Η Σχολική Θεατρική Παράσταση

Η θεατρική παράσταση ως μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης και πολιτιστική δημιουργία, αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνική συνάθροιση και επικοινωνιακό διάμεσο, μορφοπαιδευτικό αγαθό και συνισταμένη περισσοτέρων τεχνών. Μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ως σύνθετο πολιτιστικό γεγονός δια του οποίου μεταδίδονται μηνύματα και διαδίδονται αξίες, προβάλλονται πρότυπα συμπεριφοράς και δημιουργούνται επικοινωνιακές σχέσεις που διαμορφώνουν σε ευρύτερο επίπεδο τη συνείδηση της κοινωνίας και αποδίδουν με αρκετή πιστότητα τις προσδοκίες και τα ενδιαφέροντά της. Η σχολική θεατρική παράσταση δεν στοχεύει ούτε να δημιουργήσει νέα ταλέντα στον χώρο τις υποκριτικής, ούτε να προσδώσει τίτλους και προσόντα σ’ αυτούς που συμμετέχουν, για οποιαδήποτε μελλοντική εξαργύρωση. Δεν φιλοδοξεί ακόμα να αποτελέσει πεδίο προβολής και αναγνώρισης ιδιαίτερων δεξιοτήτων και ικανοτήτων, σε όσους ανήκουν στο δυναμικό του Σχολείου (διδάσκοντες-διδασκόμενους).

Με κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του χώρου και του χρόνου, των συνθηκών δημιουργίας και πρόσληψης του τελικού αποτελέσματος, αλλά και με επίγνωση της απαιτούμενης ευαίσθητης ισορροπίας μεταξύ του αισθητικού και του διδακτικού, του ψυχαγωγικού και του μορφωτικού, αποτελεί ένα κατεξοχήν προνομιούχο πεδίο έκφρασης των αναζητήσεων τις εκπαίδευσης, στην προσπάθεια βελτιστοποίησης του συστήματος διαπαιδαγώγησης των νέων γενεών.

Σ’ αυτή συνενώνονται καλλιτεχνικές προθέσεις και αισθητικές εμπειρίες με παιδαγωγικές αρχές και εκπαιδευτικά ζητούμενα, ιδεολογικές και πολιτισμικές αξίες με κοινωνικά μηνύματα, μέσα από ένα σύστημα έκφρασης και επικοινωνίας που προσφέρει χαρά, ψυχαγωγία και δημιουργικότητα σε όσους συμμετέχουν. Κατ’ αυτό τον τρόπο, εκφράζεται ολόπλευρα και συγκροτημένα η αποστολή του Σχολείου στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητών, καταξιώνεται ο ρόλος του εκπαιδευτικού και δίνονται νέες προοπτικές στην εκπαίδευση.
Ως κορυφαία στιγμή των πολιτιστικών δραστηριοτήτων στο Σχολείο, η θεατρική παράσταση αντιπροσωπεύει τις αισθητικές και καλλιτεχνικές επιδιώξεις, ενώ η παιδαγωγική στόχευση περνά πια σε δεύτερο επίπεδο. Η στιγμή της καταξίωσης της προσπάθειας που προηγήθηκε, αποτελεί ένα μοναδικό γεγονός, που πραγματοποιείται «άπαξ» χωρίς να επιδέχεται διορθωτική παρέμβαση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η συγκεκριμένη στιγμή της σκηνικής μορφοποίησης του έργου, πρέπει να είναι κατά το δυνατόν άψογα οργανωμένη, οι συντελεστές να βρίσκονται στην καλύτερη στιγμή τους και οι συνθήκες να είναι κατάλληλα προετοιμασμένες, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσληψη του σκηνικού θεάματος από τους θεατές. Τη στιγμή αυτή το Σχολείο ανοίγεται στην Κοινωνία και η μαθητική κοινότητα κάνει κοινωνούς και συμμέτοχους άτομα που δεν σχετίζονται άμεσα μαζί της και που σπάνια έρχονται σε επαφή με τον κόσμο της εκπαίδευσης.

Με τον μηχανισμό της δημιουργίας των ρόλων (χαρακτήρων), μέσα από τη δραματοποίηση και τη διαδικασία της πρόβας, ο μαθητής εμβαθύνει στα ανθρώπινα προβλήματα και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η θεατρική αγωγή και παιδεία που αποκτώνται δι αυτών, παρέχουν στο παιδί και τον νέο πολύτιμες πληροφορίες, γνώσεις και εμπειρίες για τη ζωή. Συμβάλλουν στην κατανόηση του κόσμου και το σχηματισμό προοδευτικά της δικής του αντίληψης για τα πράγματα. Ενισχύουν την επικοινωνιακή σχέση διδασκόντων-διδασκομένων και αναδεικνύουν το θέατρο σε μια νέα επικουρική διδακτική μεθοδολογία (δραματοποίηση) με επιτυχή αποτελέσματα, αντικαθιστώντας παραδοσιακούς δασκαλοκεντρικούς τρόπους γνώσης με της, νέους, πλήρως μαθητοκεντρικούς και ομαδοσυνεργατικούς (Dasté-Jenger 1975 · Μουδατσάκις 1994: 87-99).
Η γνωριμία του μαθητή με τον κόσμο τις Τέχνης, η αισθητική του καλλιέργεια, ώστε να γίνει εκτός των άλλων, τις καλός μελλοντικός θεατής και τις αισθητικά καλλιεργημένος άνθρωπος, αποτελούν ένα ακόμα στόχο των πολιτιστικών δραστηριοτήτων στο Σχολείο. Βεβαίως, η αισθητική εμπειρία εδώ μετέχει της παιδαγωγικής. Δεν αυτονομείται πολιτιστικά (τις γίνεται στον επαγγελματικό χώρο του θεάτρου), αφού προέχει η εμπειρία του καλλιτεχνικού έργου αυτού καθαυτού, η πορεία τις το αποτέλεσμα και όχι το αποτέλεσμα με κάθε τρόπο. Η αρμονική σύζευξη αισθητικών και παιδαγωγικών ζητουμένων αποτελεί πρωταρχική φροντίδα, που συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη υψηλών προδιαγραφών και κριτηρίων για μελλοντική αξιοποίηση από τον ενήλικο πια πολίτη-θεατή.

