Η Παιδαγωγική του Θεάτρου και η Συμβολή του Λάκη Κουρετζή

Η διαδραστικότητα της αμφίδρομης επικοινωνίας, η ενσυνείδητη αναπαραγωγική εικονοποίηση του πραγματικού και η βιωματική μέθεξη στα σκηνικά διαδραματιζόμενα, προσδίδουν στο θέατρο μια κατεξοχήν παιδαγωγική δυναμική και το αναδεικνύουν σε προνομιούχο μέσο αγωγής και παιδείας.
Ο χαρακτήρας του αυτός επισημαίνεται ήδη από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του στην αρχαία Ελλάδα, όταν, απαλλαγμένο από τον αρχικά καθαρά θρησκευτικό ρόλο, αποκτά μια κοσμική αποστολή και εμπλουτίζεται με κοινωνικά συστατικά, που το μετατρέπουν σταδιακά σε παιδαγωγικό φορέα μαζικής εμβέλειας, παράλληλα με την Αγορά, την Εκκλησία του Δήμου και τους άλλους δημόσιους θεσμούς αγωγής και παιδείας.

Αυτός ο παιδαγωγικός ρόλος του θεάτρου και η ψυχαγωγική του (με την αρχαιοελληνική σημασία του «ωφελείν και τέρπειν τας ψυχάς») αποστολή, περιορίζεται και σχεδόν εξοβελίζεται στη νεότερη Ευρώπη, με αντίστοιχη μετατροπή του σε μέσο κοσμικής προβολής και επίδειξης κάποιων κοινωνικών ομάδων και τάξεων, ή διασκέδασης και ψυχο-συναισθηματικής αποφόρτισης άλλων. Η μορφοπαιδευτική του αποστολή επαναπροσδιορίζεται και ενεργοποιείται μόλις την εποχή της θρησκευτικής Αντιμεταρρύθμισης (τέλος 16ου αι.) όταν το θέατρο και οι θεατρικές δραστηριότητες βρίσκουν περίοπτη θέση στο σχολικό πρόγραμμα των ιησουιτικών κολλεγίων, όπου μπαίνουν στην υπηρεσία καθαρά δογματικών-θεολογικών σκοπιμοτήτων. Εξ αυτού όμως ακριβώς προκύπτει και η βαθμιαία περιθωριοποίησή του, επειδή αυτός ο ιδεολογικός επικαθορισμός του θεάτρου, οδήγησε στη συνέχεια σε μια πλήρη «σχολειοποίηση» της καλλιτεχνικής του διάστασης και συρρίκνωσε τον αυθορμητισμό και την εκφραστική ελευθερία στο όνομα δήθεν μιας εκπαίδευσης που «εργαλειοποίησε» το θέατρο και το στέρησε από την ουσιαστική παιδαγωγική του δυναμική. Το θέατρο ξαναβρίσκει την πρωταρχική του αποστολή και επανακαθορίζεται ως μέσο αγωγής και παιδείας των νέων, με την πρόοδο και εξέλιξη που δημιουργείται στην παιδαγωγική επιστήμη και την ανάπτυξη των απόψεων της «Νέας Παιδαγωγικής».

Η ένταξή του στο Σχολείο και η αξιοποίησή του στην εκπαιδευτική διαδικασία αναγνωρίζεται από την Winifred Ward στις ΗΠΑ, στη δεκαετία του ’20. Τότε αρχίζει η διερεύνηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η δραματοποίηση και διαμορφώνεται μια πρώτη θεατρο-παιδαγωγική μέθοδος (Creative Dramatics) για την αυτοσχέδια αναπαράσταση λαϊκών ιστοριών από παιδιά. Την ίδια εποχή (και ίσως λίγο νωρίτερα) η παιδαγωγική θεώρηση του θεάτρου κάνει την εμφάνισή της στην Αγγλία με τη μέθοδο “dramatization” που εφαρμόζεται στη διδασκαλία της Λογοτεχνίας, με πρώτους εισηγητές την Harriet Finlay – Johnson και τον Henry Caldwell Cook, κάτω από την επίδραση των απόψεων του Dewey για ένα δημοκρατικό σχολείο. Ιδιαίτερα ο Caldwell Cook αξιοποιεί το θέατρο ως “play way”, διδακτική μέθοδο για αυτοέκφραση, δράση και απελευθέρωση της φαντασίας των παιδιών. Με την καθιέρωση της Οκτωβριανής Επανάστασης και τον αγώνα για μια «προλεταριακή κουλτούρα», το θέατρο τόσο ως καλλιτεχνική έκφραση που απευθύνεται σε παιδιά και νέους, όσο και ως παιδαγωγική μέθοδος αξιοποιείται ιδιαίτερα στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όχι όμως χωρίς συχνά να καθυποτάσσεται δεσμευτικά σε ιδεολογικές σκοπιμότητες.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η σχέση του B. Brecht με το θέατρο για ανήλικους θεατές και οι θεωρητικές του αρχές για ένα «επικό» και «διδακτικό» θέατρο, που αξιοποιούνται πολύ μεταγενέστερα από το γερμανικό θέατρο και ιδιαίτερα το θέατρο «Grips».

