«Το Θέατρο ως Πάμμουσος Παιδαγωγία»

1. Προκλήσεις και αδιέξοδα της Εκπαίδευσης στην εποχή της ύστερης νεοτερικότητας

Η πραγματικότητα που δημιουργήθηκε σε κοινωνικό, πολιτισμικό, επικοινωνιακό και παιδαγωγικό επίπεδο στο τελευταίο τέταρτο του περασμένου αιώνα, διαμόρφωσε νέα δεδομένα και προκάλεσε νέες καταστάσεις, που οδήγησαν σε αδιέξοδα και προκάλεσαν αντιφάσεις, που ακόμα δεν έχουν βρει την ικανοποιητική τους απάντηση. Το εκπαιδευτικό σύστημα ανέτοιμο και ευάλωτο στις τόσες και τέτοιες προκλήσεις, υποχρεούται εκ των πραγμάτων να αναδιπλωθεί και να προχωρήσει σε μια νέα ενδοσκόπηση και αναπροσδιορισμό των στόχων του, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καινοφανή δεδομένα. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος και η πλήρης ανατροπή της ιδεολογίας που το στήριζε, η πτώση του τείχους του Βερολίνου και αντίστοιχα η κατάργηση της ψυχολογίας που είχε επιφέρει ο ψυχρός πόλεμος δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση και εδραίωση της παγκοσμιοποίησης, ως νέου πεδίου αναφοράς και νοηματοδότησης της ανθρώπινης δράσης.
Το μεταναστευτικό ρεύμα των ατόμων του τρίτου κόσμου προς τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης και ιδιαίτερα της Ευρώπης, μετά την τελευταία προς ανατολάς διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιούργησε μια επίσης νέα κοινωνική πραγματικότητα, που ανέτρεψε άρδην την μέχρι τώρα επικρατούσα. Η πολυπολιτισμικότητα και η ετερογένεια των κοινωνιών του άλλοτε «δυτικού κόσμου» αποτελεί πια κατάσταση αδιαμφισβήτητη μη αναστρέψιμη, ούτε δυνάμενη να επανέλθει στην προηγούμενη. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, η εμφάνιση εθνοφοβικών αντιλήψεων και η εχθρική αντιμετώπιση προς τον οποιοδήποτε «ξένο», αποτελούν κοινούς τόπους, που ολοένα και πιο απειλητικά κάνουν την εμφάνισή τους στις σύγχρονες μετα-βιομηχανικές κοινωνίες, παρά τις περί του αντιθέτου επίσημες εξαγγελίες και διακηρύξεις από υπεύθυνους κρατικούς φορείς και παγκόσμιους οργανισμούς που προωθούν την άποψη περί πολιτισμικής ανεκτικότητας και αποδοχής της ετερότητας.
Σε άμεση συνάρτηση προς αυτά βρίσκεται και η μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση, με τα αδιέξοδα στη συλλογική διαχείριση του πλούτου και των παραγωγικών πηγών του εξαιτίας της ανάδυσης νέων δυναμικών αγορών που ανακατανέμουν τη διακίνηση των κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο και αναδιατάσσουν τα κέντρα λήψεως αποφάσεων δημιουργώντας μια εντελώς διαφορετική εικόνα γι’ αυτό που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε ως «φτωχή Ανατολή» σε αντιπαράθεση προς την «πλούσια Δύση».
Μέσα σ’ όλα αυτά και σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας τους, το οικολογικό πρόβλημα προβάλλει πιο επιτακτικά από ποτέ και απαιτεί ριζική και συλλογική αντιμετώπιση άμεσα, από όλους τους φορείς της οικονομικής και βιομηχανικής προόδου που ευθύνονται για τις κλιματικές αλλαγές που απειλούν το μέλλον του πλανήτη και θέτουν σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου.
Κινούμενο μέσα στα πλαίσια ενός τέτοιου περιβάλλοντος, το εκπαιδευτικό σύστημα ακροβατεί ανάμεσα στον ακραίο θετικισμό με τις απαιτήσεις της κοινωνίας της γνώσης και της πληροφορία από τη μια και τις ανάγκες για μια ουσιαστική παιδεία και διαμόρφωση της προσωπικότητας των υποκειμένων της αγωγής, των παιδιών και των νέων από την άλλη.
Η εξειδίκευση και η κατάκτηση της εφαρμοσμένης γνώσης που θα εγγυηθούν και θα εξασφαλίσουν (στη συνέχεια) μια περίοπτη θέση στην αγορά εργασίας, έχουν εκτοπίσει και υποβαθμίσει εντελώς την ψυχο-πνευματική καλλιέργεια των νέων γενεών, που ανερμάτιστες και ανέτοιμες ψυχικά και πνευματικά οδηγούνται βεβιασμένα στην επιδίωξη του μοναδικού θεωρούμενου στόχου, της επιτυχίας με αποκλειστικά και μόνο οικονομικό και υλιστικό περιεχόμενο.
Κατ’ αυτό τον τρόπο η ουσιαστική «θητεία» και η «μαθητεία» στη μόρφωση και τη γνώση έχουν αντικατασταθεί από την ταχύρρυθμη κατάρτιση, η επιδίωξη της ενημέρωσης και της άμεσης πληροφόρησης έχουν υποκαταστήσει την εμβάθυνση στα γεγονότα και τον αναστοχασμό, με βάση τα διαδραματιζόμενα. Η απλουστευτική δυναμική της εικόνας έχει εκτοπίσει την πολυσημία της λεκτικής επικοινωνίας και η ηλεκτρονική διακίνηση της γνώσης έχει θέσει στο περιθώριο τη διαδικασία της ανάγνωσης. Κατ’ αυτό τον τρόπο η καλλιέργεια της προσωπικότητας έχει υποκατασταθεί από την εκμάθηση χρηστικών πληροφοριών και δεδομένων εμπειρικού χαρακτήρα, η τεχνολογία, η πληροφορική, τα πολυμέσα έχουν αναχθεί σε πανάκεια, που έχουν αλλοιώσει πλήρως το ουσιαστικό νόημα της έννοιας «Παιδεία» και έχουν αποπροσανατολίσει τα ενδιαφέροντα και τους σκοπούς της σύγχρονης εκπαίδευσης. Τα παιδαγωγικά οράματα και οι επιδιώξεις των πιονιέρων της Παιδαγωγικής, έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στους σχεδιασμούς των τεχνοκρατών, με αποτέλεσμα το Σχολείο από φυτώριο νέων προσωπικοτήτων να καταλήξει σε θερμοκήπιο παραγωγής καταναλωτικών συνειδήσεων για αγορά προϊόντων, σε μια άκρως υλιστική και τεχνοκρατική κοινωνία. Αλλά και αυτή η τελευταία με τη σειρά της, εξαιτίας των αλλαγών που συντελούνται ραγδαία στην οικονομία τόσο σε εθνικό, όσο και παγκόσμιο επίπεδο, βλέπει τα μέχρι σήμερα αδιαμφισβήτητα στηρίγματά της, την αγοραστική δύναμη και τον καταναλωτισμό, να συμπαρασύρονται και να εκδημενίζονται κάτω από τη δυναμική των μετασχηματισμών που συντελούνται στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Όπως συνέβη και άλλοτε στο παρελθόν, ο θεωρούμενος ως αυτοσκοπός φτάνει κάποτε στα όριά του και καταδείχνεται η ανεπάρκεια και η αδυναμία του αν χωριστεί και αυτονομηθεί από ένα ευρύτερο αξιολογικό πλέγμα σχέσεων και αντιλήψεων που, όλες μαζί, συγκροτούν την επικαιροποιημένη κάθε φορά και για κάθε εποχή αξία της Παιδείας, ως μόνου τελικού ζητουμένου του εκπαιδευτικού συστήματος στο σύνολό του. Έχοντας λοιπόν καταλήξει σχεδόν στο μη περαιτέρω, το ισχύον πρότυπο αγωγής και εκπαίδευσης των ανηλίκων, έχοντας αποτύχει να αποτελέσει από μόνο του επαρκές «όχημα» δια του οποίου μπορεί ο πολιτισμός να εξελιχθεί και ενδεχομένως να μεταλλαχθεί, στρέφεται σε μια νέα διάσταση, που ουσιαστικά είναι τόσο παλιά όσο η ίδια η εκπαίδευση, η οποία προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη στην αυγή του 21ου αιώνα: την ανθρωπιστική παιδεία και την αναγκαιότητα των τεχνών για την καλλιέργεια της προσωπικότητας των μαθητών. Την ανθρωποποίηση του όλου συστήματος αγωγής των νέων γενεών, με στόχο την ανάπτυξη μιας νέας συνείδησης στους πολίτες του μέλλοντος, που θα μπορέσουν να διαχειριστούν τα όποια προβλήματα έχουν συσσωρευθεί, να επινοήσουν λύσεις και να δώσουν προοπτικές εκεί που σήμερα φαίνονται αδιέξοδα, με γνώμονα τον άνθρωπο και όχι το κέρδος.

