Λάσπη και αίμα στην Επίδαυρο- Ηλέκτρα/Ορέστης από την Comédie Française

Τις τραγωδίες του Ευριπίδη Ηλέκτρα και Ορέστης παρουσίασε η Comédie Française σε ενιαία παράσταση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Η Comédie Française, γνωστή και ως «Σπίτι του Μολιέρου», ιδρύθηκε το 1680 και συνεχίζει έκτοτε το δημιουργικό της έργο με ρεπερτόριο που υπερβαίνει τα 3.000 έργα και με διεθνείς περιοδείες ήδη από το 1867. Η πολυετής λειτουργία και το υψηλό επίπεδο των παραστάσεων αποδίδεται «στο θίασο, το ρεπερτόριο και την απαιτητική πρακτική των εναλλασσόμενων παραγωγών».[1] Στην Επίδαυρο εμφανίζεται για πρώτη φορά.

Ο σκηνοθέτης Ivo van Hove και ο δραματουργός Bart Van den Eynde συνάρθρωσαν την Ηλέκτρα (γραμμένη το 413 π.Χ.) και τον Ορέστη (408 π.Χ.) σε μία τραγωδία, με απότοκο ένα τρίτο κείμενο από το οποίο απουσίαζε μέρος των χορικών και του αρχικού κειμένου. Η συρρίκνωση ωστόσο δεν αφαίρεσε από την ουσία του τραγικού λόγου και υποκαταστάθηκε από θεατρικά νόμιμη φόρμα. Ο van Hove και ο den Eynde κράτησαν αυτούσιο το μέρος του ευριπίδειου κειμένου που χρησιμοποίησαν, δε μετασκεύασαν το μυθολογικό υλικό, αλλά εστίασαν στον παλιό πυρήνα του μύθου και τον απέδωσαν με νέες εμπλουτισμένες μορφές έκφρασης. Το αποτέλεσμα ήταν πρωτότυπο και συναρπαστικό, έμπλεο θεατρικότητας. Η παράσταση πρόσφερε ένταση, δυνατή συγκίνηση αλλά και διανοητική εγρήγορση.

Ο Ivo van Hove με την ανανεωμένη εκδοχή της Ηλέκτρας και του Ορέστη δημιούργησε μία καθολική θεατρική εμπειρία. Ανέδειξε τον πυρήνα των έργων και τόνισε την  κοινωνική διάσταση του αρχαίου δράματος, την πολιτική χροιά με τις αναλογίες των σύγχρονων συνθηκών ζωής. Τα δραματικά πρόσωπα κατά τη διδασκαλία του εκκινούσαν από την ανθρώπινη σύσταση για να διαβούν μέσω της ανοίκειας μητροκτονίας τα όρια που διαχωρίζουν το ρόλο του θύτη από εκείνον του θύματος, να επωμιστούν την απόφαση και την ευθύνη, να ανατρέψουν τον κόσμο στον οποίο ζουν – για να σωθούν.

Τα θέματα των έργων παρουσιάζονται στην παράσταση της Comédie Française εξελικτικά. Η απελπισία, το πάθος για εκδίκηση και το μίσος παίρνουν σταδιακά τη μορφή της έμπρακτης βίας. Ο Ivo van Hove εστίασε στο διαχρονικό θέμα της επανάστασης των νέων και στη βαθμιαία οικοδόμηση μιας ριζοσπαστικής δραστηριότητας. Ο ορθολογισμός δεν έχει θέση στις πράξεις των απελπισμένων ηρώων που κινούνται μόνο από το ένστικτο και την ανάγκη της επιβίωσης. Σε συνέντευξή του ο Ivo van Hove επισημαίνει: «Αυτό που ήθελα να δείξω ήταν αυτό το ταξίδι, αυτή τη διαδρομή τους στη ριζοσπαστικοποίηση, στα άκρα. Είναι κάτι που το βλέπουμε παντού σήμερα γύρω μας όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην Αμερική, στην Μέση Ανατολή και την Ασία».

Στην Ηλέκτρα το θέμα της βίας αποτελεί το κέντρο. Στον Ορέστη προβάλλεται το θέμα της δικαιοσύνης από την οπτική γωνία των νέων και υπό το πρίσμα των μεγαλύτερων. Σημείο σύγκλισης δεν εμφανίζεται. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και πυροδοτεί την έναρξη νέου κύκλου βίας. Τη λύση προσφέρει ένα βήμα πριν την πλήρη καταστροφή, ο από μηχανής θεός. Ο Απόλλων του Ευριπίδη παρεμβαίνει και σταματά τις ανατρεπτικές ενέργειες. Ο Απόλλων του Βέλγου σκηνοθέτη (Gaël Kamilindi) κατεβαίνει από το  Κοίλο και προσφέρει την ευριπίδεια λύση με τόνο ειρωνικό, ενώ με την υποκριτική του μέθοδο αφήνει να πλανάται στην ατμόσφαιρα η αμφισβήτηση για το υπαρκτό τέλος της βίας.

Τη σκληρότητα των θεμάτων υπογράμμιζε ο σκηνικός χώρος. Ο Jan Versweyveld κατασκεύασε μία τετραγωνισμένη σκοτεινή καλύβα για να συνυποδηλώσει την κατοικία της Ηλέκτρας, το παλάτι, τον τάφο, τη μαύρη τρύπα του χάους. Γύρω απ’ την καλύβα απλώνεται λάσπη μαύρη και πηχτή σε όλη την Ορχήστρα. Σ΄ αυτή τη λάσπη, σύμβολο της ύβρεως του οίκου των Ατρειδών, έρπει η Ηλέκτρα, χάνει τη γόβα της η Κλυταιμνήστρα, σύρεται ο νεκρός Αίγισθος, καταβυθίζεται ο Ορέστης.

