Το Θέατρο για παιδιά και νέους ως μέσο ανατροπής των στερεοτύπων. Η περίπτωση της παράστασης «Μια γιορτή στου Νουριάν»

Ας ξεκινήσουμε με την περιγραφή του γενικότερου πλαισίου και την κοινότοπη διαπίστωση ότι οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται, εξαιτίας διαφόρων κοινωνικών, οικονομικών πολιτικών και πολιτισμικών μεταβολών, από έναν μεγάλο βαθμό πολιτισμικής πολλαπλότητας. Ο πολιτισμικός αυτός πλουραλισμός επιφέρει αλλαγές τόσο στο επίπεδο της υποκειμενικής συγκρότησης, όσο και στο επίπεδο της οργάνωσης και διάρθρωσης των θεσμών. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η διαμόρφωση νέων όρων στη διαδικασία συγκρότησης της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας του υποκειμένου (Μελούτσι, 2002). Το βασικό στοιχείο το οποίο διαφοροποιείται, εντός ενός περιβάλλοντος που χαρακτηρίζεται από γλωσσική και πολιτισμική πολλαπλότητα είναι η επικοινωνία μεταξύ των ατόμων, εκείνη η δυναμική διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών, σκέψεων και συναισθημάτων, κυρίως εξαιτίας της ύπαρξης στερεοτύπων, προκατασκευασμένων εικόνων με γενικό και υπεραπλουστευτικό χαρακτήρα για μία κοινωνική ομάδα ανθρώπων (Gudykunst & Nishida, 1989). Τα στερεότυπα έχουν μια ξεκάθαρη ιδεολογική και πολιτική λειτουργία, γεγονός που σημαίνει ότι δεν παραμένουν απλώς εικόνες για τον άλλον ή την κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή απλά γνωστικά σχήματα, αλλά αξιοποιούνται στη διαμόρφωση ιεραρχήσεων στις διομαδικές σχέσεις με σοβαρές συνέπειες, τόσο για τις ομάδες, όσο και για τα υποκείμενα που τις αποτελούν.
Σε αυτό το σύνθετο και συχνά αντιφατικό και συγκρουσιακό κοινωνικό πλαίσιο το ερώτημα που τίθεται, σχετικά με το θέατρο για παιδιά και νέους είναι εάν μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην αποδόμηση των στερεοτύπων των μικρών θεατών και στην ανάπτυξη της διαπολιτισμικής τους ικανότητας. Εάν μπορεί δηλαδή εξαιτίας της δυναμικής που του προσδίδει ο παραστατικός του χαρακτήρας να λειτουργήσει αναστοχαστικά και να ενεργοποιήσει ή να προκαλέσει μια κριτική διαδικασία επαναθεώρησης παραδοχών που συγκροτούν τον εθνικό και πολιτισμικό εαυτό αλλά και τη σχέση του με τους άλλους.
Το θέατρο για παιδιά και νέους αποτελεί ένα διακριτό είδος θεάτρου το οποίο διαφέρει από το θέατρο για ενηλίκους. Ο Στανισλάβσκυ όταν ρωτήθηκε για τη διαφορά των δύο θεάτρων απάντησε πως αυτό για παιδιά πρέπει να είναι καλύτερο (Schonmann, 2006). Βέβαια όλοι γνωρίζουμε ότι για πολλά χρόνια το θέατρο για παιδιά το συνόδευε ο χαρακτηρισμός του υποδεέστερου είδους, στοιχείο που οδηγούσε σε μια ανυποληψία σε σχέση με τα άλλα θεατρικά είδη. Το γεγονός ότι απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο και ιδιαίτερο κοινό οδηγούσε, ή και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί ακόμη, σε υπεραπλουστεύσεις σε κάθε επίπεδο: από το κείμενο και τα σκηνικά και τα κοστούμια, έως την υπόκριση του ηθοποιού. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την «παιδιάστικη αφέλεια» του κοινού ή την επίτευξη μιας επικοινωνιακής σχέσης μεταξύ σκηνής και πλατείας συχνά το σκηνικό θέαμα ήταν τόσο χαμηλής ποιότητας που υποτιμούσε τη νοημοσύνη του κοινού στο οποίο απευθυνόταν (Γραμματάς, 1999).
Το βασικό στοιχείο που διαφοροποιεί το παιδικό θέατρο από τα άλλα είδη είναι το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του ανήλικου κοινού προσδίδει στο θέατρο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αλλά, επιπλέον, το επιφορτίζει με μια διαφορετική στοχοθεσία (Γραμματάς, 2010). Αρχικά θα πρέπει να ανταποκρίνεται στο επίπεδο γνωστικής και συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού, να μην έχει έννοιες και καταστάσεις που υπερβαίνουν την αντιληπτική τους ικανότητα. Επιπλέον εξαιτίας του κοινού απαιτείται η πλαισιακή στήριξη των νοημάτων, δηλ. η συμβολή της κινησιολογίας και της σωματικής έκφρασης, του σκηνικού, του φωτισμού κ.λπ. για την ευκολότερη αποκωδικοποίηση και αποκρυπτογράφηση των θεατρικών σημαινομένων (Goldberg, 1974).
Το θέατρο συνδιαλέγεται με το κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται και έτσι αποκτά μια ιδεολογική διάσταση που δεν του προσδίδει ουδετερότητα αλλά το καθιστά πεδίο συνάντησης διαφορετικών ιδεολογικών στοιχείων (van de Water, 2009). Αποτελεί πολιτισμικό προϊόν και ως τέτοιο δεν διαμορφώνεται ερήμην του κοινωνικού γίγνεσθαι, νοηματοδοτείται από τις κοινωνικές σχέσεις αλλά και από τις κοινωνικές συγκρούσεις. Έτσι, το θέατρο για παιδιά μπορεί να λειτουργήσει ως το καταλληλότερο εργαλείο ηθικής, εθνικής και αισθητικής διαπαιδαγώγησης ή προς την πλευρά της αμφισβήτησης της κυρίαρχης ιδεολογίας .