Στη μεταπολεμική Ευρώπη παρατηρείται (ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’60 και μετά) μια συστηματική στροφή στην έρευνα και την αξιοποίηση των παιδαγωγικών δυνατοτήτων του θεάτρου, με προεξάρχον το αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα, στο οποίο το θέατρο με την έννοια «Theatre in Education» αποκτά κυρίαρχη θέση. Η συμμετοχική μάθηση, η συναισθηματική εκπαίδευση, η αυτοσχέδια δράση, η αυθόρμητη δραματική έκφραση, η θεατρική εμπειρία, βρίσκουν την πραγμάτωσή τους μέσα από το θεατρικό παιχνίδι και τη δραματοποίηση, με το επιστημονικό και παιδαγωγικό έργο των Brian Way, της Dorothy Heathcote, του John Somers κ.ά. Παρόμοιο είναι το ενδιαφέρον και η πορεία της παιδαγωγικής του θεάτρου στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, Ολλανδία, Ισπανία), αλλά και στις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, με αποτέλεσμα η αγωγή και η παιδεία δια του θεάτρου και των άλλων παραστατικών τεχνών, να αποτελεί πια μια κοινά αναγνωρισμένη διεθνή πρακτική, με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Στην Ελλάδα τα πρώτα βήματα για μια παιδαγωγική αξιοποίηση του θεάτρου γίνονται κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όταν η απουσία πραγματικής εκπαίδευσης, έκανε τον Κ. Ασώπιο να αποκαλέσει το θέατρο «σχολείο» που υποκαθιστά την έλλειψη εκπαιδευτηρίων και εκπαιδευτικού συστήματος για τους υπόδουλους. Επειδή όμως η αξιοποίησή του γινόταν για λόγους εθνικούς και πατριωτικούς, οι ιδεολογικές σκοπιμότητες που αναπτύχθηκαν παρέμειναν αναλλοίωτες και οδήγησαν το Σχολικό Θέατρο (όπως εμφανίσθηκε στο ελεύθερο πια ελληνικό κράτος) σε στρεβλώσεις και αγκυλώσεις, οι αρνητικές συνέπειες των οποίων φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Κατ’ αυτό τον τρόπο προκύπτει η ανάγκη να αναπτυχθεί μια αυτόνομη θεατρική δραστηριότητα με αποκλειστικούς αποδέκτες τα παιδιά και τους νέους, που να λειτουργεί εκτός του ασφυκτικού σχολικού περιβάλλοντος και, απαλλαγμένη από τις σκοπιμότητες εκείνου, να προσφέρει τα αγαθά του στους φυσικούς αποδέκτες του, τους ανήλικους θεατές.

Εμφανίζεται λοιπόν προοδευτικά το «Παιδικό Θέατρο», το οποίο στην πορεία του χρόνου μετασχηματίζεται σε «Θέατρο για Παιδιά» και καταλήγει σήμερα σε «Θέατρο για ανήλικους θεατές» με τα ποικίλα συμφραζόμενα των επιμέρους όρων με τους οποίους αποκαλείται. Όμως κι αυτό με τη σειρά του οδηγείται σε ένα άλλο άκρο: στην προσπάθειά του να αποτινάξει τον κακώς νοούμενο διδακτισμό και την ιδεολογική καθοδήγηση, φτάνει άλλοτε σε μια αδιαφορία και καταστρατήγηση βασικών παιδαγωγικών αρχών που οφείλει να σέβεται και να υπηρετεί ως είδος, ενώ άλλοτε μετατρέπεται σε καρικατούρα και υποκατάστατο του θεάτρου για ενηλίκους θεατές, στο όνομα δήθεν της καλλιτεχνικής αρτιότητας και της αισθητικής απόλαυσης του κοινού. Φυσικά δεν λείπουν και οι αξιόλογες περιπτώσεις δημιουργών που κινούνται ισορροπημένα μεταξύ των δύο άκρων και προσφέρουν θεάματα που ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες και προδιαγραφές του είδους «Θέατρο για ανήλικους θεατές». Σ’ αυτή την περίπτωση, αν και η καλλιτεχνική διάσταση αποκτά αυτόνομη αξία, η παιδαγωγική αποστολή περιορίζεται, διαφοροποιούμενη (ως είδος) από το Θέατρο στο Σχολείο.

