Kώδικες Επικοινωνίας στο Θέατρο για παιδιά και νέους

Η επιβεβαιωμένη πλέον ιδιαιτερότητα του  θεάτρου για κοινό ανηλίκων θεατών, η καλλιτεχνική, κοινωνική και πολιτιστική του αποδοχή, η μετάλλαξή του σε χώρο πειραματισμού και παιδαγωγικής παρέμβασης αλλά και η μετατροπή του από μια απλή μορφή διασκέδασης ή ιδεολογικής κατήχησης των παιδιών σε μια σημαντική διεργασία στα πλαίσια ανακάλυψης, κατανόησης, και κατάκτησης του κόσμου, δημιουργούν έναν χώρο εξαιρετικών προσδοκιών και προκλήσεων. Με βάση τη σύγχρονη πραγματικότητα, η θεατρική επιστήμη –θεωρητικός μεταφραστής της ζωντανής θεατρικής εμπειρίας με όρους επιστημονικούς– είναι υποχρεωμένη να εξετάσει με ακρίβεια και συνέπεια όλους τους παράγοντες που επιδρούν στην εικόνα και τη λειτουργία του σύγχρονου θεάτρου που απευθύνεται σε ανήλικο κοινό, συμβάλλοντας έτσι έμμεσα και στην ποιοτική αναβάθμισή του. Το συγκεκριμένο θεατρικό είδος, ως καλλιτεχνικό προϊόν, υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες που διέπουν την επικοινωνία του με τον δέκτη του σκηνικού γεγονότος. Εύλογο και απαραίτητο είναι, συνεπώς, να εξεταστούν ενιαία όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή και εδραιώνουν αυτή την επικοινωνία.  Ως αντικείμενο επιστημονικής ενασχόλησης ορίστηκαν οι κώδικες μέσω των οποίων η θεατρική παράσταση  μεταφέρει μηνύματα στο ιδιαίτερο κοινό της.

Εισαγωγή

Αρχικώς θεωρήθηκε χρήσιμη μία αναφορά στην ιστορική εξέλιξη του θεάτρου για κοινό ανήλικων θεατών τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα, εξετάζοντας επίσης τη σύγχρονη κατάσταση και τις τάσεις που διαφαίνεται να αναπτύσσονται. Ακολούθως ορίστηκαν η θεματολογία, οι στόχοι και η μεθοδολογία της διατριβής. Μετά από μία σύντομη εξέταση της διεθνούς και ελληνικής βιβλιογραφίας, επισημάνθηκε ότι οι επικοινωνιακοί και σημασιοδοτικοί κώδικες οι οποίοι διέπουν το θέατρο που απευθύνεται σε κοινό ανήλικων θεατών, τόσο στο σύνολό τους όσο και σε επιμέρους πτυχές τους, δεν έχουν έως τώρα αποτελέσει αντικείμενο εγχώριας συστηματικής επιστημονικής έρευνας, ενώ το συγκεκριμένο έλλειμμα διαπιστώθηκε επίσης στην διεθνή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία. Τέλος παρουσιάστηκε λεπτομερώς η μέθοδος προσέγγισης του αντικειμένου της έρευνας, η οποία περιλαμβάνει μεν τη χρήση δεδομένων θεωρητικών προτάσεων, όπως στοιχεία της σημειολογίας, απαιτεί όμως και σύνθετα μεθοδολογικά εργαλεία αντλούμενα από επιστήμες όπως η θεατρολογία, η αισθητική θεωρία, η παιδαγωγική, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η ανθρωπολογία και η γλωσσολογία. Με δεδομένη τη ρευστότητα και τη συνθετότητα της θεατρικής επικοινωνίας, καθώς και την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του παραστασιακού γεγονότος υπογραμμίζεται η σημασία της επιτόπιας εξέτασης και της αφομοίωσης των δεδομένων της άμεσης εποπτείας. Επισημαίνεται ότι  η μέθοδος αυτή έρευνας απαιτεί την  παρουσία του ερευνητή στο χώρο και τον τόπο της παράστασης με στόχο τη συλλογή στοιχείων που εμπλουτίζουν, ενισχύουν  αλλά και αναδιαρθρώνουν τα προκαθορισμένα θεωρητικά σχήματα. Ο ερευνητής, κινούμενος συνεχώς ανάμεσα σε δύο διακριτά επιστημονικά πεδία, εκείνα της παραγωγής και της πρόσληψης,  οφείλει να καταγράφει με εγρήγορση και ευαισθησία τις αλληλεπιδράσεις σκηνής και πλατείας αποκρυπτογραφώντας τα πολύπλοκα επικοινωνιακά δίκτυα που αναπτύσσονται. Στο εισαγωγικό μέρος της διδακτορικής διατριβής γίνεται επίσης προσπάθεια να αναδυθεί η ανάγκη σφαιρικής θεώρησης της πολυμορφίας και της πολυφωνίας του σκηνικού εγχειρήματος και να στηριχθεί με επιχειρήματα η επιλογή εξέτασης της αξιοποίησης, της λειτουργίας και της αλληλεπίδρασης των κωδίκων επικοινωνίας στα πλαίσια μεγάλων ενοτήτων (σκηνοθεσία, υποκριτική, εικαστικό πλαίσιο, ήχος ).Οι ενότητες αυτές, οι οποίες  απαρτίζονται από ετερογενή συστήματα σημασίας με άπειρες δυνατότητες συνδυασμών και δυναμικών συζεύξεων,  αποτελούν  τα επιμέρους κεφάλαια στα οποία εξακτινώνεται η εργασία.