Αυτή η σχέση του θεάτρου με το κοινωνικό πεδίο προσδιορίζει και την παιδαγωγική του διάσταση. Εξ” ορισμού η θεατρική εμπειρία αποτελεί μια διαδικασία που θέτει τον θεατή μπροστά σε θεμελιώδη ερωτήματα για τον εαυτό του και τον κόσμο, γεγονός που επιφέρει διεύρυνση της εμπειρίας, πνευματική ωρίμανση και συναισθηματική εξέλιξη. Πιο συγκεκριμένα το θέατρο για παιδιά και νέους συμπυκνώνει χαρακτηριστικά που αποτελούν ζητούμενο για την εκπαιδευτική διαδικασία: συνδέεται με το παιχνίδι και την δράση, έχει συμμετοχικό και συλλογικό χαρακτήρα, δίνει χώρο στην αποτύπωση συναισθημάτων, της φαντασίας, αλλά και στη δημιουργική έκφραση, καλλιεργώντας τη δημιουργική και την κριτική σκέψη. Το θέατρο για παιδιά δίνει τη δυνατότητα στον μικρό θεατή να σκεφτεί με δημιουργικό τρόπο μέσα από τις ανατροπές, την ανάγκη εξεύρεσης – επινόησης λύσεων αλλά και την αναδημιουργία της πραγματικότητας. Επιπλέον, ο έντονα βιωματικός χαρακτήρας της θεατρικής παράστασης βρίσκεται σε συμφωνία με τις βασικές αρχές της βιωματικής μάθησης και τη σημασία της άμεσης εμπειρίας στη διαδικασία της μάθησης.
Το στοιχείο που προσδίδει στο θέατρο για παιδιά αυτή τη δυναμική ως μια διαδικασία μάθησης δεν είναι άλλο από τον ανοικτό και συμμετοχικό του χαρακτήρα. Στο συγκεκριμένο είδος θεάτρου, όπως ήδη ειπώθηκε, επιδιώκεται η συμμετοχή του μικρού θεατή στα σκηνικά δρώμενα. Οι θεατές συμμετέχουν, είτε πραγματικά είτε εικονικά, μέσω της ταύτισης, και αυτή η συμμετοχή τους προσδίδει ενεργό ρόλο συναπόφασης, καθιστώντας τους δρώντα υποκείμενα που μπορεί η δράση τους να περιορίζεται στο φανταστικό πλαίσιο, αλλά εύκολα μπορεί να περάσει, όταν χρειαστεί, στον πραγματικό κόσμο. Η διαμόρφωση μιας αμφίδρομης σχέσης μεταξύ της σκηνής και της πλατείας αποτελεί παράγοντα προώθησης ενός πολιτισμού διαλόγου και ανάπτυξης ενός συνεργατικού πνεύματος στα παιδιά και μάλιστα εντός ενός ευρύτερου πλαισίου που προωθεί τον ατομισμό και το ανταγωνιστικό πνεύμα. Ο διαδραστικός και συμμετοχικός χαρακτήρας της θεατρικής πράξης, σε συνδυασμό με τον παιγνιώδη χαρακτήρα αυτής της συμμετοχής, βοηθά τα παιδιά να αποκτήσουν γνώσεις και δεξιότητες, να ασκηθούν στη δημιουργική και κριτική αντίληψη των πραγμάτων, να ενεργοποιήσουν την διαίσθηση και την ευρηματικότητά τους και να αναπτύξουν τη συναισθηματική τους νοημοσύνη (Παπακώστα, 2014).

Το θέατρο για παιδιά και νέους έχει ή μπορεί να έχει μια διαπολιτισμική διάσταση. Γενικά, αποτελεί μια μορφή τέχνης που μπορεί να αποτελέσει τον φορέα αξιών με πανανθρώπινο χαρακτήρα και το γεγονός αυτό το καθιστά ουσιαστικό εργαλείο ανάπτυξης της διαπολιτισμικής ικανότητας των υποκειμένων (Μανιάτης, 2014). Η διαπολιτισμική του αξία εντοπίζεται στη διττή λειτουργία που μπορεί να διαδραματίσει: από τη μια να συμβάλλει στην κατανόηση του εαυτού, μέσω της ανάπτυξης της ενδοσκόπησης, του εσωτερικού διαλόγου και της κριτικής αυτοπαρατήρησης, και από την άλλη να φέρει τον άνθρωπο σε επαφή με τον άλλον, την κοινωνία και τα προβλήματά της (Άλκηστις, 2008). Η δυναμική που έχει το θέατρο για την επίτευξη διαπολιτισμικών στόχων προσδιορίζεται στη λειτουργία που επιτελεί κυρίως στο συναισθηματικό επίπεδο. Μέσω των συγκινησιακών φορτίσεων ή και ανατροπών μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερη πολιτισμική κατανόηση. Η επαφή του υποκειμένου με τα συναισθήματά του, η αναγνώρισή τους και η ανάπτυξη τεχνικών για τη διαχείρισή τους αποτελεί ακριβώς αυτή τη διαδικασία αυτογνωσίας και ταυτόχρονα το πρώτο βήμα μετασχηματισμού του εαυτού. Το θέατρο έχει τη δύναμη να αναπτύσσει τον εσωτερικό διάλογο, μια ενδοσκόπηση που οδηγεί, μέσω της αυτογνωσίας, στην κατανόηση του άλλου και της κοινωνικής πραγματικότητας. Στην πραγματικότητα αποτελεί τη δίοδο μετάβασης από τον προσωπικό στον κοινωνικό χώρο (Άλκηστις, 2008).

Η έρευνα: ερευνητικά ερωτήματα και μεθοδολογία
Στο πλαίσιο του παραπάνω προβληματισμού πραγματοποιήθηκε έρευνα, ο βασικός στόχος της οποίας ήταν να διερευνηθεί η επίδραση του θεάτρου για παιδιά και νέους στα στερεότυπα των παιδιών και στην ανάπτυξη μιας διαπολιτισμικής ευαισθητοποίησης. Η συγκεκριμένη εργασία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ερευνητικής μελέτης, η οποία πραγματοποιήθηκε σε μεταδιδακτορικό επίπεδο, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Θαλής.