2. Νέος Ανθρωπισμός-Νέο Σχολείο

Υπάρχει απάντηση, υπάρχει ένας «άλλος λόγος» στα διαγραφόμενα αδιέξοδα της εκπαίδευσης; Μπορεί ο άνθρωπος της νέας χιλιετίας να χειραγωγήσει τα νέα δεδομένα προς όφελος του ίδιου του πολιτισμού;
Η Ιστορία μας έχει δείξει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Ότι η ανθρωπότητα πορεύεται με διαδοχικά αυξομοιούμενη αποτελεσματικότητα στις ενέργειές της και το μέλλον κάθε φορά διαγράφεται διαφορετικά, άλλοτε με ευθύγραμμη προέκταση του παρόντος και άλλοτε με σπειροειδή επαναφορά του παρελθόντος, με διαλεκτικό πάντα βηματισμό. Όπως λοιπόν μετά την μακραίωνη περίοδο του Μεσαίωνα προέκυψε η Αναγέννηση, που οδήγησε την ανθρωπότητα σε ανώτερα στάδια πολιτιστικής δημιουργίας και έθεσε τα θεμέλια για την μετέπειτα πορεία της, έτσι και σήμερα ευελπιστούμε βάσιμα και προσδοκούμε μια νέα Αναγέννηση η οποία (όπως η αρχετυπική) δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στις ανθρωπιστικές αξίες του κλασικού πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας, όπως αυτές δημιουργήθηκαν τότε, αλλά καθιερώθηκαν διαχρονικά και παγκόσμια. Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο δια της Παιδείας, της συστηματικής και πολυδιάστατης επενέργειας της γνώσης, της μόρφωσης και της αγωγής στα ανήλικα άτομα που εκπαιδεύονται μέσα σε κατάλληλα διαμορφωμένο μαθησιακό περιβάλλον: το Νέο Σχολείο του 21ου αιώνα που θα στηρίζεται σε αρχές και αξίες που ανέδειξαν τον Άνθρωπο και τον ξεχώρισαν ως έμβιο ον επί γης. Το Σχολείο αυτό θα αναθεωρήσει τα ισχύοντα παιδαγωγικά πρότυπα και θα επαναπροσδιορίσει τις κυρίαρχες αξίες. Θα ενισχύσει τις διαπροσωπικές σχέσεις και θα αναπτύξει νέους τρόπους επικοινωνίας. Θα δημιουργήσει σύγχρονους, σύνθετους δρόμους εκπαιδευτικής διαδικασίας που ανανεώνουν τις παραδοσιακές μεθόδους μάθησης και διδασκαλίας και προβάλλουν το ιδανικό της ανθρωποκεντρικής αγωγής και παιδείας. Θα αναπροσανατολίσει τους στόχους της Εκπαίδευσης που έχουν αποπροσανατολισθεί κάτω από την επίδραση συγκεκριμένων συνθηκών που τείνουν να εκλείψουν από τη σύγχρονη πολιτιστική πραγματικότητα και θα υλοποιήσει τα όνειρα και τα οράματα των παιδαγωγών του μέλλοντος.

