτικών, σειρά Θεατρική Παιδεία αρ.3, εκδ. Τυπωθήτω, Αθήνα 2005 (1η έκδοση 1997)

-Γραμματάς Θόδωρος – Μουδατσάκις Τηλέμαχος, Θέατρο και Πολιτισμός στο Σχολείο. Για την επιμόρφωση εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εκδ. Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ., Ρέθυμνο 2008

– Κάστανος Νικόλαος, «Η δραματοποίηση στα μαθήματα των φυσικών επιστημών στο Γυμνάσιο» »: Το θέατρο στην εκπαίδευση: “χτίζοντας γέφυρες” (Πρακτικά της 3ης Διεθνούς συνδιάσκεψης για το Θέατρο στην Εκπαίδευση), επιμ. Νίκος Γκόβας, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003, σσ. 108-109.

-Κουρετζής Λάκης, Το Θεατρικό Παιχνίδι. (Παιδαγωγική θεωρία, πρακτική και θεατρολογική προσέγγιση), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1991

-Κουρετζής Λάκης, Το θεατρικό παιχνίδι και οι διαστάσεις του, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2008

– Μπακονικόλα Χαρά, «Η τέχνη στο σχολείο: μέσον ή σκοπός;»: Εκπαίδευση και θέατρο, τχ. 9, εκδ. Εκπαίδευση και Θέατρο. Έκδοση έρευνας και προβληματισμού, Αθήνα (2008), σ. 38-39.

– Πετσάλνικος Κωνσταντίνος, «Η λογοτεχνία στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αξιοποίηση χωρίς σχολειοποίηση»: Η Λογοτεχνία σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, επιμ. Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σσ.308-314.

-Σακελλαρίδου Ελισάβετ, «Το θεατρικό κείμενο ως πολυμοχλός στην εκπαιδευτική διαδικασία» : Η Λογοτεχνία σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, επιμ. Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σσ.254-260.

– Σπανός Ι. Γεώργιος, «Το παιχνίδι με τη φαντασία και τη μυθοπλασία στη διδασκαλία του λογοτεχνικού κειμένου: θεωρία και πράξη»: Η Λογοτεχνία σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, επιμ. Άντα Κατσίκη – Γκίβαλου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σσ.119-127.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.)και Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) υποχρεωτικής Εκπαίδευσης
<http://www.pi-schools.gr/programs/depps/>, 14 Σεπτεμβρίου 2010

-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Στοιχεία από τον Παιδαγωγικό Σχεδιασμό του Δ.Ε.Π.Π.Σ. και των Α.Π.Σ. της υποχρεωτικής εκπαίδευσης
< http://www.pi-schools.gr/download/programs/depps/ >, 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
– ΦΕΚ 303Β/13-03-2003

Φανή Μυρωνάκη

Εκπαιδευτικός Π.Ε., Υποψήφια Δρ. Π.Τ.Δ.Ε., Ε.Κ.Π.Α.

GreekEnglish