Η ένταξη του θεάτρου στο Σχολείο και ο ρόλος του ως μορφοπαιδευτικού αγαθού με αισθητικό/καλλιτεχνικό και διδακτικό/παιδαγωγικό περιεχόμενο, εξακολουθεί να αποτελεί, ουτοπική σχεδόν, αλλά διαχρονική αξία. Φωτεινή εξαίρεση στη συνήθη πρακτική και πρότυπο προς μίμηση, αποτελεί το παράδειγμα του Μίλτου Κουντουρά και η σύντομη αλλά λαμπρή θητεία του στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης (1927-1930), όπου οραματίσθηκε και υλοποίησε ένα θέατρο στην υπηρεσία της παιδαγωγικής και της εκπαίδευσης. «Το Θέατρο πρέπει να είναι αυτοπραγμάτωση, μια ποιοτική εικόνα της ψυχής της παιδικής κοινωνίας» υποστήριζε, που (ως παράσταση) «μπορεί να μην αρέσει στους θεατές που μέτρο της κρίσης των είναι το κοσμικό θέατρο κι όμως να είναι εκείνη που πρέπει˙ κι αντίθετα να αποτύχει κατ’ ουσία και να μην υψωθεί στον προορισμό της, ενώ θα έχει καταχειροκροτηθεί από τους θεατές». Με βάση τις αρχές της «Νέας Αγωγής», όπως αυτές είχαν υλοποιηθεί στα «Εξοχικά Παιδαγωγεία» της Γερμανίας, όπου σπούδασε ο Κουντουράς, επεχείρησε να εντάξει δημιουργικά τη θεατρική αγωγή στο πρόγραμμα μαθημάτων και να εκπαιδεύσει τις μέλλουσες εκπαιδευτικούς με βάση τις αρχές της παιδαγωγικής αξιοποίησης του θεάτρου, που ακόμα και σήμερα αποτελεί ζητούμενο για το σύγχρονο ελληνικό Σχολείο.

Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε, για να βρεθεί κάποιος άλλος παιδαγωγός και καλλιτέχνης του θεάτρου, που με την ίδια ευαισθησία, να αντιμετωπίσει την αγωγή και την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων μέσα από τεχνικές της θεατρικής έκφρασης, κατορθώνοντας να δημιουργήσει ένα πετυχημένο συνδυασμό του παιδαγωγικού με το καλλιτεχνικό, του ψυχαγωγικού με το αισθητικό και του εκπαιδευτικού με το δημιουργικό και να γίνει πρωτοπόρος στην ανάπτυξη νέων μορφών και τρόπων θεατρικής έκφρασης και δημιουργίας στη σύγχρονη Ελλάδα. Αυτός είναι ο Λάκης Κουρετζής.
Γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Παιδαγωγική Ψυχολογία, Αισθητική Αγωγή και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, στην Παιδαγωγική Ακαδημία Βιέννης, στο Max Reinhardt Seminar και στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Δυτικού Βερολίνου, παρακολουθώντας μαθήματα παιδαγωγικής και θεατρικής έκφρασης από γνωστούς δασκάλους οι οποίοι καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία του, δείχνοντάς του νέους δρόμους για τη σύζευξη της παιδαγωγικής με τη θεατρική τέχνη. Συνεχίζοντας τις σπουδές και την επιμόρφωσή του, παρακολούθησε πλήθος σεμιναρίων σχετικών με την παιδευτική θεατρική έκφραση, το θέατρο και την αισθητική στην Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία, στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές του ’60.