Η σκηνοθεσία ανέσυρε τα τραγικά μεγέθη και ανέδειξε τη διαχρονικότητα του Ευριπίδη, ίσως μέσα από το ρωμαϊκό φίλτρο του Σενέκα. Σκηνές ωμής βίας, όπως ο ευνουχισμός και ο κανιβαλισμός του νεκρού Αίγισθου από την Ηλέκτρα, αν και ξένες προς την αισθητική της αρχαίας τραγωδίας, υπογράμμισαν τα συναισθήματα μίσους, τη βιωμένη καταπίεση και την εκδικητική μανία της κεντρικής ηρωίδας επί εδάφους ψυχαναλυτικής παραπομπής. Η περιπέτεια, η ανατροπή και η έντονη δράση (από την απελπισία στην απόφαση και την ανάληψη πρωτοβουλιών) κυριάρχησαν μορφοποιημένα σε διάλογο ανάμεσα στο σώμα, την εικόνα, τους ήχους και τη μουσική υποστήριξη.

Το ρόλο της Ηλέκτρας ερμήνευσε η Suliane Brahim και ανέδειξε στο έπακρο τα στάδια από τα οποία διέρχεται εξελικτικά η Ηλέκτρα: εξαθλίωση – εκδίκηση – ενοχή. Με τεχνική τελειότητα ανέδειξε το δραματικό πρόσωπο που υποδύθηκε, σκληρό, άγριο και ωμό, κατά τη σύλληψη του Ευριπίδη.

Ο Christophe Montenez συγκρότησε το ήθος του Ορέστη προοδευτικά,  αμφιταλαντευόμενος αρχικά μπροστά στο χρησμό της μητροκτονίας, αποφασιστικός, μανικός, έμφοβος, ρήτορας, εξτρεμιστής. Αρνητικό σημείο της υπόκρισής του οι περιστασιακά δυνατές κραυγές, τις οποίες καθιστούσαν ενοχλητικές τα μικρόφωνα-ψείρες.

Ο Πυλάδης-Loic Corbery υποστήριξε το ρόλο του ως υπομόχλιο της δράσης που συναιρεί συντροφικότητα, μηχανορραφία και αποφασιστικότητα.

Έγκυρη υφολογική πρόταση της παράστασης η  Elsa Lepoivre που επωμίστηκε με την ίδια ακριβώς ενδυμασία και εμφάνιση το διπλό ρόλο της Κλυταιμνήστρας και της Ελένης. Η σκηνή στην οποία ως Κλυταιμνήστρα εναγκαλίζεται την κόρη της Ηλέκτρα ήταν ένα υποκριτικό διαμάντι και από τις δύο ηθοποιούς αλλά και σκηνοθετικό εύρημα.

Η παντοδυναμία του λόγου της αρχαίας τραγωδίας, η παντοδυναμία του διαλόγου και της ανταλλαγής επιχειρημάτων της αθηναϊκής Αγοράς και της Πνύκας αναδύθηκαν στις σκηνές Ορέστη-Μενέλαου και Ορέστη-Τυνδάρεω, στις οποίες οι έμπειροι ηθοποιοί της Comédie Française Denis Podalydès και Didier Sandre έπλασαν με δεξιοτεχνία έναν αμφιταλαντευόμενο Μενέλαο και έναν αδιάλλακτο Τυνδάρεω αντίστοιχα.

Ο Φρύγας υπηρέτης της Ελένης, Éric Génovèse, παρουσιάστηκε ρεαλιστικά έντρομος και οικτρός σκλάβος, μακράν της στερεότυπης κωμικής φιγούρας στην οποία καταφεύγουν συνήθως οι σκηνοθέτες.

Επαρκείς και οι ηθοποιοί σε μικρότερους ρόλους, ο Bruno Raffaelli (γέρος Μυκηναίος), ο  Benjamin Lavernhe (Μυκηναίος χωρικός), η  Rebecca Marder (Ερμιόνη).

Ο Χορός σε περιορισμένης έκτασης κείμενο υποστήριξε το ρόλο του με κορυφαία την Claude Mathieu, με κινησιολογική αρτιότητα, επιθετική τόλμη, έκρυθμες εκρήξεις, νευρώδη σωματοποίηση των συναισθημάτων. Μαζί με την Ηλέκτρα μετουσίωσαν την άγρια χαρά για την επερχόμενη εκδίκηση σε ρυθμό, εικόνα και μανία βακχική, σε χορογραφία του Wim Vandekeybus. Η πρωτότυπη μουσική, σύμφυτη προς το ύφος της παράστασης, με κρουστά επί σκηνής και ηλεκτρονικούς ήχους, ήταν του Eric Sleichim.

Τα κοστούμια της ενδυματολόγου An D’ Huys διέκριναν χρωματικά τα μέλη του βασιλικού οίκου, ντυμένα σε bleu roi, από τους πληβείους, της Ηλέκτρας συμπεριλαμβανομένης, ντυμένους με ενδύματα φαιά.  Στην πορεία ωστόσο της παράστασης τα «αριστοκρατικά» ρούχα θα αμαυρωθούν από τη λάσπη και θα κηλιδωθούν από το αίμα. Κανείς δεν περνά από την ύβριν «αβρόχοις ποσί».

 

Κόννη Σοφιάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Από το πρόγραμμα της παράστασης.

2 Photos: Jan Versweyveld/Comédie Française

 

EnglishGreek