Στη σχολική θεατρική παράσταση συνυπάρχουν μορφές τέχνης όπως η Λογοτεχνία και η Ζωγραφική, η Αρχιτεκτονική και η Μουσική, η Διακοσμητική και το Σχέδιο, σε μια αρμονική σύζευξη συμπληρωματική η μια προς την άλλη. Μέσα από αυτές, γίνονται κατανοητές οι αισθητικές κατηγορίες και οι μορφές του «ωραίου» έτσι όπως έχουν αποδοθεί διαχρονικά από τάσεις και ρεύματα τις ο κλασικισμός και ο νεοκλασικισμός, το μπαρόκ και ο ρομαντισμός, ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός, ο εξπρεσιονισμός και ο υπερρεαλισμός. Άλλοτε το κείμενο (ένα έργο του Σαίξπηρ) και άλλοτε η σκηνογραφία, ή ακόμα η μουσική και τα κοστούμια, εικονοποιούν παραστατικά και συμπληρωματικά τα βασικά ειδοποιά γνωρίσματα και τα χαρακτηριστικά μιας μορφής τέχνης. Έτσι ώστε το κοινό να αντιλαμβάνεται άμεσα (με τη βοήθεια πάντα κάποιου σχολίου ή σημειώματος του σκηνοθέτη) τη διαφορά ενός ρεαλιστικού σκηνικού από ένα εξπρεσιονιστικό, ενός κλασικού δραματικού κειμένου από ένα ρομαντικό (Μουδατσάκις 2006: 329-373). Ταυτόχρονα και σταδιακά γίνονται κατανοητά τα γνωρίσματα και οι διαφορές των θεατρικών ειδών, όπως της τραγωδίας από το ιστορικό / πατριωτικό δράμα, της κωμωδίας από τη φάρσα, του δραματικού ειδυλλίου από το κοινωνικό δράμα, με αποτέλεσμα να βελτιώνεται το μορφωτικό επίπεδο, να διευρύνονται οι πνευματικοί ορίζοντες των θεατών και να επέρχεται η καλλιέργεια και η ουσιαστική παιδεία τους, ενώ την ίδια στιγμή, υπηρετούνται παιδαγωγικές σκοπιμότητες και κατακτώνται πολιτισμικά ζητούμενα, τα οποία αναδεικνύουν κατά τον καλύτερο τρόπο αξίες και αιτήματα εθνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Κατ’ αυτό τον τρόπο η σχολική θεατρική παράσταση αναδεικνύεται σε κατεξοχήν έκφραση του πολιτισμού στο σχολείο, με τις ανάλογες απαιτήσεις και προδιαγραφές, προκειμένου να επιτελέσει τον ρόλο και την αποστολή τους, αφού μέσα απ’ αυτή ολοκληρώνεται και εκδηλώνεται έμπρακτα ο λόγος ύπαρξης και ο στόχος των δράσεων αυτού του είδους (Γραμματάς 1997: 159-162).

Η μελέτη του κειμενικά εγγεγραμμένου λόγου του συγγραφέα, αποκαλύπτει όχι μόνο τον αξιακό κόσμο, την ιδεολογία και τα μηνύματα του έργου, αλλά ταυτόχρονα την αισθητική της εποχής, τον τρόπο έκφρασης και επικοινωνίας των ατόμων, γεγονός που συμβάλλει στην κατανόηση των επιπέδων και των μορφών πολιτισμού, στη διαχρονική τους εξέλιξη. Παράλληλα, με την προσεγμένη σκηνοθεσία και την ιδιαίτερη επιμέλεια του καλλιτεχνικού μέρους της παράστασης, εκτός και περισσότερο από την έμμεση πληροφόρηση και συνειδητοποίηση των προηγουμένων, ο θεατής (ιδιαίτερα ο ανήλικος) κατανοεί τί σημαίνει «υποκριτική» και πώς να κρίνει και να αξιολογεί τις ηθοποιούς γενικότερα. Ο ανήλικος θεατής ή ηθοποιός της παράστασης, αποκτά αισθητικά κριτήρια και ευαισθητοποιείται στην καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία, ως παραγωγός / συμμέτοχος ή ως αποδέκτης / θεατής του αισθητικού προϊόντος. Διαμορφώνει τις επιλογές του σε υψηλά επίπεδα, που μπορεί να του επιτρέψουν την μύηση στο χώρο τις Αισθητικής και της καλαισθησίας με εξαιρετικά αποτελέσματα στην ψυχο-πνευματική του καλλιέργεια, συνειδητοποιώντας τη διαφορά του «ρεαλιστικού» από το «κλασικό», οδηγούμενος σταδιακά σε προτιμήσεις και διαμορφώνοντας άποψη για την Τέχνη και το «ωραίο» σύμφωνα με αρχές και πρότυπα εκλεπτυσμένων αισθητικών προδιαγραφών (Gloton, 1965).
Η γνώση των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων και των πολιτιστικών επιτευγμάτων στις τέχνες του θεάτρου και του θεάματος τόσο της χώρας τους όσο και των άλλων χωρών, οδηγεί το παιδί στη διεύρυνση των πολιτισμικών οριζόντων του, στη διαμόρφωση στάσεων και αισθητικών ικανοτήτων απέναντι στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο καλλιεργούνται η διαπολιτισμική αγωγή και παιδεία γενικότερα, αλλά και αναπτύσσεται η πολιτιστική του ταυτότητα, ενώ σταδιακά δημιουργείται η συνείδησή του ως μελλοντικού πολίτη, μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερα ενοποιημένου και παγκοσμιοποιημένου πολιτισμικού χώρου. Ο μαθητής οδηγείται στη συνθετική διασύνδεση των Τεχνών, ώστε να κατακτά τη δυνατότητα να αναπτύξει τη φαντασία και το συναισθηματικό του κόσμο, που του παρέχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του και την πολιτιστική του ταυτότητα, σε ισόρροπη και αρμονική σύζευξη του εθνικού με το διεθνές, του γηγενούς με το ξενόφερτο, της παράδοσης με τον μοντερνισμό (Γραμματάς 1997: 201-215).