Ως παιδαγωγός ασχολήθηκε με θέματα αισθητικής παιδείας και παιδαγωγικής θεάτρου, με την οργάνωση και λειτουργία Κέντρων Προσχολικής και Σχολικής Εκπαίδευσης. Δημιούργησε και εισήγαγε δική του μέθοδο εφαρμογής του Θεατρικού Παιχνιδιού στη χώρα μας. Ως σκηνοθέτης ανέβασε περισσότερα από 50 έργα του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου, συνεργαζόμενος με διάφορους επαγγελματικούς θιάσους ΔΗΠΕΘΕ και ομάδες νέων, ενώ ως συγγραφέας έγραψε βιβλία για το «Θέατρο για παιδιά» και τη Θεατρική Αγωγή. Επίσης, έγραψε ιστορίες για παιδιά και θεατρικά έργα που έχουν παιχτεί από διάφορους θιάσους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η επαγγελματική του ενασχόληση με το θέατρο για παιδιά αρχίζει από πολύ νωρίς, το 1957 ως Παιδαγωγικός Υπεύθυνος της Παιδικής Μέριμνας ΗΣΑΠ και της Εμπορικής Τράπεζας και συνεχίζει αδιάλειπτα μέχρι σήμερα με υπεύθυνες θέσεις σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στη Σχολή ΧΙΛΛ [πρώτη εφαρμογή του θεατρικού παιχνιδιού σε σχολείο στην Ελλάδα], Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Ψυχικού, Επιμορφωτής του εκπαιδευτικού προσωπικού πάνω στο Θεατρικό Παιχνίδι και Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στα Εκπαιδευτήρια «Πλάτων» στην Αθήνα, Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στο Νηπιαγωγείο- Δημοτικό στην Ελληνογερμανική Αγωγή) αλλά και σε δήμους σε όλη την Ελλάδα (Παιδαγωγικός Σύμβουλος στους Παιδικούς Σταθμούς του Δήμου Χαλκίδας, Διευθυντής Σπουδών και Βασικός Εμψυχωτής στο Εργαστήρι Παιδαγωγικής Θεάτρου – Θεατρικού Παιχνιδιού του Θεάτρου της Ημέρας στην Αθήνα και στο Ηράκλειο Κρήτης).

Μια βασική ιδιότητα που χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του Λάκη Κουρετζή είναι αυτή του «δασκάλου», του παιδαγωγού και καλλιτέχνη, που συνδυάζοντας αρμονικά τη θεωρία με την πράξη, τη γνώση με την εμπειρία, καταφέρνει να πραγματοποιήσει τη μορφοπαιδευτική αποστολή του θεάτρου, να ασκήσει παιδαγωγία δια του παιχνιδιού στα παιδιά και τους νέους, αλλά και να επιμορφώσει και να διδάξει τις τεχνικές της μεθόδου του σε ενήλικες μαθητές του, είτε αυτοί είναι φοιτητές της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είτε σπουδαστές σε επιμορφωτικά σεμινάρια και κέντρα σπουδών, είτε σε οργανισμούς και φορείς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τα μαθήματά του στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1995-1997), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο (1987 – σήμερα) στη ΣΕΛΔΕ Αθήνας, Λαμίας και Τρίπολης (1989-1992), στο ΠΕΚ Πειραιά, Ανατολικής Αττικής και Κρήτης (1998-2002) στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1998-2002) στην Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, στο Εργαστήρι Παιδαγωγικής Θεάτρου – Θεατρικού Παιχνιδιού του Θεάτρου Ημέρας στην Αθήνα (τριετής κύκλος σπουδών), αλλά και στο εξωτερικό (Εργαστήρια Θεατρικού Παιχνιδιού στο Παρίσι και στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελλών).

Με το πολυετές και συστηματικό διδακτικό του έργο, ο Λάκης Κουρετζής έχει γίνει ο βασικός επιμορφωτής όλων σχεδόν των νεότερων που ασχολούνται επαγγελματικά με το θεατρικό παιχνίδι σε όλη την Ελλάδα και με τη σειρά τους το παρουσιάζουν μέσα από προγράμματα σπουδών σε ειδικά εργαστήρια και σεμινάρια, ή ενταγμένο μέσα στο πλαίσιο διδασκαλίας του θεάτρου στην εκπαίδευση. Η ερευνητική του δραστηριότητα είναι επίσης συστηματική, πάντα σε θέματα της ειδικότητάς του. Ενδεικτικά αναφέρουμε την «Επίδραση του θεατρικού παιχνιδιού σε παιδιά με ειδικές ανάγκες» (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), την «Εκπαίδευση εκπαιδευτικών και ειδικών συμβούλων παιδιών / εφήβων αλλοδαπών, παλιννοστούντων και ελληνικών οικογενειών» (Πανεπιστήμιο Αθηνών) καθώς και την έρευνα με θέμα: «Το θεατρικό παιχνίδι ως μέσο θεατρικής αγωγής στο «Πρόγραμμα ΜΕΛΙΝΑ – Τέχνη και Πολιτισμός στην Εκπαίδευση» (Υπουργείο Πολιτισμού).