3. Νέες Τάσεις-Νέα Μέσα

Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται ήδη καταξιωμένες παιδαγωγικές μέθοδοι και συντείνουν σύγχρονες διαδικασίες μάθησης και διδασκαλίας, που προκύπτουν από τα πορίσματα ερευνών που κινούνται σε τομείς άμεσα σχετιζόμενους με την Αγωγή και την Εκπαίδευση, το Θέατρο και την αισθητική Αγωγή. Ανάμεσά τους μπορούμε να συμπεριλάβουμε τη διαθεματικότητα και τη διεπιστημονικότητα, την ομαδοσυνεργατική μάθηση και την μαθητοκεντρική διδασκαλία, τη βιωματικότητα στη γνώση και τη διαδραστική επικοινωνία που απορρέουν από τη δραματοποίηση και το θεατρικό παιχνίδι, τη διακειμενικότητα και το χάπενινγκ, ως σύγχρονες μορφές και τρόπους σχολικής εκπαίδευσης που, στο σύνολό τους, διευρύνουν βελτιώνουν και ανανεώνουν άλλες παραδοσιακές μεθόδους που ίσχυαν μέχρι σήμερα.
Τα σύγχρονα αυτά μέσα μάθησης και διδασκαλίας:
• αξιοποιούν το σύνολο των ψυχο-πνευματικών δυνατοτήτων των μαθητών, χωρίς να περιορίζονται αποκλειστικά στη διανοητική λειτουργία
• ενεργοποιούν το λανθάνον δυναμικό της προσωπικότητάς τους
• αναπτύσσουν πολυδιάστατα τη συνεργατικότητα των μελών της ομάδας
• δημιουργούν συναισθηματική εμπλοκή, που προκαλεί τη βιωματική μάθηση
• ενδυναμώνουν την επικοινωνιακότητα και διαμορφώνουν διαδραστικό περιβάλλον μάθησης
• αναπτύσσουν συνθήκες εποπτείας και αμεσότητας στη σχέση του μαθητή με τη διδασκόμενη ύλη
• ενισχύουν την αυτοέκφραση και τις διαπροσωπικές σχέσεις
• καλλιεργούν τη φαντασία και το συναίσθημα, τις ψυχικές και πνευματικές δυνατότητες των μαθητών
• μετεξελίσσουν τις παραδοσιακές παιδαγωγικές σχέσεις μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων
• δημιουργούν ευεπίφορο μαθησιακό περιβάλλον
• αποενοχοποιούν τη διαδικασία μάθησης, προσδίδοντας σ’ αυτήν παιγνιώδη χαρακτήρα
• ευνοούν την αισθητική και καλλιτεχνική έκφραση
• ενδυναμώνουν τη δημιουργικότητα
• πραγματοποιούν πολυδιάστατα την αποστολή του Σχολείου
Όλα αυτά μπορούν να πραγματοποιηθούν με την ανάπτυξη νέων τρόπων διδασκαλίας και μάθησης που στηρίζονται στην αξιοποίηση των Τεχνών και ιδιαίτερα του Θεάτρου ως σύνθεσης καλλιτεχνικής έκφρασης και ιδιάζοντος επικοινωνιακού συστήματος.