Ορισμένα από τα επιμέρους ερευνητικά ερωτήματα διατυπώθηκαν ως εξής:
• Οι ερωτώμενοι/θεατές είναι φορείς στερεοτυπικών αντιλήψεων για διάφορες κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες;
• Μπορεί μια θεατρική παράσταση με διαπολιτισμικό προσανατολισμό να επηρεάσει τις στάσεις των μικρών θεατών απέναντι σε διάφορες κοινωνικές ή πολιτισμικές ομάδες;
• Ποια μπορεί να είναι η επίδραση μιας παράστασης με διαπολιτισμικό προσανατολισμό στις σκέψεις, το συναίσθημα και την συμπεριφορά των μικρών θεατών;
• Ποια είναι η σημασία των διαφόρων κωδίκων του θεάτρου για παιδιά (όπως η κινησιολογία, ο φωτισμός, κ.λπ) στην πρόσληψη του διαπολιτισμικού μηνύματος;
• Ποιες σκηνές εντυπωσιάζουν τους μικρούς θεατές; Εντάσσονται σε αυτές σκηνές που αποκαλύπτουν και αποδομούν τα στερεότυπα;
• Ποιοι ήρωες εντυπωσιάζουν τους θεατές και με ποια κριτήρια; Ποια η σημασία των διαπολιτισμικών κριτηρίων;

Όσο ερευνητικά ελκυστικό και αν ακούγεται το εγχείρημα, άλλο τόσο είναι μεθοδολογικά δύσκολο να επιτευχθεί. Η δυσκολία έγκειται στο να μπορέσει ο ερευνητής να απομονώσει την επίδραση στα στερεότυπα ενός μόνο παράγοντα όπως είναι μια θεατρική παράσταση και να αποδώσει σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος. Επιπλέον, η άμβλυνση των στερεοτύπων αλλά και η διαμόρφωση θετικής στάσης απέναντι την ετερότητα αποτελούν διαδικασίες που απαιτούν ένα μεγάλο βάθος χρόνου ώστε επιτευχθεί η διερεύνησή τους και να οδηγηθεί κανείς σε ασφαλή συμπεράσματα.
Στην πραγματικότητα το θέμα της παρούσας έρευνας αποτελεί μέρος ενός γενικότερου προβληματισμού για το πώς προσλαμβάνεται η θεατρική παράσταση από τους ανήλικους θεατές αλλά και τί επίδραση ασκεί αυτή στις στάσεις, τις αντιλήψεις και, τελικά, στη συμπεριφορά τους. Είναι αλήθεια ότι η πρόσληψη της παράστασης έχει διαφορετικό περιεχόμενο, συντελείται δηλαδή με έναν μοναδικό τρόπο για τον κάθε θεατή, εξαιτίας των στοιχείων που συγκροτούν την υποκειμενικότητά του. Τι προσλαμβάνει ο θεατής και πως θα το αξιοποιήσει είναι το αποτέλεσμα μιας συνισταμένης αισθητικών, νοητικών και άλλων σημασιολογικών δεδομένων αλλά και ένα σύνολο παραγόντων που συνδέονται με τα ενδιαφέροντά του, τις προηγούμενες γνώσεις του, την εξοικείωσή του με τη θεατρική εμπειρία, την ωριμότητά της σκέψης του, κ.λπ.
Λαμβάνοντας υπόψη τον παραπάνω προβληματισμό και έχοντας κατά νου τις δυσκολίες που θα συναντούσαμε και τους μεθοδολογικούς «κινδύνους» που έκρυβε η όλη ερευνητική προσπάθεια, προχωρήσαμε στο σχεδιασμό και την διεξαγωγή της έρευνας αξιοποιώντας τα ερευνητικά δεδομένα αλλά και τα μεθοδολογικά εργαλεία από το χώρο της Κοινωνικής Ψυχολογίας αλλά και το πεδίο της διερεύνησης της θεατρικής εμπειρίας.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 162 μαθητές και μαθήτριες οι οποίοι θα παρακολουθούσαν μια σχετική θεατρική παράσταση. Στην επιλογή του δείγματος χρησιμοποιήθηκε η δειγματοληψία σκοπιμότητας, επιλέχθηκε δηλαδή ένα δείγμα από τον πληθυσμό στόχο χωρίς να γίνει τυχαία δειγματοληψία αλλά συμμετείχαν τα άτομα που ήταν εύκολα στην διάθεση των ερευνητών και τα οποία εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της συγκεκριμένης έρευνας (Cohen & Manion, 1994).
Μια εβδομάδα πριν οι μαθητές παρακολουθήσουν την θεατρική παράσταση τους δόθηκαν εργαλεία διερεύνησης της ύπαρξης στερεοτύπων και της στάσης τους απέναντι σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Η ίδια διερεύνηση επαναλήφθηκε περίπου τρεις εβδομάδες μετά την παρακολούθηση της παράστασης.
Η παρακολούθηση της παράστασης έγινε στο πλαίσιο προγραμματισμένης εκπαιδευτικής εκδρομής που είχαν οργανώσει τα σχολεία των μαθητών. Οι μαθητές συμπλήρωσαν έναν ερωτηματολόγιο για την παράσταση με το οποίο έγινε περαιτέρω διερεύνηση της επίδρασης στα στερεότυπα και τη στάση απέναντι στην ετερότητα. Δόθηκε επίσης η δυνατότητα να γίνει μια διερεύνηση διαφόρων διατάσεων της θεατρικής παράστασης όπως ήταν το επίπεδο κατανόησης του βασικού της νοήματος, η στάση των θεατών απέναντι στα αισθητικά της μέρη κ.λπ.