Τις απόψεις του αυτές για την παιδαγωγική του θεάτρου και το θεατρικό παιχνίδι, έχει ποικιλότροπα διατυπώσει συμμετέχοντας σε Επιτροπές του ΥΠΕΠΘ (Πρόγραμμα «Μελίνα», Σύνταξη Αναλυτικού Προγράμματος για την Αισθητική Αγωγή), αλλά και σε πολλά έργα του, που κυκλοφορούν είτε αυτοτελώς, είτε δημοσιευμένα σε άρθρα σε περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρουμε:
1.Βιβλία θεατροπαιδαγωγικά:
• (1990). Το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα. Αθήνα: Καστανιώτης.
Ιστορική καταγραφή και ανάλυση- σχόλια και εκτιμήσεις της πορείας που ακολούθησε το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα από την προπολεμική εποχή έως την δεκαετία του ΄80.
• (1991). Το θεατρικό παιχνίδι. Παιδαγωγική θεωρία, πρακτική και θεατρολογική προσέγγιση. Αθήνα: Καστανιώτης.
Το βιβλίο περιλαμβάνει τη μεθοδολογία του Θεατρικού Παιχνιδιού, τη δομική του συγκρότηση, τις φάσεις και τις τεχνικές που εφαρμόζει. Περιλαμβάνει επίσης τρόπους αναπαραγωγής και συγκρότησης ενός Θεατρικού Παιχνιδιού που βασίζονται στην καθεμία τεχνική απ’ όσες δύναται να χρησιμοποιήσει κάποιος στο θεατρικό παιχνίδι. Παράλληλα γίνεται μια σύντομη αναδρομή της σύστασης του Θεατρικού Παιχνιδιού ως συγκεκριμένης θεατρικής και παιδευτικής μεθόδου. Αποτελεί την πρώτη χρονολογικά συστηματική μελέτη του Θεατρικού Παιχνιδιού, που εγκαινιάζει μια στροφή και ένα εμπλουτισμό της ελληνικής βιβλιογραφίας.
• ΥΠ.Ε.Π.Θ. – Π.Ι., (1993). Θεατρική Αγωγή 1. Βιβλίο για το δάσκαλο. Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β.
Το Α΄ Μέρος συγγράφεται από το Λάκη Κουρετζή. Το βιβλίο περιλαμβάνει τη δομή και τη συγκρότηση του Θεατρικού Παιχνιδιού, έτσι όπως διατυπώθηκε στο Αναλυτικό πρόγραμμα Αισθητικής Αγωγής για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση του Υπουργείου Παιδείας (Π.Δ. 132/άρθρο 4 του 1992). Δίνει τη δυνατότητα στο δάσκαλο να συμπεριλάβει και το Θεατρικό Παιχνίδι στην καθημερινή διδακτική διαδικασία
• (2008). Το θεατρικό παιχνίδι και οι διαστάσεις του. Αθήνα: «Ταξιδευτής».
Ο τόμος περιλαμβάνει άρθρα, εισηγήσεις, συνεντεύξεις, κείμενα που έχουν επιλεγεί από την περίοδο 30 χρόνων εφαρμογής του Θεατρικού Παιχνιδιού (1976-2006). Τα παραπάνω αφορούν το Θεατρικό Παιχνίδι και τις διαστάσεις που δύναται αυτό να λάβει, όταν το χειρίζεται κάποιος έμπειρος Εμψυχωτής. Περιλαμβάνει ακόμα και δυο παραρτήματα: Παράρτημα 1: «Το Θεατρικό Παιχνίδι στο Πρόγραμμα ΜΕΛΙΝΑ. Παράρτημα 2: Σχέδια δράσης (project). Επίσης καταγράφει και τη χρονοβιογραφία του Θεατρικού Παιχνιδιού από το 1976 έως το 2006 και «αντί επιλόγου» ένα κείμενο του συγγραφέα «Μια έκκληση για την παιδικότητα που τείνει να εξαφανιστεί».
2. Βιβλία λογοτεχνίας για παιδιά
• (1976). Με την Μαντώ στη Λιακάδα. Αθήνα: Αικ. Μπακομιχάλη.
Ιστορίες για παιδιά εικονογραφημένες από σχέδια νησιών. Μυθοπλασία καθημερινών γεγονότων από τη ζωή ενός παιδιού και θεμάτων που εκφράστηκαν από παιδιά κατά τη διαδικασία ανάπτυξης διαφόρων Θεατρικών Παιχνιδιών.
• (1982). Στο μικρό μας περιβολάκι. Αθήνα: ΓΝΩΣΗ.
Ιστορίες για παιδιά. Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Θεωρείται σα συνέχεια του προηγούμενου. Λαμβάνει λογοτεχνικότερη μορφή και αλλάζει τον τρόπο αφήγησης και τη θεματολογία.
3.Βιβλία λογοτεχνικά
• (2004). Στην αρχή ένα Γράμ.. μόνο. Αθήνα: Ταξιδευτής.
Ποιητικά – Λογοτεχνικά κείμενα σε μινιμαλιστική μορφή, στοχασμοί που ξεκινούν από τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. 24 μικρά και ακόμα μικρότερα κείμενα που θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σ’ ένα μπλε τετράδιο κάποιου παιδιού. Κάποια από τα κείμενα αναφέρονται σε γλωσσολογικά και γνωσιολογικά θέματα.
Από τα πάμπολλα άρθρα του, δημοσιευμένα σε έγκυρα φιλολογικά, επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά, αξίζει να επισημάνουμε:
• (1978). Απόψεις για το θεατρικό παιχνίδι. Αντί, τ.115.
Ο συγγραφέας αναπτύσσει τις απόψεις του για το θεατρικό παιχνίδι, περιγράφει το περιεχόμενό του και καταθέτει τους λόγους για τους οποίους το θεατρικό παιχνίδι καθίσταται αναγκαίο στη ζωή ενός παιδιού.
• (1987). Το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα: Από την ανυπαρξία στην υπερκατανάλωση. Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας, τ. 2.
Σχόλια και κριτικές αποτιμήσεις, αναλύσεις και ερμηνείες της θεατρικής υπερκατανάλωσης για παιδιά και του ξαφνικού ενδιαφέροντος των πάντων να κάνουν παιδικές σκηνές για ν παίζουν θέατρο στα «πιτσιρίκια».
• (1991). Οι ρόλοι για παιδιά στο αρχαίο θέατρο. Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας, τ. 6.
Ανάσυρση ενός θέματος που σπάνια θίγεται «πως παιζόντουσαν οι ρόλοι για παιδιά στις αρχαίες τραγωδίες;» Το ερώτημα θέτει προβληματισμούς και δημιουργεί αμφισημίες με τις οποίες το άρθρο προσπαθεί να ανταπεξέλθει διεξοδικά.
• (1991). Το θεατρικό παιχνίδι – διάσταση της αγωγής μέσα από το θέατρο. Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας τ.6.
Το θέατρο είναι μια τέχνη σύνθετη, κοινωνική, επικοινωνιακή, γι’ αυτό βαθύτατα παιδευτική. Επομένως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως «μέσο», όχι ως σκοπός ανάπτυξης σκηνικών δεξιοτήτων, στην παιδαγωγική πράξη. Αρκεί να υπήρχε το κατάλληλο «όχημα» και ο «πομπός». Ως όχημα αγωγής δια του θεάτρου, δύναται να χρησιμοποιηθεί το Θεατρικό Παιχνίδι (το παιχνίδι οικείο είδος για το παιδί) και ως «πομπός» ένας δάσκαλος – εμψυχωτής.
• (1993). Η Γλώσσα του σώματος. Σύγχρονο Σχολείο τ. 14.
Οι κινήσεις σε ένα πελώριο γλωσσικό σύμπαν. Με τη γλώσσα του σώματος εκφράζουμε σκέψεις και συναισθήματα. Εξεικονίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο. Το σύστημα της γλώσσας του σώματος υπηρετεί την ψυχολογική κατάσταση. Ο τρόπος της σωματικής συμπεριφοράς δηλώνει κάτι από αυτό που είμαστε, κάτι από αυτό που λειτουργεί μέσα μας. Κάτι από αυτό που ζούμε.
• (2001). Το Παιχνίδι και η Τέχνη. Σύγχρονο Νηπιαγωγείο.
Το παιχνίδι είναι η πρώτη μύηση του παιδιού στην Τέχνη. Το πρώτο απτό δείγμα της Τέχνης. Το πρωτογενές στοιχείο κάθε τέχνης. Το Θεατρικό Παιχνίδι μυεί τα παιδιά στο παραστασιακό γεγονός. Το άρθρο θίγει ζητήματα εφαρμογής της τέχνης στην εκπαίδευση και ιδιαίτερα στο Νηπιαγωγείο στο ευρύτερο πλαίσιο της Αισθητικής Αγωγής.
• (2003). Το θεατρικό παιχνίδι, η δια του θεάτρου παίδευσις. Εκπαιδευτική Επικοινωνία, τ.2.
Το Θεατρικό Παιχνίδι απευθύνεται στο παιδί που υπάρχει μέσα σε κάθε μαθητή. Προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά να νιώσουν και όχι να μοιάσουν. Η μορφή και οι μορφές του Θεατρικού Παιχνιδιού μπορούν να μεταβάλλουν τον παθητικό και στερεότυπο τρόπο διδασκαλίας και ολόκληρης της σχολικής ζωής. Παίζοντας Θεατρικό Παιχνίδι το παιδί ερμηνεύει τον κόσμο. Στέλνει τα μηνύματά του.
Τις ίδιες θέσεις έχει αναπτύξει σε πλήθος από πανελλήνια και διεθνή συνέδρια, συμπόσια και επιστημονικές συναντήσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Ο Λάκης Κουρετζής είναι και παραμένει όμως άνθρωπος του θεάτρου. Ως σκηνοθέτης έχει ανεβάσει πάνω από 50 παραστάσεις με έργα των Ζ. Κοκτώ, Λ. Πιραντέλλο, Α. Τσέχοφ, Θ. Ουάιλντερ, Ευγ. Ιονέσκο, Χ. Πίντερ, αλλά και ελλήνων συγγραφέων, όπως οι Ν. Λάσκαρης, Ι. Καμπανέλλης, Κ. Παλαμάς, Ζωή Καρέλλη, Α. Σιμιτζής κ.ά.
Για το συνολικό έργο του έχει τιμηθεί με:

• Βραβείο σκηνοθεσίας Δημήτρη Ροντήρη από το Φεστιβάλ Ιθάκης για το σύνολο του θεατρικού του έργου.
• Τιμητική διάκριση από το Δήμο Καρδίτσας για το σύνολο του έργου του στο Θεατρικό Παιχνίδι και το Θέατρο.
• Τιμητική διάκριση από το Σύλλογο Εκπαιδευτικών Αιτωλοακαρνανίας για την προσφορά του στην εκπαίδευση.
• Τιμητική διάκριση από τον Δήμο Ιθάκης για την προσφορά του στο Θέατρο στο Θέατρο και στο Θεατρικό Φεστιβάλ Ιθάκης.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η προσφορά του στο Θέατρο και την Εκπαίδευση είναι μακροχρόνια, συστηματική, πρωτοποριακή και καθοριστική, αφού σήμερα πια όχι μόνο πανελληνίως αλλά και διεθνώς αποτελεί μια προσωπικότητα που είναι αναγνωρισμένη και κοινά αποδεκτή (Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας για το Θέατρο για Παιδιά επί τριετία, ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Θεάτρου και Θεατρικού Παιχνιδιού, ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου για Παιδιά, Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, Μέλος του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου, Ιδρυτικό μέλος της Θεατρικής και Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Θέατρο της Ημέρας» κ. ά.)
Σε τι όμως ακριβώς συνίσταται η συμβολή του Λάκη Κουρετζή και γιατί αυτή αποτελεί ορόσημο για την ανάπτυξη της παιδαγωγικής του θεάτρου και την εμπλοκή του στην εκπαιδευτική διαδικασία; Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε γιατί αυτός είναι ουσιαστικά ο εισηγητής της έννοιας «Θεατρικό Παιχνίδι» στην Ελλάδα, ο θεμελιωτής μεθόδων προσέγγισης και εφαρμογής του θεάτρου από τα παιδιά και τους νέους, που στο σύνολό τους μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι συγκροτούν το «σύστημα» ή τη «σχολή» Κουρετζή για τη σχέση του παιδιού με το θέατρο, μέσα κι έξω από το σχολείο.
Η άποψη αυτή στηρίζεται στη «δια τεχνών παίδευση» με βάση τις τεχνικές του δράματος και του θεάτρου, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από το θεατρικό παιχνίδι, δηλαδή ένα φαντασιακό παιχνίδι κατά τη διάρκεια του οποίου το «Εγώ» του δρώντος υποκειμένου προβάλλεται μέσα από λεκτικούς/γλωσσικούς και κινησιολογικούς/σωματικούς αυτοσχεδιασμούς, που αναδεικνύουν την έννοια της «μίμησης» και του «ρόλου» σε πρωταρχικούς παράγοντες επικοινωνίας και εκπαίδευσης.