Η πιο δημιουργική στιγμή της ενασχόλησης των μαθητών με το θέατρο, είναι αυτή της προετοιμασίας. Λίγο πριν την παράσταση, η επίπονη και μακρόχρονη διαδικασία των προβών φτάνει στο τέλος. Κατά τη διάρκειά τους ο εκπαιδευτικός-σκηνοθέτης με κατανόηση και φροντίδα, αλλά παράλληλα με αποφασιστικότητα και αυστηρότητα καθοδήγησε την ομάδα των μαθητών-ηθοποιών, τους δίδαξε υποκριτική, αξιοποίησε τα δεδομένα του σκηνικού χώρου, οργάνωσε τη δράση και έδωσε πειστικές απαντήσεις σε πολλά προβλήματα. Μόνος ή συνηθέστερα με τη βοήθεια άλλων συναδέλφων ή ακόμα και εξωσχολικών παραγόντων, κάτω από τη δική του επίβλεψη, αξιοποιώντας κατάλληλα και το μαθητικό δυναμικό, δημιούργησε το σκηνικό, τα κοστούμια, τη μουσική και γενικότερα οργάνωσε την παράσταση. Οι παιδαγωγικές σχέσεις με τους μαθητές βελτιώθηκαν και η δυναμική της ομάδας αναπτύχθηκε σε ύψιστο βαθμό.

Για την επιτυχία αυτής της εκδήλωσης, δεν πρέπει να ληφθεί μέριμνα μόνο για την επιλογή του έργου και την υποκριτική, τα σκηνικά και τη μουσική που θα πλαισιώσουν την παράσταση. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει κατά νου ότι το καθαρά αισθητικό μέρος είναι ένας από τις παράγοντες που εγγυώνται την επιτυχία. Παράλληλα με το καλλιτεχνικό, υπάρχει και ένα καθαρά κοινωνιολογικό μέρος του θεάτρου, στο οποίο πρέπει να δώσει εξίσου προσοχή και φροντίδα.
• Να οργανώσει δηλαδή σωστά το χώρο υποδοχής των θεατών και τα καθίσματα στην πλατεία (όπου δεν υπάρχει μόνιμη διάταξη) έτσι ώστε να διασφαλίζεται η οπτική και ακουστική επαφή με τη σκηνή. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τη δημιουργία πολυμετωπικής σκηνής καθώς θα υποχρεώσει τους θεατές να μετακινηθούν από την αρχική τις θέση. Σε παρόμοια περίπτωση πρέπει να έχει ιδιαίτερα φροντίσει ώστε η αλλαγή να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα, με πειθαρχία ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστες συνέπειες.
• Να επιμεληθεί τις τεχνικές λεπτομέρειες της εκδήλωσης που τις είναι πολύ σημαντικές και καθορίζουν αποφασιστικά το τελικό καλλιτεχνικό προϊόν.
• Να φροντίσει για τη σωστή και έγκαιρη ενημέρωση των θεατών-γονέων και κηδεμόνων για το έργο που θα παρακολουθήσουν, χρησιμοποιώντας τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα που μπορεί να διαθέσει. Αλλά ακόμα κι αν δεν γίνεται κάτι τέτοιο, μπορεί να εκδοθεί μια «σχολική εφημερίδα» που θα διανεμηθεί σ’ ένα ευρύτερο κύκλο αποδεκτών, με ενημερωτικό και πληροφοριακό υλικό για την παράσταση. Τέλος να χρησιμοποιήσει κάθε δυνατό τρόπο για πρόκληση ενδιαφέροντος και διαφήμιση της συγκεκριμένης εκδήλωσης.
• Να εκτυπώσει ένα καλαίσθητο πρόγραμμα και μια αφίσα που θα διανείμει τις θεατές πριν και κατά τη διάρκεια του θεάματος. Στο πρόγραμμα, εκτός των άλλων, πρέπει να καταγράφονται και σκέψεις των μαθητών που παίρνουν μέρος στον εορτασμό που θα αναφέρονται στη διαδικασία προετοιμασίας του.
• Να ενεργοποιήσει ποικιλότροπα τον πληθυσμό που συνδέεται με το δυναμικό του σχολείου, προκαλώντας το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή τους με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στο προετοιμαζόμενο καλλιτεχνικό γεγονός.
• Να πλαισιώσει την παράσταση με παράλληλες ενισχυτικές καλλιτεχνικές δραστηριότητες, όπως έκθεση φωτογραφίας και εποπτικού υλικού, προβολή διαφανειών και στοιχείων που αφορούν στον συγγραφέα, το έργο του οποίου παρουσιάζεται, ή την εποχή και τις συνθήκες μέσα τις οποίες εξελίσσεται το έργο.
• Να προσκληθεί (αν αυτό είναι δυνατό) ο συγγραφέας του έργου, ή κάποιος γνωστός σκηνοθέτης ή ηθοποιός που το είχαν ανεβάσει στη σκηνή και να μιλήσουν στο κοινό.
• Να γίνει μια διάλεξη, ένας κύκλος ομιλιών, ή μια ημερίδα με τη συμμετοχή επιστημόνων και καλλιτεχνών, εκπαιδευτικών και μαθητών, που να αναφέρονται στο συγγραφέα και το είδος δράματος, την ιστορία τις παράστασης και τα προβλήματα σκηνοθεσίας, την παιδαγωγική αποστολή και την αισθητική αποτίμηση του έργου, βοηθώντας τους θεατές να προσεγγίσουν καλύτερα την παράσταση, αλλά και το περιεχόμενό του συγκεκριμένου εορτασμού.
• Να αναπτυχθεί ένα ευρύτερο πολυθέαμα, που με άξονα τη θεατρική παράσταση, να περιλαμβάνει ποικίλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις σε άμεση συσχέτιση με τη συγκεκριμένη εορταστική επέτειο (εθνική, θρησκευτική, λήξη του σχολικού έτους).

Με τις προηγούμενες ενέργειες, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον, διευρύνονται οι προσδοκίες του κοινού, ενισχύεται η μαζικότητα τις συμμετοχής και δημιουργούνται οι κατάλληλες υποδοχές, προκειμένου στη συνέχεια να δεχθούν ευνοϊκά το σκηνικό θέαμα και τα μηνύματά του.
Παράλληλα ο παιδαγωγός-σκηνοθέτης οφείλει να λάβει υπόψη του και τη σύσταση του συγκεκριμένου κοινού στο οποίο απευθύνεται. Το μορφωτικό του επίπεδο, τα ενδιαφέροντα, την αισθητική του, τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Γιατί είναι σχεδόν βέβαιο, ότι ένα έργο και ένας τρόπος σκηνοθεσίας που απαιτούν μεγαλύτερη εξοικείωση με το θέατρο, περισσότερη αισθητική καλλιέργεια και γνώση, δε θα μπορέσουν να γίνουν αποδεκτά από το κοινό μιας κοινωνίας, η οποία δεν έχει καμιά τέτοια προηγούμενη επαφή με το θέατρο. Αλλά και το αντίθετο ακριβώς μπορεί να συμβεί. Σ’ ένα σχολείο μεγάλου αστικού κέντρου, με πλούσια παράδοση και παρακαταθήκη σε σχολικές παραστάσεις, με έμπειρους θεατρικά μαθητές και εξοικειωμένους με τη θεατρική σύμβαση γονείς, ένα απλό, περιορισμένης εμβέλειας θέαμα από κάποιον εκπαιδευτικό που αγνοεί την πραγματικότητα του συγκεκριμένου σχολείου, είναι καταδικασμένο να αποτύχει.