Η επιλογή της παράστασης έγινε με βάση τα ερωτήματα της έρευνας. Μετά από ενδελεχή διερεύνηση των παραστάσεων που είχαν ανέβει στις παιδικές θεατρικές σκηνές της Αθήνας, αποφασίστηκε να επιλεγεί η παράσταση Μια γιορτή στου Νουριάν, ως εκείνη στην οποία θα επικεντρωθεί η έρευνα. Το έργο αναφέρεται στη σύγκρουση μια ελληνικής οικογένειας και κυρίως του Έλληνα πατέρα με έναν Ιρανό πρόσφυγα και τον γιο του. Ως φαινομενική αιτία της σύγκρουσης παρουσιάζεται η διεκδίκηση μιας θέσης στο κάμπινγκ αλλά στην πραγματικότητα το πρόβλημα εντοπίζεται στη συγκρουσιακή σχέση ντόπιου και αλλοδαπού και τα επιχειρήματα που προτάσσονται αφορούν τη διεκδίκηση κοινών πόρων, αφού ο Έλληνας κατηγορεί τον Ιρανό πως αυτός και οι υπόλοιποι μετανάστες έρχονται στην Ελλάδα και παίρνουν τις δουλειές των Ελλήνων. Το συγκεκριμένο έργο αποτελεί μια διασκευή. Το πρωτότυπο έργο έχει γραφτεί από τον Γερμανό συγγραφέα Φόλκερ Λούντβιγκ, ιδρυτή του Θεάτρου Grips του Βερολίνου, πριν από 38 χρόνια με τίτλο «Μια γιορτή στου Παπαδάκη». Στην αρχική του εκδοχή το έργο μιλούσε για τη σύγκρουση μεταξύ ντόπιων και αλλοδαπών, δηλαδή Γερμανών από τη μια και Ελλήνων, Τούρκων και Ιταλών μεταναστών από την άλλη.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη συλλογή των δεδομένων είναι:
• Εργαλείο διερεύνησης στερεοτύπων
Κατασκευάστηκε ένα εργαλείο για τη διερεύνηση της ύπαρξης στερεοτύπων απέναντι σε διαφορετικές κοινωνικές, πολιτισμικές, έμφυλες κ.λπ. Η διερεύνηση της ύπαρξης ή μη στερεοτύπων έγινε με τη μέθοδο των ελεύθερων συνειρμών. Πρόκειται για μια τεχνική που χρησιμοποιείται συχνά στο χώρο της Κλινικής Ψυχολογίας αλλά και της Κοινωνικής Ψυχολογίας και μας δίνει τη δυνατότητα της αυτόματης και ασυνείδητης έκφρασης συνειρμικών λέξεων που οι ερωτώμενοι τις συνδέουν με τις έννοιες-ερεθίσματα (Στεργίου, 2007). Αυτό που ζητήθηκε από τους ερωτώμενους ήταν να γράψουν χωρίς δεύτερη σκέψη, τα πρώτα βασικά χαρακτηριστικά που σκέφτονται άμεσα για διάφορες εθνικές και πολιτισμικές κατηγορίες ανθρώπων. Η αυθόρμητη αυτή έκφραση των συνειρμικών λέξεων μπορεί να λειτουργήσει ως δηλωτική των στερεοτυπικών εικόνων που υπάρχουν για την κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες. Οι ομάδες που δόθηκαν στους ερωτώμενους ήταν Πακιστανός, Γερμανός, Τσιγγάνος, Μετανάστης, Έλληνας.
• Κλίμακα Κοινωνικής Απόστασης
Η Κλίμακα Κοινωνικής Απόστασης (Social Distance Scale) εισήχθη στις κοινωνικές επιστήμες αρχικά από τον Bogardus (1928) και αποτιμά το βαθμό εγγύτητας που επιτρέπει ο ερωτώμενος στα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικής, εθνικής, πολιτισμικής, θρησκευτικής κ.λπ. ομάδας. Τα στοιχεία της κλίμακας αποτελούν το μέτρο του βαθμού κοινωνικής αποδοχής μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας σε μια διαβαθμισμένη σειρά που ξεκινά από την εκδήλωση της επιθυμίας για μια κλειστή κοινωνική σχέση έως την εκδήλωση απροθυμίας για την ύπαρξη οποιασδήποτε σχέσης (Φίλιας, 2004).
Η κλίμακα προσαρμόστηκε στα ηλικιακά δεδομένα των ερωτώμενων αλλά και στις ανάγκες της παρούσας έρευνας. Αφού συμβουλευτήκαμε αντίστοιχες έρευνες στην ελληνική πραγματικότητα αλλά σε διαφορετικού πληθυσμούς (Στεργίου, 2007) καταλήξαμε στη διαμόρφωση ενός ερωτηματολογίου που περιλαμβάνει μια επταβάθμια κλίμακα η οποία απεικονίζει ένα συνεχές με περιστάσεις διαβαθμισμένης εγγύτητας που ξεκινά από τη φιλία, ως περίσταση με μεγαλύτερη εγγύτητα, συνεχίζει με την γειτνίαση, τις απλές σχέσεις ή την απλή επίσκεψη στη χώρα και καταλήγει στην επιθυμία αποχώρησης από τη χώρα, ως περίσταση με την μεγαλύτερη απόσταση. Οι κοινωνικές ομάδες για τις οποίες κλήθηκαν οι ερωτώμενοι να εκφράσουν το βαθμό εγγύτητας/απόστασης και κατ’ επέκταση τη στάση τους ήταν: Γερμανοί, Πακιστανοί, Ιρανοί. Η επιλογή των συγκεκριμένων ομάδων έγινε για λόγους που αφορούν συνθήκες που επικρατούν στο κοινωνικό συγκείμενο αλλά και την θεατρική παράσταση που οι μαθητές θα παρακολουθούσαν. Η συγκεκριμένη κλίμακα χρησιμοποιήθηκε σε δυο φάσεις: πριν οι μαθητές παρακολουθήσουν την παράσταση και μετά την παρακολούθηση της παράστασης.
• Ερωτηματολόγιο
Για τη συλλογή των πληροφοριών που αφορούσαν την παράσταση, επιλέχθηκε ως καταλληλότερο εργαλείο το ερωτηματολόγιο. Η επιλογή του ερωτηματολογίου συνίσταται στην αποτελεσματικότητά του ως εργαλείου συλλογής δεδομένων. Με τη χρήση του μπορούν να συλλεχθούν πληροφορίες εύκολα από ένα σχετικά μεγάλο αριθμό ατόμων σε σύντομο χρονικό διάστημα και με χαμηλό οικονομικό κόστος. (Oppenheim, 1992).
Το ερωτηματολόγιο της έρευνας κατασκευάστηκε από τον ερευνητή αφού δεν υπήρχε εργαλείο συλλογής δεδομένων που να καλύπτει της ανάγκες της παρούσας έρευνας. Ωστόσο, η κατασκευή του βασίστηκε σε προηγούμενες έρευνες που αφορούσαν το θέατρο για παιδιά και νέους (Μακρίδης & Τζαμαργιάς, 2012).

Αποτελέσματα της έρευνας
Αρχικά έχουμε σημαντικές διαπιστώσεις για τα στερεότυπα του δείγματος, τη φύσης τους, την ανθεκτικότητά τους στο χρόνο. Από την αρχική διερεύνηση διαπιστώθηκε ότι οι ερωτώμενοι είναι φορείς στερεοτυπικών εικόνων για τις διάφορες κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες. Αρχικά διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού αρνητικών δηλώσεων για ορισμένες κοινωνικές ομάδες, γεγονός που ερμηνεύεται στη βάση των επιδράσεων του ευρύτερου κοινωνικού πολιτισμικού πλαισίου. Με άλλα λόγια τα κυρίαρχα κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία τροφοδοτούνται από την τρέχουσα κοινωνική, οικονομική και πολιτική πραγματικότητα, τα συναντούμε ως στερεότυπα στη σκέψη των νέων παιδιών. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες που βρίσκονται στην επικαιρότητα με έναν αρνητικό τρόπο, συνιστούν το αντικείμενο στερεοτυπικών δηλώσεων από τους μαθητές, και μάλιστα με την αναπαραγωγή των βασικών στοιχείων της κυρίαρχης ρητορικής.