4. Το Θέατρο στην Εκπαίδευση

Ο προσδιορισμός της έννοιας και ο καθορισμός των παραμέτρων της, δεν είναι ούτε αυτονόητος, ούτε απλός, όπως φαίνεται εξ αρχής. Αυτό οφείλεται στο εύρος που διαθέτουν τα δύο αυτόνομα συστατικά που τη συναπαρτίζουν ισότιμα, Θέατρο από τη μια, Εκπαίδευση από την άλλη, τα οποία επιβάλλουν από τη φύση τους πολυδιάστατη προσέγγιση.
Αν επιχειρήσουμε να διατυπώσουμε κάποιους επιμέρους προσδιορισμούς, θα πρέπει να κινηθούμε τόσο αποφατικά όσο και καταφατικά και να παρουσιάσουμε τη σκέψη μας ακολούθως:
Το Θέατρο στην εκπαίδευση δεν είναι:
i. μόνο παράσταση, αλλά και αυτή, αφού σε παρόμοια περίπτωση θα απουσίαζαν πολλά από τα συστατικά που νοηματοδοτούν το σχετικό πεδίο δράσης με την παιδαγωγική κυρίως αποστολή, τη διδακτική μεθοδολογία και το παιγνιώδες περιεχόμενο της έννοιας
ii. μόνο διδακτική μεθοδολογία, αλλά εμπεριέχει και αυτή, αφού σε παρόμοια περίπτωση θα συρρικνωνόταν το ευρύτερο περιεχόμενό του σε τεχνικές και κώδικες χωρίς αυτοσκοπό, ούτε αισθητικό χαρακτήρα, που εργαλειοποιούν και σχολειοποιούν την τέχνη του ως παραστατική έκφραση και επικοινωνία
iii. μόνο αυτοσκοπός ως καλλιτεχνική δράση, αλλά εμπεριέχεται και αυτή ισόρροπα, αφού σε παρόμοια περίπτωση θα έχανε το λόγο ύπαρξής του στο Σχολείο και την παιδαγωγική του αποστολή και θα μετατρεπόταν σε απλό μέσο κοινωνικής προβολής με αισθητικό καθαρά περιεχόμενο
iv. μόνο παιδαγωγική στόχευση, αλλά την περιλαμβάνει αφού σε παρόμοια περίπτωση θα καταλήγαμε σε πλήρη υποβάθμιση και εξοβελισμό της καλλιτεχνικής πλευράς του, ως κατεξοχήν μορφή σύνθετης Τέχνης
Όπως λοιπόν γίνεται αντιληπτό, το Θέατρο στο σχολείο εντάσσεται ολοκληρωτικά μέσα στα πλαίσια του εκπαιδευτικού συστήματος, ως οργανωμένου και ιεραρχημένου συνόλου αρχών και αξιών, γνώσεων και δεξιοτήτων, εμπειριών και εννοιών που στο σύνολό τους προάγουν, καλλιεργούν και διαμορφώνουν τον ψυχικό και πνευματικό κόσμο των μαθητών. Αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στη συγκεκριμένη σχολική μονάδα κάθε φορά, ολοκληρώνεται μέσα στον χώρο της, εκφράζεται από τα μέλη της (διδάσκοντες, διδασκομένους και εμπλεκομένους στην εκπαιδευτική διαδικασία), καταναλώνεται και προσλαμβάνεται ως θέαμα μόνο απ’ αυτούς.
Η εκ του αντιθέτου, καταφατική αυτή τη φορά, προσέγγιση του ζητουμένου, μπορεί να μας καταδείξει ότι το Θέατρο στο Σχολείο ως παιχνίδι και ως παράσταση, ως δραματοποίηση και ως χάπενινγκ, μπορεί να αποτελέσει το κατεξοχήν όχημα καλλιτεχνικής παιδείας και αισθητικής αγωγής, αφού :
i. ξεκινά από τις απλές, μονοδιάστατες δράσεις, που εκτυλίσσονται μέσα στην τάξη ή έξω απ’ αυτή, για λόγους ψυχαγωγικούς, παιδαγωγικούς και λιγότερο θεατρικούς, στηριζόμενες στην έννοια του «ρόλου» της «σύμβασης» και της «υπόκρισης», ως μορφές έκφρασης και επικοινωνίας, ενώ φτάνει μέχρι τις πιο σύνθετες και πολυσημικές, που απαιτούν και προϋποθέτουν ειδικές συνθήκες και προετοιμασίες για να μορφοποιηθούν
ii. περιλαμβάνει ενέργειες που μπορούν να εκδηλωθούν εξατομικευμένα ή συλλογικά, υποκειμενικά ή ομαδικά, σε ενδοταξικό ή ενδοσχολικό περιβάλλον, με αντίστοιχη ανάπτυξη διαφορετικών συνθηκών δημιουργίας, αλλά και πρόσληψης
iii. διαθέτει ισότιμα παιδαγωγικό και καλλιτεχνικό περιεχόμενο, με αναλογία που αυξομειώνεται σύμφωνα με την απλοϊκότητα ή συνθετότητα της θεατρικότητας που περιλαμβάνεται στην εκάστοτε δράση, αποσκοπώντας ταυτόχρονα στην παραγωγή αισθητικού αποτελέσματος και την αντίστοιχη υποδοχή του από τους φυσικούς αποδέκτες του (μαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς, κηδεμόνες, συγγενείς) την τέρψη και την καλλιτεχνική συγκίνηση, τη διαπαιδαγώγηση και την ψυχαγωγία
iv. αναπτύσσεται παράλληλα και ανεξάρτητα με ποικιλία ενεργειών που εμφανίζονται παρατακτικά, αθροιστικά, διαδοχικά ή συνθετικά, αναγόμενες σε μία κατηγορία που λόγω της φύσης και των ειδοποιών χαρακτηριστικών της αποκαλείται συνολικά «Θέατρο»

5. Το Θέατρο ως «Παμμουσία Τεχνών»