Κατά συνέπεια, η σχολική μαθητική παράσταση, θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη της το δεδομένο χώρο και χρόνο μέσα στους οποίους αναπτύσσεται, και τη σύσταση του κοινού στο οποίο αναφέρεται. Φυσικά, αυτό δεν εμποδίζει καθόλου, ούτε απαγορεύει τη μετακίνηση του θεάματος και τη σκηνική του απόδοση σε κάποια επίσημη θεατρική εξωσχολική αίθουσα, μπροστά σε διαφορετικό κοινό. Η επιδίωξη ευρύτερης επιβράβευσης και η αναζήτηση δημοσιότητας και προβολής, είναι εξίσου θεμιτές και συμβατές με την όλη διαδικασία, πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται για ένα πετυχημένο καλλιτεχνικό θέαμα, το οποίο μπορεί να τύχει γενικότερης αποδοχής και αναγνώρισης. Η καταξίωσή της θα γίνει από τη συγκεκριμένη σχολική κοινότητα που την υποδέχεται. Μόνο τότε το σχολικό θέατρο πληροί την παιδαγωγική και καλλιτεχνική αποστολή του και εκφράζει ολοκληρωμένα τον στόχο που επιδιώκει ο πολιτισμός στο σχολείο.
Αρχική προϋπόθεση για να συντελεσθεί η επιτυχία της σχολικής θεατρικής παράστασης, είναι η επιλογή του κατάλληλου προς παράσταση δραματικού κειμένου. Ο περιορισμός σε ειδικού τύπου και περιεχομένου δραματουργία, η οποία συνδέεται άμεσα και αποκλειστικά με τις επιδιώξεις του Σχολείου («πατριωτικά σκετς»), αποτελεί «a priori» εσφαλμένη επιλογή, αφού το προφανές ηθοπλαστικό και εθνικο-πατριωτικό περιεχόμενο με την έντονη ιδεολογική και παιδαγωγική φόρτιση, έχει αποδειχθεί πλήρως ατελέσφορο για τις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις των μαθητών, αλλά και των γονέων τους. Το ίδιο όμως ακατάλληλο μπορεί να θεωρηθεί και ένα έργο από το ελληνικό ή παγκόσμιο, κλασικό ή σύγχρονο θέατρο, το οποίο παρουσιάζει δρώντα πρόσωπα («ήρωες») και δραματικές καταστάσεις εντελώς ξένες τις την ψυχολογία και τις προσδοκίες του ανήλικου κοινού, ανεξάρτητα από το είδος στο οποίο κατατάσσεται (κωμωδία, δράμα), την εποχή (19ος αιώνας, μεσοπόλεμος, μεταπολεμική περίοδος) και τον συγγραφέα (Μολιέρος, Ψαθάς, Καμπανέλλης). Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προκύψει μια καλλιτεχνικά θαυμάσια παράσταση, η οποία να αφήνει εντελώς αδιάφορους τις «φύσει» αποδέκτες της, τους μαθητές στη σκηνή και στην αίθουσα. Γιατί τις προδρομικά αναφέρει ο Μ. Κουντουράς «Το παιδικό (σχολικό) θέατρο που προσφέρει έργα τυχαία, αδιάφορο αν είναι καλλιτεχνικά ή όχι, που θέλει να μιμηθεί τον α ή β καλλιτέχνη, μάλλον βλάφτει ή ωφελεί το έργο τις αγωγής, γιατί τότε και το θέατρο αυτό άλλο δεν είναι παρά ένα καλούπι σαν εκείνα που με χίλιους καλούς ή κακούς τρόπους επέβαλε στα παιδιά το Σχολείο των Γνώσεων. Γι αυτό και μια παιδική (σχολική) παράσταση μπορεί να μην αρέσει τις θεατές που με μέτρο της κρίσης των θα είναι το κοσμικό θέατρο, κι όμως να είναι ’κείνη που πρέπει κι αντίθετα ν’ αποτύχει κατουσία και να μην υψωθεί στον προορισμό της ενώ θα έχει καταχειροκροτηθεί από τους θεατές» (Δημαράς 1985 Α΄:156). Γι αυτό και το τις παράσταση θεατρικό κείμενο, πρέπει να προέρχεται κατά βάση από την εκτενή δραματουργία του «Θεάτρου για παιδιά και νέους», που απευθύνεται ειδικά σε κοινό ανηλίκων θεατών, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ψυχο-πνευματικές παραμέτρους τις οποίες πρέπει να αντιστοιχούν και να απευθύνονται τα μηνύματα του έργου (Γραμματάς 1996).

Αλλά και οποιοδήποτε άλλο γραπτό κείμενο, λογοτεχνικό, ιστορικό, ή δημοσιογραφικό, μπορεί θαυμάσια να αποτελέσει το θέμα σκηνικής απόδοσης, μετατρεπόμενο σε δραματικό, με τη διαδικασία της διασκευής ή δραματοποίησης,. Οι τελευταίες περιπτώσεις είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσες και λειτουργικές, στις συνθήκες του σύγχρονου Σχολείου, επειδή προκύπτουν με ενεργό συμμετοχή και συνεργασία των ίδιων των μαθητών, μορφοποιώντας παραστατικά τα διδάγματα των νεότερων παιδαγωγικών απόψεων για τη μαθητοκεντρική διδασκαλία και την ομαδοσυνεργατική μάθηση. Μια τέτοια διασκευή δραματικού έργου για ενηλίκους (Σαίξπηρ, Μπρεχτ, Ίψεν) με στόχο την παράστασή του στο Σχολείο από μαθητές για μαθητές, μπορεί να αποτελέσει ιδανική περίπτωση, αν αξιοποιηθεί κατάλληλα από τον εκπαιδευτικό.