Η πιο έντονα αρνητική εικόνα παρουσιάζεται στην περίπτωση των Πακιστανών και αμέσως μετά στους Μουσουλμάνους. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνονται για τους Πακιστανούς και στην περίπτωση της κλίμακας κοινωνικής απόστασης αφού η υψηλή μέση τιμή που σημειώνεται αποτελεί ένδειξη άρνησης των ερωτώμενων να αποδεχτούν επικοινωνιακές περιστάσεις που εμπεριέχουν κοινωνική εγγύτητα. Έτσι, οι Πακιστανοί γίνονται αποδέκτες αρνητικών στερεοτύπων, ως αποτέλεσμα του αρνητικού κλίματος που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία για τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων ετών από χώρες της Ασίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Μουσουλμάνους όπου αναπαράγεται η κυρίαρχη αντίληψη που τους συνδέει, ως θρησκευτική και πολιτισμική έκφραση, με το φανατισμό, το φονταμενταλισμό και την τρομοκρατία. Στην περίπτωση των Γερμανών παρουσιάζονται αυταρχικοί, οργανωτικοί, αλλά και υπεύθυνοι για πολλά από τα δεινά της σύγχρονης, υπό οικονομική κρίση, ελληνικής κοινωνίας. Ακόμη και στην περίπτωση της οικείας ομάδας αναπαράγονται από τους μαθητές οι εικόνες που ενυπάρχουν στο συλλογικό φαντασιακό ως στερεότυπα και συγκροτούν την εθνική και πολιτισμική αυτοεικόνα.
Μετά τη παρακολούθηση της παράστασης παρουσιάζονται στατιστικά σημαντικές διαφοροποιήσεις στις απαντήσεις των ερωτώμενων. Από τη σύγκριση των απαντήσεων πριν και μετά την παράσταση διαφαίνεται ότι η παρακολούθηση της συγκεκριμένης θεατρικής παράστασης προκάλεσε, σε ένα πρώτο στάδιο, αλλαγή των στάσεων απέναντι σε συγκεκριμένες εθνικές και πολιτισμικές ομάδες. Οι δηλώσεις διαφοροποιήθηκαν κυρίως για τις κοινωνικές κατηγορίες-ομάδες που παρουσιάζονται στην παράσταση και λιγότερο ή καθόλου για τις υπόλοιπες. Πιο συγκεκριμένα μειώθηκαν κατά πολύ οι αρνητικές δηλώσεις για τους Πακιστανούς και τους Μουσουλμάνους. Παρατηρείται και ποιοτική διαφοροποίηση των δηλώσεων αφού δεν συναντώνται μετά την παράσταση δηλώσεις που αφορούν την πολιτισμική κατωτερότητα αυτών των ανθρώπων ούτε και είναι έντονο το φοβικό σύνδρομο για τα μέλη της συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Η ίδια διαφοροποίηση εντοπίζεται και στην περίπτωση των αναφορών στην κοινωνική κατηγορία Μετανάστης. Στην περίπτωση των Γερμανών παρόλο που υπάρχει μια μείωση των αρνητικών δηλώσεων, γενικά, οι απαντήσεις δεν διαφοροποιούνται σημαντικά.
Φαίνεται ότι η παράσταση επιτυγχάνει να αμβλύνει την κοινωνικά κατασκευασμένη αρνητική εικόνα που υπάρχει για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, κυρίως μέσω της παρουσίασης μελών αυτής της ομάδας στις πραγματικές τους διαστάσεις. Πρόκειται για μια διαδικασία μεταστροφής που επιφέρει μια ριζική αλλαγή των προϋπαρχουσών αντιλήψεων, ως αποτέλεσμα της διάψευσής τους με έναν άμεσο και, συχνά, απροσδόκητο τρόπο (Κοκκινάκη, 2006, Χαντζή & Hewstone, 1999). Η παράσταση προέβαλε με ένα αντικειμενικό τρόπο ανθρώπους από διαφορετικές εθνικές ή πολιτισμικές ομάδες, χωρίς υπερβολές, με μια ρεαλιστική απεικόνιση των χαρακτηριστικών τους και την ανάδειξη της «κοινής λογικής», η οποία απουσιάζει από τη στερεοτυπική σκέψη. Έτσι, οι μικροί θεατές ήρθαν σε επαφή, με ανθρώπους/ήρωες που δεν επιβεβαιώνουν το κυρίαρχο στερεότυπο. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ανήλικο κοινό βιώνει, συχνά, ως πραγματικό αυτό που στο θέατρο είναι φανταστικό και ψευδαισθητικό, είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή της στερεοτυπικής αντίληψης. Ο μικρός θεατής, εκκινώντας από την άμεση εμπειρία, εξαιτίας του βιωματικού χαρακτήρα των θεατρικών τεχνικών, προχωρά σε μια αναστοχαστική διαδικασία, μέσω της οποίας μπορεί να αντιληφθεί ότι ο άλλος/διαφορετικός υπερβαίνει κατά πολύ την κυρίαρχη στερεοτυπική εικόνα που του αποδίδεται και έτσι μπορεί το παιδί να κατανοήσει ότι η κοινωνική πραγματικότητα δεν έχει μία, μονοσήμαντη ανάγνωση.