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, γίνεται σαφές ότι το Θέατρο γενικότερα και το Θέατρο στην Εκπαίδευση ειδικότερα, με τις ποικίλες μορφές που λαμβάνει, αποτελεί μια συνισταμένη των Τεχνών το σύνολό τους, ένα πεδίο συνδιαλλαγής και συνάρθρωσης όλων των Μουσών που αντιπροσωπεύουν και μορφοποιούν δηλωτικά τις ποικίλες όψεις της Παιδείας και της πολιτιστικής δημιουργίας.
Μια τέτοια ΄΄ πάμμουσος παιδαγωγία΄΄ για να συντελεστεί, απαιτεί εμπεριστατωμένη γνώση, θεωρητική κατάρτιση παιδαγωγική επάρκεια, θεατρολογική ενημέρωση, θεατρική εμπειρία, αισθητική καλλιέργεια, ενώ παράλληλα προϋποθέτει φαντασία και οραματισμό, ευρύτερο παιδαγωγικό σχεδιασμό και συνεργασία των εκπαιδευτικών με τους εκπαιδευόμενους αλλά κυρίως του μόνιμου και έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού της σχολικής μονάδας με τους καθηγητές ειδικοτήτων (θεατρολόγο, μουσικό, εικαστικό κ.α.).
Δεν είναι άστοχη ούτε περιττή (το αντίθετο μάλιστα επιδιώκεται) η συνεργασία με εξωσχολικούς καλλιτέχνες και ειδικούς (ζωγράφος, ενδυματολόγος, χορογράφος, μουσικός κ.α.), είτε αυτοί άμεσα ή έμμεσα συνδέονται με τη συγκεκριμένη σχολική μονάδα (γονείς, συγγενείς μαθητών), είτε συνεργάζονται επ’ αμοιβή ή εθελοντικά, ύστερα από σχετική πρόταση-πρόσκληση του σχολείου.
Η συνεργασία αυτή θα επιτρέψει την παραγωγή ενός πολυδύναμου, σχετικά άρτιου από αισθητική και καλλιτεχνική άποψη αποτελέσματος, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτής της πλευράς της έννοιας «Θέατρο».
Για να ικανοποιούνται όμως και οι παιδαγωγικές παράμετροι της ίδιας έννοιας, όπως αυτή υλοποιείται στο «Σχολείο», ο εκπαιδευτικός σε καμιά περίπτωση δε θα εκχωρεί τα διακαιώματά του στον εξωσχολικό καλλιτέχνη, ούτε θα υποκαθίσταται πλήρως από αυτόν, αλλά θα συνεργάζεται μαζί τιυ, θα ακολουθεί τις υποδείξειες και θα δέχεται τη βοήθειά του. Το τελικό όμως καλλιτεχνικό και παιδαγωγικό αποτέλεσμα θα έχει τη δική του σφραγίδα και θα είναι προϊόν συλλογικής εργασίας που γίνεται, ολοκληρώνεται και παρουσιάζεται μέσα στο χώρο του σχολείου, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες και προσδοκίες των συντελεστών και των αποδεκτών του (μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς και κηδεμόνες).
Μ’ αυτό το περιεχόμενο και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια μπορούμε να νοήσουμε το Θέατρο στην Εκπαίδευση ως Ειδική Διδακτική και μέθοδο Διδασκαλίας, ως πολιτιστική ενασχόληση και πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης, τόσο μέσα στη σχολική τάξη, όσο και έξω απ’ αυτήν, τόσο στον καθαρά σχολικό όσο και στον ελεύθερο χρόνο. Έχοντας επίκεντρο αυτές τις δράσεις και πλαίσιο αναφοράς τις ποικίλες μορφές με τις οποίες η θεατρική δημιουργία εμφανίζεται στο Σχολείο, μπορούμε να αντιληφθούμε τους λόγους για τους οποίους αυτό αποτελεί όχι μόνο το έναυσμα και την αφετηρία, αλλά το όχημα σημασίας και το πεδίο αναφορά της εκπαίδευσης των ανηλίκων, σ’ όλο το φάσμα του συστήματος της α/βάθμιας και β/βάθμιας εκπαίδευσης.
Ο συγκερασμός όλων αυτών των μορφοποιητικών δεδομένων και των παραμέτρων που τα πλαισιώνουν κατά περίπτωση, σε συνάρτηση πάντα προς το διδακτικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο της έννοιας «Θέατρο στο Σχολείο», αποτελούν τις σταθερές βάσεις πάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί το Σχολείο του μέλλοντος.
Ως επιμέρους τομείς έκφρασης των μορφών τέχνης που συνυπάρχουν αρμονικά στο Θέατρο και συγκροτούν το τελικό αισθητικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που αυτό παρουσιάζει, μπορούμε να αναφέρουμε τους ακόλουθους.
i. Λογοτεχνία
Αφετηρία της θεατρικής παράστασης και πρωταρχικό συστατικό της (τουλάχιστον σε μια παραδοσιακή, προγενέστερη από τη σύγχρονη μορφή), αποτελεί το κείμενο, ως μορφή του γραπτού εντέχνου λόγου.
Το «δράμα», γιατί αυτός είναι ο ακριβής ορισμός της θεατρικής λογοτεχνίας, περιλαμβάνει όλα τα ειδοποιά χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού έργου (συνδηλωτικός λόγος, μεταφορά, μετωνυμία, εφέ, συγκινησιακή φόρτιση, συναισθηματικός πλούτος), που το καθιστούν είδος Τέχνης με αυτόνομη ύπαρξη.
Παράλληλα όμως, μέσα από το κείμενο, ανεξαρτήτως της αισθητικής του (ρεαλισμός, κλασικισμός, υπερρεαλισμός, νατουραλισμός) και του είδους στο οποίο ανήκει (δράμα, τραγωδία, κωμωδία, φάρσα), το δραματικό έργο αποτελεί φορέα υψηλών αξιών και μηνυμάτων που τέρπουν και διαπαιδαγωγούν, καλλιεργούν τη συνείδηση και μέσα από την αισθητική συγκίνηση διαμορφώνουν την προσωπικότητα των θεατών, κατεξοχήν των ανηλίκων, στους οποίους απευθύνεται.
Προστάτιδες και εκπρόσωποι αυτής της Τέχνης του γραπτού λόγου, μπορεί να θεωρηθούν οι Μούσες της αρχαιότητας Ευτέρπη, Ερατώ και Καλλιόπη.