Πέρα από τις ψυχολογικές και παιδαγωγικές, παραδοσιακές και σύγχρονες θεωρήσεις του παιχνιδιού και της σημασίας του στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού (θεωρία της πλεονάζουσας ενέργειας του Spencer, του αταβισμού του Hall, τη συμπεριφοριστική του Pavlov, την ψυχαναλυτική του Freud, την πολιτισμική του Vygotsky), το θεατρικό παιχνίδι είναι αυτό που στηριζόμενο στην αμεσότητα και παραστατικότητα του θεατρικού ρόλου, την ανατροφοδοτική δυναμική και τη διαδραστική επικοινωνία του θεάτρου, κατορθώνει να συγκεράσει με τον καλύτερο τρόπο το καλλιτεχνικό με το παιδαγωγικό, το αυθόρμητο με το καθοδηγούμενο. Είναι ένα παιχνίδι στο οποίο οι συμμετέχοντες αναλαμβάνουν να υποστασιοποιήσουν το ρόλο φανταστικών χαρακτήρων, σχέσεων και καταστάσεων και δια της συνεργασίας προκαλούν, παρακολουθούν και συμμετέχουν σε δυνητικές ιστορίες, που βασίζονται αδρομερώς σε διακριτικά προκαθορισμένες από τον εμψυχωτή ενέργειες, που οδηγούν σε ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, σύμφωνα με ένα πολύπλοκο σύστημα υποδείξεων, στις οποίες οι συμμετέχοντες υπακούουν ελεύθερα, με βάση τον αυτοσχεδιασμό. Τα μέλη της ομάδας ενθαρρύνονται να εμπλακούν βιωματικά, νοητικά και συναισθηματικά στη διαδικασία μάθησης και να εκφράσουν τον ψυχοπνευματικό τους κόσμο, να διαμορφώσουν τις αντιλήψεις τους για τους άλλους, να συνειδητοποιήσουν τον εαυτό τους και να ενταχθούν οργανικά στο σύνολο, μέρος του οποίου απαρτίζουν. Μέσα από μια τέτοια «παιγνιώδη μάθηση», τα παιδιά και οι ανήλικοι αποκτούν γνώσεις και δεξιότητες, αναπτύσσουν τον ψυχοπνευματικό τους κόσμο και γίνονται συμμέτοχοι σε μια εποικοδομητική πορεία της μάθησης. Με την εναλλαγή των ρόλων και την ψευδαισθητική αναπαράσταση της πραγματικότητας, οι μαθητές (αφού σε μεγάλο βαθμό η εφαρμογή του θεατρικού παιχνιδιού γίνεται στο Σχολείο) καλλιεργούν τη φαντασία και αναπτύσσουν το αισθητικό και καλλιτεχνικό τους κριτήριο, ενώ κατεξοχήν ενεργοποιείται η δημιουργική σκέψη και η κριτική και στοχαστική τους διάσταση, ενδυναμώνεται η ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη και προκαλείται η αυθόρμητη σωματική έκφραση που συμβάλλει στον εμπλουτισμό των τρόπων μη λεκτικής επικοινωνίας.