Η διερεύνηση όψεων της παράστασης μας έδωσε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος την επίδραση της παράστασης και να αποσαφηνίσουμε τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε αυτή η επίδραση να επιτευχθεί. Οι μαθητές ρωτήθηκαν ποιος ήρωας και ποια σκηνή του έργου τους έκαναν εντύπωση. Στην περίπτωση επιλογής του ήρωα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πλειοψηφία επιλέγει με κριτήριο τη στάση του απέναντι στις διαπολιτισμικές σχέσεις που διαμορφώνονται. Η διερεύνηση των στάσεων και των προτιμήσεων κατέδειξε ότι υπάρχει μια σαφής προτίμηση στους «καλούς» ήρωες αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα κριτήρια προτίμησης αφορούν σε μεγάλο βαθμό τη στάση των ηρώων απέναντι στις διαπολιτισμικές σχέσεις που διαμορφώνονται. Η ταύτιση με τους πρωταγωνιστές αφορά κυρίως το ρόλο, στοιχεία του ρόλου, τις απόψεις και τις συμπεριφορές που αυτός συμπεριελάμβανε και όχι τόσο στοιχεία υποκριτικής ικανότητας, εξωτερικής εμφάνισης, κουστουμιών, σκηνικής παρουσίας. Στις εξηγήσεις που έδωσαν οι ερωτώμενοι προέταξαν ως κριτήρια των επιλογών τους τη διεκδίκηση του δικαιώματος από την πλευρά του μετανάστη για ίση μεταχείριση, την αξιοπρεπή αντιμετώπιση των διακρίσεων και της ανισότητας, της ενσυναισθητικής κατανόησης που σημειώνουν και το βαθμό αποδοχής του άλλου.
Η δυναμική που διαμορφώνει εξ’ ορισμού η θεατρική εμπειρία, αλλά και η παιδαγωγική/αναμορφωτική διάσταση που ενυπάρχει στο επικοινωνιακό δίπολο ανήλικος θεατής-ηθοποιός αποτελούν ένδειξη ότι τα κριτήρια ταύτισης με τους ηθοποιούς και η σημασία που αποδόθηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία του ρόλους τους μπορούν να μεταφερθούν από το χώρο του θεατρικού συμβάντος στη ζωή του θεατή αποκτώντας κανονιστικό ρόλο στις επιλογές και της συμπεριφορά του.
Οι απαντήσεις στην ερώτηση για το ποια σκηνή τους εντυπωσίασε και τα σχόλια που τη συνοδεύουν επιβεβαίωσαν τη σημασία που έχει το χιούμορ στο θέατρο για παιδιά και το ρόλο που διαδραματίζει στην πρόσληψη. Στην πραγματικότητα το χιούμορ αποτελεί το μέσο ώστε ο ανήλικος θεατής να προσεγγίσει με έναν εύκολο τρόπο θέματα που έχουν μια δυσκολία. Στη συγκεκριμένη παράσταση το χιούμορ, άμεσο ή υπαινικτικό, αποτελεί το όχημα ώστε με έναν αβίαστο και ανώδυνο τρόπο ο θεατής να προσεγγίσει ζητήματα όπως αυτά των διακρίσεων και της ρατσιστικής συμπεριφοράς, χωρίς αυτό να εκπίπτει σε έναν στείρο διδακτισμό και ηθικισμό.
Σε ό,τι αφορά τα ερευνητικά μας ερωτήματα ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι μικροί θεατές εντυπωσιάζονται από την αποκάλυψη ρατσιστικών συμπεριφορών αλλά και την οικονομική εκμετάλλευση των μεταναστών. Το ίδιο συμβαίνει και για άλλα θέματα που αφορούν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, όπως είναι η παιδική εργασία, η έλλειψη πρόσβασης σε αγαθά όπως η μόρφωση κ.λπ. Φαίνεται ότι για πολλούς από τους μικρούς θεατές η παράσταση έχει έναν αποκαλυπτικό χαρακτήρα σχετικά με το τι είναι ο μετανάστης, τις αιτίες που προκαλούν την μεταναστευτική εμπειρία αλλά και τις αλλαγές που αυτή επιφέρει στο κοινωνικό στάτους των ατόμων που τη βιώνουν. Αυτή η απροσδόκητη παρουσίαση όψεων διαφόρων κοινωνικών φαινομένων που ο θεατής αγνοούσε ή παρέβλεπε έχει μεγάλη σημασία γιατί συνιστά από που ονομάζουμε στη λογοτεχνία απόκλιση από τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη (Jauss, 1995).
Διερευνήθηκε η γνωστική διάσταση της παράστασης, ο βαθμός δηλ. κατανόησης της υπόθεσης και του βασικού μηνύματός της. Η διερεύνηση αυτή και η διασταυρωσή της με άλλες μεταβλητές έδειξαν ότι ο μεγαλύτερος βαθμός κατανόησης της υπόθεσης συνδέεται περισσότερο με την πρόκληση σκέψεων, με το συναίσθημα της ευχαρίστησης, οδηγεί σε μεγαλύτερο βαθμό σε αλλαγή της συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους, και είναι σε θέση να προκαλέσει σε μεγαλύτερο βαθμό αλλαγή στο χαρακτήρα των μικρών θεατών. Φαίνεται λοιπόν ότι μια παράσταση, για να έχει ανταπόκριση στις στάσεις και τον συναισθηματικό κόσμο του παιδιού, θα πρέπει να ανταποκρίνεται στο επίπεδο της γνωστικής τους ανάπτυξης αλλά και να χρησιμοποιεί κάθε τεχνική που θα προσδώσει σαφήνεια στα βασικά μηνύματα που θέλει να μεταδώσει.
Επειδή η παράσταση είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση πραγματοποιούνται σε πολλαπλά επίπεδα, κρίθηκε απαραίτητο να διερευνηθεί η στάση των ανήλικων θεατών απέναντι στα αισθητικά στοιχεία της παράστασης όπως είναι η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, η μουσική και οι κινήσεις των ηθοποιών και οι φωτισμοί. Από την έρευνα προέκυψε μια ιδιαίτερα θετική στάση των ανήλικων θεατών απέναντι στους κώδικες της θεατρικής παράστασης. Οι κώδικες αυτοί συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός αισθητικά ολοκληρωμένου αποτελέσματος, γεγονός το οποίο οδήγησε στην άμεση και εύκολη πρόσληψη του μηνύματος της παράστασης.
Είναι σαφές ότι, οι κώδικες αυτοί έχουν μια εμφατική λειτουργία, είτε αυτό αφορά τον καθένα ξεχωριστά, είτε όλους μαζί, δημιουργώντας έναν «σημειωτικό πλεονασμό» (Deldime, 1996:47). Αυτό που κάνουν είναι να προάγουν την έννοια της εποπτείας η οποία αναφέρεται στην αξιοποίηση της οπτικής γλώσσας του σκηνικού, της κινησιολογίας και της σωματικής έκφρασης ώστε να διευκολυνθεί η πρόσληψη των νοημάτων. Προσδίδουν δηλαδή παραστατικότητα και βιωματικότητα στην παράσταση, στοιχεία που κινητοποιούν το ενδιαφέρον των ανήλικων θεατών (Παπαδόπουλος, 2010).