Πρωταρχικής σημασίας σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο ρόλος του εκπαιδευτικού που επιφορτίζεται με την ευθύνη για το ανέβασμα μιας θεατρικής παράστασης στο Σχολείο. Αυτός οφείλει να έχει υπόψη του όλα τα καλλιτεχνικά στοιχεία, τα οποία συνδέονται με τη δραστηριότητα που αναλαμβάνει. Γιατί η θεατρική παράσταση αποτελεί μια σύνθετη καλλιτεχνική διαδικασία, στην οποία συνυπάρχουν ισότιμα η τέχνη του λόγου και τις μουσικής, η εικαστική πλαισίωση και η διακοσμητική, η αρχιτεκτονική και ο φωτισμός, παράμετροι που υπόκεινται σε καθαρά αισθητικό έλεγχο και αξιολόγηση, πάντα τις απευθυνόμενα σε μια ιδιαίτερη κατηγορία θεατών, ενηλίκων και ανηλίκων, που συνδέονται με την εκπαίδευση.

Αυτό σημαίνει ότι το σκηνικά προβαλλόμενο θέαμα, αποτελεί συνισταμένη περισσότερων καλλιτεχνικών τομέων, όπως η σκηνοθεσία και η υποκριτική, η διακοσμητική και η μόδα, ο συγκερασμός των οποίων προκαλεί το τελικά πετυχημένο ή αποτυχημένο αισθητικό αποτέλεσμα. Ενώ τις στο επίσημο θέατρο, αυτό είναι προϊόν συνεργασίας περισσοτέρων ειδικών καλλιτεχνών (του σκηνοθέτη και του ηθοποιού, του σκηνογράφου και του μουσικού, του φωτιστή και του ενδυματολόγου), στην περίπτωση τις σχολικής παράστασης και των ευρύτερων πολιτιστικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια μιας επετείου εθνικού, θρησκευτικού ή άλλου χαρακτήρα, είναι (συνήθως) προϊόν ατομικής εργασίας του εκπαιδευτικού, ο οποίος θα επωμισθεί όλη την ευθύνη και τη φροντίδα για τη δημιουργία του τελικού αποτελέσματος. Αν στα προηγούμενα συνυπολογίσουμε και την παιδαγωγική παράμετρο και τις σχετικές προϋποθέσεις που οφείλει ο εκπαιδευτικός-εμψυχωτής να συνεκτιμά, στις επιλογές του, αφού η αποστολή του θεάτρου στο σχολείο είναι εξίσου σημαντική ως κοινωνικοποίηση, ομαδική δημιουργία και επικοινωνία, καλλιέργεια και αγωγή, τότε γίνεται φανερό ότι η σχολική θεατρική παράσταση είναι μια απαιτητική διαδικασία, η οποία προϋποθέτει γνώση και εμπειρία, δαπάνη χρόνου και χρημάτων, συνεργασία και ευθύνη, ικανού αριθμού διδασκόντων και διδασκομένων στην ίδια σχολική μονάδα.

Κατ’ αρχάς απαιτείται η ανάληψη του ρόλου του σκηνοθέτη, ο οποίος θα επιμεληθεί το συνολικό καλλιτεχνικό πρόγραμμα της σχολικής επετείου. Αυτός, πρέπει να έχει ξεκάθαρα στη συνείδησή του τους στόχους και της επιδιώξεις τις παράστασης, που αναλαμβάνει, τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις, σε σχέση πάντα με τις δυνατότητες που διαθέτει η σχολική μονάδα στην οποία ανήκει:
• Να γνωρίζει ένα μεγάλο αριθμό κειμένων από το ρεπερτόριο του θεάτρου που ενδείκνυται κάθε φορά για τις μαθητές του δικού του σχολείου και να συνεκτιμά τα ενδιαφέροντα και τις εμπειρίες τόσο αυτών που θα κληθούν να συμμετάσχουν στην παράσταση, όσο και εκείνων που θα την παρακολουθήσουν.
• Να γνωρίζει τις τεχνικές παραγωγής δραματικού κειμένου, μεταγραφής λογοτεχνικού έργου και σύνθεσης ετερογενών κειμένων (δραματοποίηση, διασκευή διακειμενική σύνθεση).
• Να προβαίνει στην ερμηνεία και επεξεργασία του έργου που προτίθεται να ανεβάσει, πριν καν αρχίσει τις πρόβες, ώστε να έχει ξεκαθαρίσει το είδος και το ύφος του έργου, τους χαρακτήρες των ηρώων, την πλοκή και τις συγκρούσεις, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι συγκεκριμένοι παιδαγωγικοί στόχοι με τρόπο έμμεσο αλλά αποτελεσματικό.
• Να μην ξεχνά ότι το τελικό αποτέλεσμα, όποιο και να είναι, οφείλει να έχει σαφέστατα καλλιτεχνική στόχευση, η οποία βέβαια χωρίς να αγνοεί ή να υποβαθμίζει την παιδαγωγική παράμετρο, να προκαλεί αισθητικό αποτέλεσμα υψηλού επιπέδου.
• Να γνωρίζει τις αυτόνομες επιμέρους μορφές θεατρικής έκφρασης στο σχολείο και να επιλέγει εκείνες που θα αποτελέσουν τη βάση για την προετοιμασία και τη στήριξη τις παράστασης (αυτοσχεδιασμό, θεατρικό παιχνίδι, δραματοποίηση).
• Να λαμβάνει υπόψη του τον ψυχισμό και τις ιδιαιτερότητες των μαθητών του, να αξιοποιεί και να αναδεικνύει τα ιδιαίτερα ψυχο-πνευματικά χαρακτηριστικά και τις σωματικές τους δυνατότητες, στοχεύοντας με πνεύμα συνεργασίας και αλληλοκατανόησης στην ενεργοποίηση του συνόλου της μαθητικής κοινότητας.
• Να διαθέτει πνεύμα συνεργατικότητας και να δέχεται τη βοήθεια άλλων συναδέλφων που λόγω ειδικότητας (μουσικός, γυμναστής, εικαστικός, καλλιτέχνης, θεατρολόγος) διαθέτουν επιστημονικές γνώσεις και ειδική εμπειρία πολύτιμη για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου αποτελέσματος.
• Να μην αγνοεί το κοινό στο οποίο απευθύνεται η παράστασή του, τους μαθητές, τους συναδέλφους, τους γονείς και κηδεμόνες, τους περίοικους, την αποδοχή και επιβράβευση των οποίων επιδιώκει με το θέαμα που παρουσιάζει.
• Να επιμένει στη σκοπιμότητα που υπηρετείται από τις εκδηλώσεις αυτού του είδους, προβάλλοντας και ενισχύοντας διακριτικά τα ζητούμενα της συγκεκριμένης εορταστικής επετείου.
• Να συνειδητοποιεί ότι η σχολική θεατρική παράσταση είναι αυτό το σύνθετο αισθητικο-καλλιτεχνικό και παιδαγωγικό γεγονός που δημιουργείται, ολοκληρώνεται και καταναλώνεται στον χώρο της σχολικής μονάδας, από τους μαθητές τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς και κηδεμόνες.