ii. Υποκριτική-Επικοινωνία
Σημαντική παράμετρο στην άσκηση του παιδευτικού ρόλου του Θεάτρου στην Εκπαίδευση (ως παράστασης), αποτελεί η διαδικασία συμμετοχής και μορφοποίησης του ρόλου από τον μαθητή / ηθοποιό, αλλά και τον εκπαιδευτικό/ σκηνοθέτη. Η ανάπτυξη της υποκριτικής και των κωδίκων της (μορφολογικός, φωνητικός, κινησιολογικός) ασκεί τους ανήλικους ηθοποιούς στην ορθή έκφραση, άρθρωση και εκφορά του λόγου, επικουρώντας ουσιαστικά τη γλωσσική εκπαίδευση και επάρκειά τους.
Ταυτόχρονα, η συνειδητή αποποίηση του φυσικού και η ανάληψη του θεατρικού ρόλου, ενισχύει την εκφραστικότητα και την επικοινωνιακότητά τους και βελτιώνει αισθητά τα εκφραστικά τους μέσα. Τέλος, η σωματική άσκηση, η κίνηση και η ένταξή τους στο σκηνικό χώρο, αλλά και η σχέση τους με τα άλλα άτομα της ομάδας που ως ηθοποιοί μετέχουν στο ίδιο θέαμα, ενδυναμώνει τις δυνατότητες σωματικής έκφρασης και (με την παντομίμα και τον αυτοσχεδιασμό) αναπτύσσει τον αλεκτικό τρόπο επικοινωνίας.
Εξίσου όμως σημαντικός είναι και ο ρόλος που διαδραματίζουν οι επικοινωνιακοί θεατρικοί κώδικες στη διδασκαλία και τη γενικότερη «σκηνική» παρουσία του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη. Αυτός, έχοντας επίγνωση της αποστολής του αξιοποιεί κατάλληλα στοιχεία και τεχνικές του θεάτρου σε μια σκηνοθετούσα παιδαγωγία, δια της οποίας πραγματοποιεί κατά τον καλύτερο τρόπο την αποστολή του.
Η Μελπομένη, η Θάλεια και ιδιαιτέρως η Πολύμνια βρίσκουν εδώ περίοπτη θέση.

iii. Τραγούδι-Απαγγελία
Αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της θεατρικής έκφρασης, που μπορεί να εμφανίζονται αυτοτελώς ή ανεξάρτητα, ως επιμέρους καλλιτεχνικές δράσεις ενός πολυθεάματος, να συνενώνονται σ’ ένα ειδικό πεδίο θεατρικής σύνθεσης (αναλόγιο), ή να είναι ενσωματωμένα ως επιμέρους στοιχεία μιας παράστασης.
Με την επενέργειά τους, οι μαθητές αναπτύσσουν κάποια εκφραστικά τους μέσα, παράγουν καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και αντίστοιχα προκαλούν αισθητική συγκίνηση στο κοινό που τους παρακολουθεί.
Η Καλλιόπη, η Ευτέρπη, αλλά και η Τερψιχόρη παρακολουθούν και προστατεύουν.

iv. Μουσική
Μπορεί να αποτελεί πρωτότυπη σύνθεση, που να παρουσιάζεται ζωντανά από μαθητές οι οποίοι συμμετέχουν σ’ ένα συλλογικό αποτέλεσμα, ή να είναι ηχογραφημένη, πάντα όμως συνιστά προϊόν καλλιτεχνικής έκφρασης των ίδιων είτε με την ιδιότητα του συνθέτη, είτε του εκτελεστή, είτε και των δύο.
Σε οποιαδήποτε βέβαια περίπτωση προϋποτίθεται σχετική γνώση και εμπειρία (άρα οι μαθητές πρέπει να γνωρίζουν μουσική), ενώ σημαντικός είναι ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει ο καθηγητής ειδικότητας (μουσικός), εφόσον αυτός συμπεριλαμβάνεται στο δυναμικό του Σχολείου.
Η Ευτέρπη παρακολουθεί και ενισχύει την ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων.

v. Χορός
Είτε αυτόνομα είτε σε συνδυασμό με τη μουσική, μπορεί ποικιλότροπα να αποτελέσει πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης, εντασσόμενος οργανικά μέσα στα πλαίσια μιας θεατρικής παράστασης, ή ενός σχολικού πολυθεάματος. Η όρχηση, η κίνηση, η σωματική επικοινωνία που στηρίζεται στο ρυθμό, αποτελούν ιδανικούς τρόπους αυτοέκφρασης των μαθητών και μορφοποιούν παραστατικά την παρουσία της Τερψιχόρης στο σύγχρονο Σχολείο.

vi. Εικαστική δημιουργία
Ο εικαστικός κώδικας της παράστασης αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς στην πρόκληση του αισθητικά επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Η δυσδιάστατη (δια της σκηνογραφίας) και τρισδιάστατη (δια του σκηνικού διακόσμου) απόδοση του δραματικού και μετατροπή του σε σκηνικό χώρο στον οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου, συμβάλλουν καθοριστικά στη δημιουργία του καλλιτεχνικού μέρους της παράστασης και επομένως στην αρτιότητα ή απαξίωσή της ως μορφή Τέχνης.
Παράλληλα, οι κάθε είδους εικαστικές εγκαταστάσεις, η αρχιτεκτονική και η γλυπτική με τη σύγχρονη ή παραδοσιακή τους μορφή, η διακοσμητική εσωτερικού χώρου, συνιστούν πεδίο έκφρασης και υλοποίησης μιας ευρύτατης δυνατότητας αισθητικών παρεμβάσεων και κατασκευών, που θα προκληθούν από τους ίδιους τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, στην προσπάθειά τους να προκαλέσουν κατά το δυνατόν ένα αισθητικά άρτιο αποτέλεσμα.
Συμπληρωματικά προς αυτά, μπορεί ακόμα να συμπεριληφθούν η ενδυματολογία και η γενικότερη φροντίδα των κοστουμιών, με άμεσες ή έμμεσες αναφορές και επιδράσεις από τη μόδα και τις σύγχρονες τάσεις της, ενώ η κομμωτική τέχνη, η μικροτεχνία και ό,τι σχετίζεται με τα αξεσουάρ που συνοδεύουν το ντύσιμο και την εξωτερική εμφάνιση των ηθοποιών, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο στις απαιτήσεις του ρόλου, αποτελούν επίσης ζητούμενα, σ’ αυτόν τον τομέα καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Οι μαθητές, στο πεδίο αυτό, κάτω από την εποπτεία των καθοδηγητών / εκπαιδευτικών και με τη δική τους συνεργασία, οδηγούνται όχι μόνο να εκφράσουν τις φανερές ή λανθάνουσες ικανότητές, τάσεις, δεξιότητες και προσόντα τους, παράγοντας ατομικά ή συλλογικά καλλιτεχνικά προϊόντα αισθητικής αξίας, αλλά παράλληλα εκδηλώνουν έμπρακτα και εφαρμοσμένα τις γνώσεις που έχουν αποκομίσει από την Ιστορία και τη Γεωγραφία, την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση και την Αισθητική Αγωγή, τη Φυσική και τη Λογοτεχνία.