Με όλους αυτούς τους τρόπους, η μέθοδος αγωγής και παιδείας που ανέπτυξε ο Λάκης Κουρετζής με το θεατρικό παιχνίδι, δίνει διέξοδο στα προβλήματα που δημιουργούσε μια παραδοσιακού τύπου συμβατική διδασκαλία σε ένα νοησιαρχικό σχολείο, που οδηγούσε απλά στη συσσώρευση γνώσεων, χωρίς να δίνει έμφαση στη δημιουργία κατάλληλου ψυχολογικού κλίματος και χωρίς να χρησιμοποιεί ελκυστικούς και αποτελεσματικούς τρόπους εκπαίδευσης των μαθητών. Ιδιαίτερα αξίζει να μνημονευθεί η προσφορά του στην Κεντρική Συντονιστική Επιτροπή του Προγράμματος «ΜΕΛΙΝΑ – Τέχνη και Πολιτισμός στην Εκπαίδευση», μέσα στο πλαίσιο του οποίου, με τους συνεργάτες του, υπήρξε ο βασικός εμψυχωτής του εργαστηρίου θεατρικού παιχνιδιού στα σχολεία με τίτλο «Παιδαγωγική του Θεάτρου – Θεατρικό Παιχνίδι» και δημιουργός του φακέλου που διανεμόταν με πλούσιο υλικό για τους εκπαιδευτικούς – πολλαπλασιαστές του οράματός του για ένα διαφορετικό σχολείο, με προεξάρχοντα το ρόλο του θεάτρου σε αυτό.

Με το παιχνίδι των ρόλων και τη δια του θεάτρου παίδευση δίνεται έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα και στη δημιουργία κατάλληλου παιδαγωγικού κλίματος που αναπτύσσει τη συμμετοχικότητα των μελών της ομάδας (σχολική τάξη) στις διαδικασίες μάθησης, παρωθεί στην αυτενέργεια και τη δημιουργικότητα, ελέγχει την ανταγωνιστικότητα και σέβεται τη διαφορετικότητα. Όλα αυτά με επίκεντρο τον εμψυχωτή, τον καλλιτέχνη-παιδαγωγό που, συνδυάζοντας γνώση και εμπειρία, καλλιτεχνική διάθεση και παιδαγωγική ευαισθησία, κατορθώνει να γίνει το πρότυπο για τον εκπαιδευτικό που έχει ανάγκη το Σχολείο του 21ου αιώνα. Πρότυπο αυτού του καλλιτέχνη-παιδαγωγού είναι ο Λάκης Κουρετζής, που επάξια σήμερα ανακηρύσσεται επίτιμος Διδάκτορας του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών.

GreekEnglish