Για να πετύχει στην αποστολή του, πρέπει να ενεργοποιήσει όλη τη δυναμική των γονέων και κηδεμόνων στους οποίους απευθύνεται ως «δυνάμει» θεατές, να προκαλέσει το ενδιαφέρον τους και να διεγείρει την προσοχή τους, προκειμένου να αυξήσει τη συμμετοχικότητά τους στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα που ετοιμάζει. Περισσότερο όμως, πρέπει να κάνει κοινωνούς και συμμέτοχους στην προσπάθειά του τα μέλη της μαθητικής κοινότητας και τους εκπαιδευτικούς του σχολείου. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πετυχημένη σχολική παράσταση και γενικά δεν μπορεί να καταξιωθεί οποιαδήποτε πολιτιστική δραστηριότητα στο σχολείο, αν δεν στηρίζεται σε ολόκληρο το μαθητικό δυναμικό. Ως απαράβατο αξίωμα πρέπει να είναι η «αρχή της συμμετοχικότητας». Κάθε είδους και προέλευσης αποκλεισμοί και διακρίσεις, πρέπει να αποφεύγονται, όπως και κάθε είδους ταυτίσεις του «θεατρικού» με τον «κοινωνικό» ρόλο των μαθητών. Το καλλιτεχνικό και πολιτιστικό προϊόν είναι συλλογικό δημιούργημα. Σ’ αυτό πρέπει να συμμετέχουν όλοι, να έχουν μερίδιο ευθύνης, αλλά και δικαίωμα ανταμοιβής και ηθικής ικανοποίησης.
Για τη σωστή επιλογή των μαθητών – ηθοποιών και την αποφυγή παραπόνων και δυσμενών σχολίων τόσο από τις τις όσο και (ιδίως) από τις γονείς τους, ο εκπαιδευτικόςμε μιαν επιτροπή μπορεί να προβεί σε μια δημόσια ακρόαση μέσα στην τάξη, οι ίδιοι οι μαθητές θα υποδείξουν, ελέγχοντας πάντα διακριτικά το αποτέλεσμα και παρεμβαίνοντας με παιδαγωγική ευαισθησία, όπου αντιλαμβάνεται μεροληψία ή σκοπιμότητα.

Ο εκπαιδευτικός – σκηνοθέτης δίνει τότε ένα μικρό θεατρικό μονόλογο, ή ένα ποίημα και ζητά από τους μαθητές μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα να το παρουσιάσουν. Από το αποτέλεσμα κρίνεται αν ο ενδιαφερόμενος είναι ικανός ή όχι να πάρει τον ένα ή τον άλλο ρόλο. Επειδή κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα απλό και εύκολο, επειδή ο εκπαιδευτικός οφείλει να αποφεύγει με κάθε τρόπο την «απόδοση ρόλων» σε κάποιους μαθητές με πάγιο τρόπο (ο ψηλός και εύσωμος είναι πάντα ο ήρωας και ο αδύναμος υπηρέτης ή προδότης) και επειδή η παιδαγωγική παράμετρος του θεάτρου στο σχολείο, είναι εξίσου σημαντική όπως η καλλιτεχνική, ο εκπαιδευτικός μπορεί να προβεί σε διπλή ή τριπλή διανομή των βασικών ρόλων. Μπορεί δηλαδή τους κεντρικούς ήρωες να τους παίξουν ταυτόχρονα δύο ή τρεις (το πολύ) μαθητές, ικανοποιώντας έτσι την έντονη επιθυμία ή τις απαιτήσεις τις ομάδας. Η διπλή διανομή δεν αποτελεί «λύση ανάγκης», που επιβάλλεται στο σχολείο για παιδαγωγικούς λόγους, ισχύει συχνά ως άποψη και στο επαγγελματικό θέατρο.

Ο εμψυχωτής οφείλει να ενεργοποιήσει και να αναδείξει τα ψυχο-πνευματικά προσόντα, το ταλέντο τις δεξιότητες και τις σωματικές δυνατότητες των μαθητών του, αναθέτοντάς τους εργασίες που εκείνοι επιθυμούν σύμφωνα με τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα προσόντα τους, ως βοηθός σκηνογράφου και ενδυματολόγου, βοηθός σκηνοθέτη, τεχνικός σκηνής, μουσικός, φωτογράφος, διαφημιστής της παράστασης, οικονομικός διαχειριστής, μακιγιέρ κ.α. Κατ’ αυτό τον τρόπο το σύνολο του δυναμικού της τάξης αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, που θεωρεί εξαιρετικά πολύτιμη για το τελικό συλλογικό αποτέλεσμα, καθώς οι μαθητές συμμετέχουν, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις, γεγονός που έχει ευεργετικά αποτελέσματα και σε άλλους τομείς της σχολικής ζωής (κοινωνικότητα, απόδοση στα μαθήματα).
Παρ’ ολ’ αυτά, ο εκπαιδευτικός μόνος του δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που απαιτεί μια σύνθετη καλλιτεχνική δραστηριότητα, όπως η θεατρική παράσταση. Οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι η συνεργασία και η κατανομή αρμοδιοτήτων είναι απαραίτητη για την παραγωγή ενός ολοκληρωμένου αισθητικού και παιδαγωγικού αποτελέσματος. Κατά συνέπεια θα πρέπει να ζητήσει βοήθεια από εκείνους που «φύσει» ή «θέσει» είναι πιο ειδικοί και έμπειροι, απ’ ό,τι αυτός.