vii. Πολυμέσα / οπτικο- ακουστική έκφραση
Η ύπαρξη της σύγχρονης τεχνολογίας και οι δυνατότητες που αυτή παρέχει στην ανάπτυξη του εικαστικού πλαισίου της παράστασης, καθιστούν τον φωτισμό, τα εφέ και τις άλλες τέχνες της εικόνας που συνδέονται μ’ αυτά (φωτογραφία, video art, κινηματογράφος) αναπόσπαστα στοιχεία ενός πετυχημένου σκηνικού θεάματος.
Στις μέρες μας, όταν το παραδοσιακό ντεκόρ και η σκηνογραφία εμπλουτίζονται με τεχνικές που προέρχονται από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση και σε κάποιο βαθμό εξοβελίζουν, ή ακόμα και υποκαθιστούν πλήρως προγενέστερους επικοινωνιακούς / εικαστικούς κώδικες, η αξιοποίησή τους στη σχολική θεατρική παράσταση κρίνεται επιβεβλημένη.
Στον τομέα αυτόν, μπορούν να δραστηριοποιηθούν μαθητές που για ποικίλους άλλους λόγους αδυνατούν, ή αρνούνται να συμμετάσχουν στην κοινή προσπάθεια για τη δημιουργία μιας παράστασης με διαφορετική ιδιότητα (π.χ. ηθοποιοί, μουσικοί, βοηθοί σκηνογράφου κ.α.).
Λόγω της εξοικείωσης των νέων με τα προϊόντα της σύγχρονης τεχνολογίας και των υψηλών γνώσεων και ικανοτήτων που διαθέτουν στην αξιοποίησή της, οι ενέργειες που ανάγονται σ’ αυτή την κατηγορία μπορεί να δελεάσουν τους μαθητές, να προκαλέσουν το ενδιαφέρον, να τους ενεργοποιήσουν και να τους κάνουν να ενταχθούν στην ομάδα, με παραγωγή καλλιτεχνικών προϊόντων από τον χώρο της φωτογραφίας, της βιντεοσκόπησης, της λήψης κινηματογραφικών πλάνων, τη χρήση power point και διαφανειών, ή ακόμα την αρχειακή έρευνα και την αναζήτηση κατάλληλου φιλμικού και εποπτικού υλικού που θα πλαισιώσει την παράσταση. Κατ’ αυτό τον τρόπο και από μια διαφορετική πλευρά, που επίσης συγκλίνει στο ίδιο ζητούμενο, το θέατρο γίνεται επίκεντρο ενεργοποίησης των μαθητών, οι οποίοι δια της παράστασης κατακτούν τους ευρύτερους στόχους της Εκπαίδευσης και του Σχολείου.

viii. Περιεχόμενο-Αξίες
Αυτό που τελικά προάγεται (συνειδητά ή όχι) μέσα από όλες αυτές τις θεατρικές / καλλιτεχνικές δράσεις, είναι η πραγμάτωση του μορφο-παιδευτικού ρόλου που διαθέτει το θέατρο, η εμβάθυνση και ο εμπλουτισμός της Παιδείας, ως τελικού ζητούμενου. Με την ελεύθερη συμμετοχή και ενεργοποίηση όλων των ψυχο-πνευματικών παραμέτρων της προσωπικότητας, με τη συνειδητή αποδοχή των ρόλων και την ένταξη στην ομάδα, με την ιεράρχηση των δραστηριοτήτων και την πειθαρχία στην προετοιμασία του ρόλου, με την ανάλυση και εμβάθυνση στα χαρακτηριστικά του ήρωα που ο κάθε μαθητής καλείται να υποδυθεί στη σκηνή, με τη συμμετοχή σε ποικίλου είδους καλλιτεχνικές ενέργειες και την εξωτερίκευση φανερών ή λανθανόντων δεξιοτήτων, με τη βιωματική μέθεξη στο ρόλο και την ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της ψευδαισθητικής / σκηνικής πραγματικότητα, με τη δημόσια, τέλος, έκθεσή του ως ηθοποιού ενώπιον των θεατών, ο ανήλικος μαθητής καταφέρνει να πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος από τις επιδιώξεις της εκπαίδευσης, χωρίς καν ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται συνειδητά: Αποκτά αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία, με σωστή οριοθέτηση του «εγώ» και ένταξη στην ομάδα, κοινωνικοποιείται και μυείται στην έννοια του «ρόλου» που θα κληθεί στη συνέχεια ως ενήλικο άτομο να παίξει μέσα στην κοινωνία, αποκτά ιστορική και εθνική ταυτότητα και μνήμη, αντιλαμβάνεται την «ετερότητα» και αποκτά πολιτισμική ανοχή, ερχόμενος σε επαφή με πολιτισμικά προϊόντα και αξίες άλλων εποχών και άλλων λαών, αναπτύσσει συναισθηματική νοημοσύνη, καλλιεργεί τη φαντασία και την ικανότητα έκφρασης και επικοινωνίας, δημιουργεί καλλιτεχνικά προϊόντα και μυείται στον κόσμο της έντεχνης δημιουργίας, αποκτά αισθητική καλλιέργεια και συνειδητοποιεί την αξία της Τέχνης και του Πολιτισμού. Με την σημασία αυτή, η Κλειώ και η Ουρανία έρχονται να συναντήσουν τις άλλες αδελφές τους, σε μια πραγματική «Σύνοδο Τεχνών», που μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο για το νέο Σχολείο του μέλλοντος που ονειρευόμαστε.