Για την μέτρηση της επίδρασης της παράστασης χρησιμοποιήθηκε μια κλίμακα που αποτελείται από 14 προτάσεις στις οποίες οι ερωτώμενοι κλήθηκαν να εκφράσουν το βαθμό συμφωνίας τους με τη βοήθεια μιας πεντάβαθμης κλίμακας. Οι δηλώσεις αφορούσαν την επίδραση στον τρόπο σκέψης, την συναισθηματική επίδραση της παράστασης, καθώς και αλλαγή συμπεριφοράς και την ετοιμότητα για δράση την οποία θα μπορούσε να προκαλέσει. Η παράσταση προκάλεσε θετικά συναισθήματα, κυρίως χαρά, ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Είναι γεγονός ότι η θεατρική εμπειρία με την πολλαπλότητα των ερεθισμάτων, τη χρήση διαφορετικών κωδίκων αλλά και τον κυρίαρχο παιγνιώδη χαρακτήρα, δημιουργεί έντονα συναισθήματα. Η σημασία των συναισθηματικών καταστάσεων που προκαλούνται στην συνείδηση του μικρού θεατή από την παράσταση, αλλά και τη γενικότερη επικοινωνιακή σχέση με την σκηνή, έγκειται στο γεγονός ότι αποτελούν στοιχείο της μνημονικής λειτουργίας του μαθητή και κατά συνέπεια συνιστούν σημείο αναφοράς, αξιολογικής αποτίμησης και γενικότερης νοηματοδότησης της συγκεκριμένης αλλά και κάθε μελλοντικής ανάλογης εμπειρίας (Γραμματάς, 2014). Ωστόσο, η πρόκληση του συναισθήματος των θεατών συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη ενός προβληματισμού για την ετερότητα και δεν παρέμεινε σε έναν απλό συναισθηματισμό. Η συσχέτιση των διαφορετικών μεταβλητών από την κλίμακα επίδρασης της παράστασης οδήγησε στη διαπίστωση ότι υπάρχει μια συνάφεια μεταξύ των συναισθημάτων που προκάλεσε η παράσταση, των σκέψεων που προκλήθηκαν αλλά και τη δυνητική αλλαγή χαρακτήρα και συμπεριφοράς των υποκειμένων της έρευνας, απέναντι σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτισμό.
Τα ερευνητικά δεδομένα κατέδειξαν ότι, στην περίπτωση της συγκεκριμένης παράστασης, η επίδραση είχε έναν ολιστικό χαρακτήρα και δεν προκάλεσε απλώς μια συναισθηματική εγρήγορση, αλλά και προβληματισμό, σκέψεις δηλ. που αφορούσαν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τη στάση μας απέναντί τους, τις διακρίσεις που υφίστανται κ.λπ. Το περιεχόμενο αυτού του προβληματισμού διαφάνηκε όταν ερωτήθηκαν για το περιεχόμενο των σκέψεών τους μετά την παράσταση. Συνήθως το θέατρο εκλαμβάνεται ως μια ξεχωριστή πραγματικότητα που όλα μπορούν να συμβούν και χωρίς καμία σύζευξη και σύνδεση με την αντικειμενική πραγματικότητα. Όπως αναφέρει ο Γραμματάς (1999, 286) «Όσο όμως και αν ο “μαγικός καθρέφτης” αποτελεί μια “φέτα ζωής”, όσο και αν η πραγματικότητα που εικονοποιείται σκηνικά εκλαμβάνεται ως αντικειμενικά υπαρκτή, ο θεατρικός χρόνος είναι συγκεκριμένος και μετά την παρέλευσή του το παιδί παύει πια να λειτουργεί ως θεατής». Έτσι, επιχειρήθηκε να διερευνηθεί κατά πόσο αναπτύχθηκε ένας βαθύτερος στοχασμός που με αφορμή την παράσταση συμπεριέλαβε την άμεση κοινωνική πραγματικότητα, την υποκειμενική εμπειρία και την προσωπική συμπεριφορά. Η ανάλυση των απαντήσεων των μαθητών μας έδωσε τη δυνατότητα να τις ομαδοποιήσουμε με βάση ορισμένους άξονες. Διαφάνηκε ότι η πλειοψηφία των ερωτώμενων, αντιλαμβανόμενοι το βασικό αντιρατσιστικό μήνυμα της παράστασης, ανέπτυξαν έναν προβληματισμό πάνω σε αυτό, πολλοί το συνέδεσαν με την προσωπική εμπειρία τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ο προβληματισμός αυτός εξελίχθηκε σε μια αναστοχαστική διαδικασία που έθεσε τις βάσεις για αλλαγής συμπεριφοράς.

Συμπεράσματα της έρευνας
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θεατρική παράσταση επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις στερεοτυπικές εικόνες των μικρών θεατών. Το θέατρο μπορεί να έχει έναν σημαντικό ρόλο σε θέματα που αφορούν την εμπέδωση της δημοκρατίας στην πράξη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αποδοχή της ετερότητας. Το θέατρο για παιδιά μπορεί να έχει μια διαπολιτισμική λειτουργία, να συμβάλλει στην ανάπτυξη της διαπολιτισμικής ικανότητας των παιδιών και να βελτιώσει τους όρους επικοινωνίας στις διαπολιτισμικές συναντήσεις.
Αν επιχειρήσουμε να απομονώσουμε τα χαρακτηριστικά της θεατρικής εμπειρίας ώστε να διαφανούν τα στοιχεία που ευνοούν την επίδραση, το πρώτο πράγμα που θα έλεγε κανείς είναι ότι αυτό που έχει σημασία είναι ο ιδεολογικός προσανατολισμός της παράστασης, δηλαδή οι παραδοχές για το ρόλο του θεάτρου, τη διαλεκτική που αναπτύσσεται με το κοινωνικό πλαίσιο και τη θέση και το ρόλο του θεατή. Η βασική αντίληψη πάνω στην οποία θα δομηθεί το θεατρικό γεγονός θα πρέπει να ξεκινά από την παραδοχή ότι ο μικρός θεατής δεν είναι ο καταναλωτής ενός προϊόντος, αυτό του θεάματος που προσφέρει το θέατρο, αλλά ένας μελλοντικός πολίτης ο οποίος θα συμμετέχει ενεργά στα κοινωνικά δρώμενα.