Αρχικά θα απευθυνθεί σε συναδέλφους ειδικοτήτων που ενδεχομένως βρίσκονται στο σχολείο του. Ο μουσικός, ο εικαστικός καλλιτέχνης, ο θεατρολόγος, ο γυμναστής, είναι ορισμένοι από αυτούς που μπορούν, ο καθένας στον τομέα του, να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της παράστασης. Στη συνέχεια άλλοι συνάδελφοι, που χωρίς να έχουν ειδικότητα, από ενδιαφέρον και αγάπη στο θέατρο, διαθέτουν προσωπική εμπειρία και γνώσεις, οι οποίες μπορεί να αξιοποιηθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά η συνεργασία ακόμα και με εξωσχολικούς παράγοντες δεν αποκλείεται. Αυτοί μπορεί να είναι είτε γονείς και κηδεμόνες, είτε επαγγελματίες του θεάτρου, που επ’ αμοιβή ή δωρεάν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους (ηθοποιοί, σκηνογράφοι, ζωγράφοι, αγιογράφοι, επιπλοποιοί, μουσικοί κ.α.). Τέτοια βοήθεια είναι θεμιτή και δεκτή, με την προϋπόθεση ότι προσφέρεται πάντα κάτω από την ευθύνη και την εποπτεία του εκπαιδευτικού, ο οποίος σε καμιά περίπτωση δεν αποποιείται το δικό του ρόλο.
Η συμμετοχή του εξωτερικού συνεργάτη πρέπει να περιορίζεται σε συμβουλευτικό και βοηθητικό και μόνο ρόλο, για τη δημιουργία ενός καλύτερου αποτελέσματος. Γιατί ένας τέτοιος συνεργάτης (ηθοποιός, σκηνοθέτης), ακόμα κι αν έχει μεγαλύτερη εμπειρία, γνώση και ικανότητες στο ανέβασμα μιας παράστασης από τον εκπαιδευτικό-σκηνοθέτη, αγνοεί εντελώς την πραγματικότητα του σχολείου και τους παιδαγωγικούς στόχους του θεάτρου στην εκπαίδευση. Μπορεί δηλαδή να προβεί σε επιλογές με αρνητικά αποτελέσματα εξαναγκάζοντας τα παιδιά να παίξουν ρόλους και να έχουν συμμετοχή που δεν τα ενδιαφέρει. Ακόμα λοιπόν και σε περίπτωση που υπάρχει αισθητικά καλύτερο αποτέλεσμα, ένα μεγάλο μέρος της αποστολής του σχολικού θεάτρου έχει διαφύγει και ο αρχικός στόχος και η αποστολή του έχουν καταστρατηγηθεί. Αυτό που απομένει, είναι ένα καλλιτεχνικό προϊόν που παράγεται από τους μαθητές, αλλά ελάχιστα αφορά, αφού ο στόχος του δεν είναι τόσο η δική τους ψυχο-πνευματική και σωματική έκφραση, όσο η επιβράβευση του αποτελέσματος για εκείνους που έχουν την ευθύνη (σκηνοθέτης διευθυντής του σχολείου κ.α.).

Σε διαφορετική περίπτωση ο εκπαιδευτικός συνεργαζόμενος με τον ειδικό καλλιτέχνη αποκτά στην προοπτική του χρόνου γνώσεις και εμπειρία, επάρκεια και ανεξαρτησία, ενώ επί του παρόντος περιφρουρεί το καλλιτεχνικό αλλά και παιδαγωγικό αποτέλεσμα της παράστασης.
Για να μεταφερθεί όμως ο δραματικός χώρος και χρόνος του κειμένου στη σκηνή και να μορφοποιηθεί μπροστά τις θεατές, οφείλει να λειτουργήσει ο σκηνικός και ευρύτερα ο θεατρικός χώρος, δηλαδή ο κλειστός ή ανοιχτός χώρος πάνω στον οποίο συντελείται το καλλιτεχνικό γεγονός, σε συνάρτηση πάντα με τον χώρο υποδοχής του κοινού (πλατεία), τις παροχές και δυνατότητες που προσφέρονται τόσο για τους δρώντες / ηθοποιούς (παρασκήνια), όσο και για τους θεατές (φουαγιέ, κοινόχρηστοι χώροι).