ΠΗΓΕΣ
1. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΒΙΝΝΙΚΟΤ Ν., (1979). Το Παιδί, το Παιχνίδι και η Πραγματικότητα. Αθήνα: Καστανιώτης.
BEAUCHAMP H., (1998). Τα παιδιά και το Δραματικό Παιχνίδι. Εξοικείωση με το Θέατρο, μτφ. Ελένη Πανίτσκα.
Αθήνα: Τυπωθήτω, σειρά Θεατρική Παιδεία 5.
ΓΚΟΒΑΣ Ν. [επιμ.], (2002). Το θέατρο στην εκπαίδευση: μορφή τέχνης και εργαλείο μάθησης, Αθήνα: Μεταίχμιο.
ΓΡΑΜΜΑΤΑΣ Θ., (2 1998). Θέατρο και Παιδεία. Αθήνα: Τελέθριον.
ΓΡΑΜΜΑΤΑΣ Θ., (1999). Διδακτική του Θεάτρου. Αθήνα: Τυπωθήτω, σειρά «Θεατρική Παιδεία» 6.
ΓΡΑΜΜΑΤΑΣ Θ. – ΤΖΑΜΑΡΓΙΑΣ Τ. (2004). Πολιτιστικές εκδηλώσεις στο σχολείο. Πρωτοβάθμια-Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα: Ατραπός.
ΓΡΑΜΜΑΤΑΣ Θ., (2006), «Διαπολιτισμική συνείδηση και θεατρική δημιουργία» εισαγωγή στο Δρακοπούλου Κ. (επιμ.) Θέατρο και Διαπολιτισμική Αγωγή. Ζαχαρόπουλος: Αθήνα.
ΓΡΑΜΜΑΤΑΣ Θ., (α 2008). «Το θέατρο στο σύγχρονο ελληνικό σχολείο: από τον εθνοκεντρισμό στην πολυπολιτισμικότητα» στο Θέατρο και Εκπαίδευση στο κέντρο της σκηνής, 6η Διεθνής Συνδιάσκεψη για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, 2008, Αθήνα: Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση.
ΓΡΑΜΜΑΤΑΣ Θ., [επιμ.], (2010). Στη χώρα του Τοτώρα. Αθήνα: Πατάκης.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Χ. –ΜΑΡΑΤΟΥ-ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ Λ.-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Δ.-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Θ., [επιμ.], (2000). «Εμείς» και οι «άλλοι»: αναφορά στις τάσεις και τα σύμβολα. Αθήνα: ΕΚΚΕ/τυπωθήτω.
ΜΟΥΔΑΤΣΑΚΙΣ Τ., (2006). Το θέατρο ως πρακτική τέχνη στην εκπαίδευση. Αθήνα: Εξάντας.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Σ., (2010). Παιδαγωγική του θεάτρου. Αθήνα.
ΣΕΡΓΗ Λ., (1987). Δραματική έκφραση και αγωγή του παιδιού, Αθήνα: Gutenberg.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΜΟΡΦΗ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΜΑΘΗΣΗΣ (2001). Πρακτικά από τη 2η Συνδιάσκεψη για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, Αθήνα, Δεκέμβριος 2001, Αθήνα: Μεταίχμιο.

2. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
BALDWIN P. & FLEMING K.., (2003). Teaching Literacy through Drama. Routledge: London.
BARRET G., (1992). Pédagogie de l’ expression dramatique. Montréal: éd. Recherche en Expression.
BOLTON G., (1984). Drama as Education. London: Longman
COORTNEY R., (1994). Drama & Feeling: An Aesthetic Theory. Downsville, Ontario: McGill-Queen’s University Press.
CUMINETTI B., (1991, 1992,1994). Teatro ed Educazione in Europa, I-III. Milano: Guerini studio “Collana Blu” 13, 17, 23.
DELDIME R., (1994). La Culture commence à l’ école. Bruxelles: Commission Communautaire Française de la Région de Bruxelles.
DUMONT B., (1974). L’expression corporelle à l’école. Paris: Vrain.
FLEMING M. (1994). Starting Drama Teaching. London: David Fulton Publishers.
HEATHCOTE D., (1971). «Drama and education: subject or system?,», in N. Dodd & W. Hickson (Eds.), Drama and theatre in education. London: Heinemann.
HUGHES F.P., (1991). Children , play, and development. Massachusetts: Allyn & Bacon.
GLOTON R., (1965). L’ art à l’école. Paris: PUF
McCASLIN N., (1978), Theatre for Young Audiences, New York, Longman
McCASLIN N. (1999), Creative Drama in the Classroom and Beyond, New York, Longman
O’ TOOLE J., (1974), Theatre in Education, London, Holdder and Stoughton
WOOLAND B., (1993), The Teaching of drama in the primary school, Longman, Harlow

EnglishGreek