Στόχος είναι η διαμόρφωση ενός κοινωνικού υποκειμένου που κατανοεί τα κοινωνικά δρώμενα, αναπτύσσει κοινωνική δράση, εφαρμόζει τις δημοκρατικές αρχές ως προσωπικό βίωμα και αποκτά μια κριτική θεώρηση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αμφισβήτηση στερεότυπων και προκατασκευασμένων σχημάτων ερμηνείας της κοινωνικής και πολιτικής ζωής.
Δεύτερον η θεατρική παράσταση θα πρέπει να έχει έναν ολιστικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια θα πρέπει να αποτελεί μια συναισθηματική πρόκληση αλλά ταυτόχρονα, να επιτυγχάνει ένα επίπεδο γνωστικής κατανόησης που θα αποτελέσει τη βάση ανάπτυξης ενός προβληματισμού που θα μπορεί να οδηγήσει σε μια γνωστική σύγκρουση, σε μια αμφισβήτηση των ήδη υπαρχόντων εννοιολογικών σχημάτων (στερεοτύπων), για τον εαυτό και τον Άλλον.
Η επίδραση της παράστασης θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας αντιρατσιστικής δράσης εάν, μετά την παράσταση, στο πλαίσιο του σχολείου, αυτός ο αναστοχασμός που δημιουργήθηκε μπορούσε να αποκτήσει έναν περισσότερο συστηματικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια η θετική επίδραση που προκαλεί το θεατρικό γεγονός, π.χ. στο πλαίσιο μιας σχολικής επίσκεψης, για να μπορέσει να διευρυνθεί και να αποκτήσει μια μετασχηματιστική δυναμική, θα πρέπει να συνοδεύεται από μια συστηματική εφαρμογή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων που επιδιώκουν την επιστροφή στην εμπειρία και, μέσω αυτής, στην ενδυνάμωση και την αυτοβελτίωση.

Βιβλιογραφία

Άλκηστις, (2008). Μαύρη αγελάδα – άσπρη αγελάδα. Δραματική τέχνη στην εκπαίδευση και διαπολιτισμικότητα, Αθήνα: Τόπος.
Boal, A. (1979). Theatre of Oppressed, London: Pluto Press.
Bogardus, Ε.S. (1928). Occupational Distance. Sociology and Social Research 13, 73-81.
Cohen L. and Manion L. (1994). Μεθοδολογία εκπαιδευτικής έρευνας. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Γραμματάς, Θ. (2014). Η σκιά του κειμένου στο φως της παράστασης. Κειμενική γραφή – σκηνική μεταγραφή – μνημονική καταγραφή του θεάτρου Στο Γ. Βαρζελιώτη (επιμ.) Από τη χώρα των κειμένων στο βασίλειο της σκηνής (σσ. 55-69). Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, Αθήνα 26-30 Ιανουαρίου 2011. Αθήνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών.
Γραμματάς, Θ. (2010). Εισαγωγή. Στο Θ. Γραμματάς (επιμ.). Στη Χώρα του Τοτώρα. Θέατρο για ανήλικους θεατές. (σσ. 15-30). Αθήνα: Πατάκης.
Γραμματάς, Θ. (1999). Fantasyland. Θέατρο για Παιδικό και Νεανικό Κοινό. Αθήνα: Tυπωθήτω.
Deldime, R., (1996). Θέατρο για την Παιδική και Νεανική Ηλικία. Εισαγωγή – Μετάφραση Θόδωρος Γραμματάς. Αθήνα: τυπωθήτω
Goldberg, M. (1974). Children’s Theatre. A philosophy and a method, New Jersey: PrenticeHall, Englewood Cliffs.
Gudykunst, W. & Nishida, T. (1989). Theoretical perspectives for studying intercultural communication. In M. K. Asante, W. B. Gudykunst (eds), Handbook of intercultural communication (pp. 17-46). London: Sage.
Μανιάτης, Π. (2014). Θεατρικές τεχνικές και διαπολιτισμική εκπαίδευση. Το θέατρο ως μέσο ανατροπής των στερεοτύπων σε προγράμματα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Στο Θ. Γραμματάς (επιμ.) Πάμμουσος Παιδαγωγία. Η παιδαγωγική του Θεάτρου (σσ. 197-209). Αθήνα: Ταξιδευτής.
Μελούτσι, A. (2002). Κουλτούρες στο Παιχνίδι. Διαφορές για να συμβιώσουμε. Μτφρ.-Εισαγωγή – Επιμέλεια. Μ. Ψημίτης. Αθήνα: Gutenberg.
Μπρεχτ, Μπ. (1979). Μικρό Όργανο για το Θέατρο. Στο Από τον Αριστοτέλη στον Μπρεχτ, μτφρ. Α. Βερυκοκάκη. Αθήνα: Κάλβος.
Παπαδόπουλος, Σ. (2010). Θέατρο για παιδιά και για νέους: Η παιδαγωγική αποστολή του. Στο Θ. Γραμματάς (επιμ.). Στη Χώρα του Τοτώρα (σσ.77-106). Αθήνα: Πατάκης.
Στεργίου, Λ. (2007). Εμείς και οι Άλλοι. Κρίσεις και διακρίσεις. Στάσεις μελλοντικών εκπαιδευτικών έναντι της ετερότητας. Στο Χ., Γκόβαρης, Ε., Θεοδωροπούλου & Α., Κοντάκος (Eπιμ.). Η Παιδαγωγική Πρόκληση της Πολυπολιτσμικότητας. Ζητήματα Θεωρίας και πράξης της Διαπολιτισμικής Παιδαγωγικής (97-119). Αθήνα:Ατραπός.
Schonmann S. (2006). Theatre as a Medium for Children and Young People: Images and Observations. Dordrecht, The Netherlands: Springer
Φίλιας, Β. (2004). Εισαγωγή στη Μεθοδολογία και τις Τεχνικές των Κοινωνικών Επιστημών. Σπουδαστήριο Κοινωνιολογίας ΠΑΣΠΕ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Αθήνα: Gutenberg.
van de Water, M. (2009). TYA as Cultural Production: Aesthetics, Meaning and Material Conditions. Youth Theatre Journal 23(1), 15-21.

 

 

Παναγιώτης Μανιάτης

Εκπαιδευτικός, Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών

GreekEnglish