Είναι γεγονός ότι οι αντικειμενικές συνθήκες του θεατρικού χώρου επηρεάζουν καθοριστικά το αισθητικό αποτέλεσμα τις παράστασης και διαμορφώνουν την κρίση των θεατών γι αυτήν, αφού καθορίζουν τις προσληπτικές τους ικανότητες και διαμορφώνουν την ψυχολογία και τις προσδοκίες τους. Δεν είναι λοιπόν άμοιρο σημασίας το γεγονός ότι η ίδια παράσταση που παρουσιάζεται σ’ ένα αρχαιολογικό χώρο (Επίδαυρος) δημιουργεί εντελώς διαφορετική εντύπωση στον ίδιο θεατή, που ενδεχομένως την παρακολουθεί σε διαφορετική χρονική περίοδο σ’ ένα διαφορετικό (κλειστό ή ανοιχτό) χώρο. Γι αυτό και σωστά θεωρείται ότι ο ανοιχτός (και κατεξοχήν ο αρχαιολογικός χώρος) ενδείκνυται για το ανέβασμα τις τραγωδίας, χωρίς βέβαια αυτό a priori να αποκλείει κάθε άλλο ενδεχόμενο.
Στα σχολεία τις περισσότερες φορές απουσιάζει ο κατάλληλος χώρος θεάτρου, στον οποίο να μπορεί να δοθεί μια παράσταση με σχεδόν ιδανικές συνθήκες τόσο για τους ηθοποιούς, όσο και για τους θεατές. Συχνή είναι η παρουσία μιας αίθουσας πολλαπλών χρήσεων με ελλιπή (τις φορές) υλικοτεχνική υποδομή, ενώ, στην καλύτερη των περιπτώσεων, υπάρχει μια ιταλική / μετωπική σκηνή, η οποία δεν πληροί καμία προδιαγραφή για την ανάπτυξη του σκηνικού θεάματος (απουσία βάθους, έλλειψη τεχνικού εξοπλισμού κ.α.). Σύνηθες είναι τέλος το φαινόμενο της ένωσης δύο συνεχόμενων αιθουσών διδασκαλίας, οι οποίες διαχωρίζονται με λυόμενη κατασκευή, ώστε να δημιουργηθεί μια ενιαία, που και πάλι απέχει πολύ από το να θεωρηθεί θεατρική.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι εκπαιδευτικοί είτε αδυνατούν και αρνούνται να ανεβάσουν μια θεατρική παράσταση, είτε (σε περίπτωση που το κάνουν) μοιραία οδηγούνται σ’ ένα «εκ των προτέρων» υπονομευμένο θέαμα, χωρίς δική της υπαιτιότητα. Παρ’ όλ’ αυτά είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί το συγκεκριμένο πρόβλημα και να δοθούν εύστοχες και εφικτές λύσεις, (εφόσον βέβαια κάτι τέτοιο θεωρείται αναγκαίο), αρκεί να υπάρχει η σχετική θεωρητική κατάρτιση και εμπειρία. Ενδεικτικά και μόνο μπορούμε να προτείνουμε την μετατροπή της κλασικής ιταλικής (μετωπικής) σκηνής σε ελισαβετιανή, με την προέκτασή της στην πλατεία για τους ηθοποιούς. Μπορεί να αξιοποιηθεί μια αίθουσα γυμναστηρίου, ή ένας μεγάλος ανοιχτός ή κλειστός χώρος και να στηθεί μια σκηνή πάνω σ’ ένα αυτοσχέδιο πατάρι, γύρω από το οποίο να τοποθετηθούν οι θεατές σε καθίσματα που θα περιβάλλουν κυκλικά τη σκηνή (κυκλική σκηνή ή αρένα). Τέλος μπορεί να δημιουργηθεί μια πολυμετωπική ή πολυμορφική σκηνή, που θα μεταφέρεται σε άλλο χώρο (κλειστό ή ανοιχτό) ανάλογα με την υπόθεση του έργου και οι θεατές θα μετακινούνται, παρακολουθώντας τη δράση σε διαφορετικό χώρο. Με τέτοιους τρόπους, ο εκπαιδευτικός που αναλαμβάνει τον ρόλο του σκηνοθέτη και γενικότερα επιφορτίζεται με την οργάνωση μιας πολιτιστικής εκδήλωσης στο σχολείο, μπορεί να αντιμετωπίσει πιθανά προβλήματα και ελλείψεις και να αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο τρόπο τη δυναμική του δικού του σχολείου. (Γραμματάς-Τζαμαργιάς 2004: 35-39). Μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο η σχολική θεατρική παράσταση πραγματοποιεί την αποστολή της: δημιουργείται, ολοκληρώνεται και καταναλώνεται ως αισθητικό-καλλιτεχνικό και μορφο-παιδευτικό αγαθό στη σχολική μονάδα, από άτομα που με οποιοδήποτε τρόπο εμπλέκονται στο σύστημα παροχής και απόκτησης αγωγής και παιδείας.

Ένας τελευταίος, αλλά καθόλου αμελητέος παράγοντας για τη δημιουργία μιας πετυχημένης καλλιτεχνικής εκδήλωσης στο Σχολείο, είναι η απουσία υλικοτεχνικής υποδομής. Αποτελεί ένα σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα, που συχνά αποθαρρύνει (όχι άδικα) τις εκπαιδευτικούς από το να αναλάβουν τη διοργάνωση μιας θεατρικής παράστασης. Γιατί δεν είναι μόνο η έλλειψη του κατάλληλου σκηνικού χώρου, που μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις τρόπους που υποδείχθηκαν προηγουμένως. Είναι κυρίως η αδυναμία να δημιουργηθούν οι πρόσφορες συνθήκες εποπτείας, ώστε ο σκηνικός λόγος να προσληφθεί ικανοποιητικά από τις θεατές στην πλατεία. Οι μικροφωνικές εγκαταστάσεις και ο φωτισμός, το βεστιάριο και τα σκηνικά, συνήθως είναι από πενιχρά έως ανύπαρκτα, με μοιραία υποβάθμιση του αισθητικού αποτελέσματος της παράστασης.
Ενώ όμως για την αντιμετώπιση άλλων δυσκολιών προτείνονται εφικτές λύσεις, η συγκεκριμένη περίπτωση είναι εξαιρετικά δύσκολη, γιατί απαιτεί υψηλό οικονομικό κόστος, στο οποίο κανένας σχολικός προϋπολογισμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί.

Ως ενδεικτικές τέτοιες προτάσεις, μπορεί να κατατεθούν οι ακόλουθες:
i. Η σταδιακή απόκτηση τεχνολογικού εξοπλισμού από τα έσοδα των παραστάσεων και άλλων καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων, έτσι ώστε μέσα σε μια πενταετία να έχουν αγοραστεί τα απαραίτητα για την εγκατάσταση φωτισμού και μικροφώνων
ii. Παρόμοια σταδιακή δημιουργία βασικών σκηνικών και βεστιαρίου για τις αντιπροσωπευτικές παραστάσεις έργων που τυπικά παρουσιάζονται κάθε έτος κατά τη διάρκεια των επισήμων πολιτιστικών εκδηλώσεων (Χριστούγεννα, 28η Οκτωβρίου, 25η Μαρτίου κ.α.)
iii. Αξιοποίηση των συναδέλφων ειδικοτήτων και δημιουργία καλλιτεχνικών έργων (εικαστικά) που ταυτόχρονα μπορεί να αξιοποιηθούν εντασσόμενα σε μια σχολική παράσταση
iv. Ενεργοποίηση του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων και αφιλοκερδής προσφορά υλικών, αντικειμένων, σκευών και εξοπλισμού που μπορεί να αξιοποιηθεί ανάλογα
v. Έμφαση στην ανακύκλωση υλικών και συλλογή όσων μπορεί να χρησιμεύσουν για κάποια παρούσα ή μελλοντική θεατρική χρήση
vi. Δημιουργία αποθηκευτικών χώρων που πληρούν τις προϋποθέσεις για φύλαξη και επεξεργασία των υλικών

Με παρόμοιες δραστηριότητες και πάνω απ’ όλα με την ενεργοποίηση και τη φιλοτιμία των εκπαιδευτικών, αλλά και την αμοιβαία συνεργασία διδασκόντων και διδασκομένων, μπορεί να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να προκληθεί ένα πετυχημένο σκηνικό αποτέλεσμα.

(Από το βιβλίο : Θόδωρος Γραμματάς – Τηλέμαχος Μουδατσάκις, «Θέατρο και Πολιτισμός στο Σχολείο. Για την επιμόρφωση Εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», Ρέθυμνο, ΕΔΙΑΜΜΕ, 2008, 56-66).

GreekEnglish