Σκηνοθεσία

Θεματική αφετηρία απετέλεσε η εξέταση των κωδίκων της σκηνοθεσίας παραστάσεων που απευθύνονται σε κοινό ανηλίκων θεατών. Στο σημείο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί έμφαση στην εξέταση της ιστορικής εξέλιξης των σημερινών κυρίαρχων σκηνοθετικών κατευθύνσεων (με ιδιαίτερη εστίαση στις τεχνικές της αποστασιοποίησης, στη σωματικότητα και στη συμμετοχή) που απαντώνται σε θεατρικές παραγωγές με καταφανή καλλιτεχνική στόχευση για ανήλικο κοινό. Διαπιστώθηκε πως, ανιχνεύοντας τις επιρροές που διακρίνονται αδρώς στη σημερινή σκηνοθετική πρακτική, αποκαλύπτεται ένα σύνθετο και εύγλωττο πλέγμα νοηματοδοτικών κωδίκων με βαρύνουσα και ιδιαίτερη σημασιολογική βαρύτητα και ιστορική θεμελίωση. Σε συνδυασμό με τα πορίσματα της παιδαγωγικής και της ψυχολογίας εντοπίστηκε επίσης, μία τάση προς τη χειραφέτηση του ανήλικου θεατή από τη βίαιη εξουσία του κόσμου των ενηλίκων, μία τάση προς την αναγνώριση του παιδιού ως θεατή που σμιλεύει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας, της συμμετοχής και της δημιουργίας. Επιπλέον, επισημάνθηκε και παρουσιάστηκε αναλυτικώς η ιδιαιτερότητα του αποδέκτη του σκηνικού θεάματος, συνδέοντας τα δεδομένα της θεατρολογίας, της παιδαγωγικής και της παιδοψυχολογίας με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Εν συνεχεία, οδηγηθήκαμε στην διάκριση και την ανάλυση τριών κύριων σκηνοθετικών τάσεων στο σύγχρονο θέατρο για κοινό ανήλικων θεατών: την αποστασιοποίηση, τη σωματικότητα και τη συμμετοχικότητα, τάσεις για τις οποίες η έρευνα έδειξε πως κυριαρχούν κατά την τελευταία δεκαετία στις θεατρικές σκηνές που απευθύνονται σε ανήλικο κοινό. Η έρευνα αυτή έδειξε, επίσης, πως οι ισχυρές αυτές τάσεις συνήθως δεν παρουσιάζονται ως αυτόνομες και συμπαγείς σκηνοθετικές προτάσεις αλλά μάλλον επηρεάζουν –άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο– τη συνολική σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία εν γένει χαρακτηρίζεται από συγκρητισμό. Τα θεωρητικά μέρη στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, εμπλουτίζονται και θεμελιώνονται με παραδείγματα σύγχρονων σκηνοθετικών επιλογών όπως αυτά έχουν καταγραφεί με τη μέθοδο της αυτοψίας και της επιτόπιας έρευνας.

Υποκριτική

Τη σκηνοθεσία ακολουθεί το κεφάλαιο που ασχολείται με την τέχνη της υποκριτικής. Ενώ και εδώ αφετηρία αποτελεί η ιστορική αναδρομή, τα τεχνικά χαρακτηριστικά αποκτούν στη συνέχεια ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η υποκριτική χαρακτηρίζεται από μία έντονη πρακτική πλευρά, η οποία εξετάζεται μέσω των κινησιολογικών κωδίκων, της χρήσης της φωνής και της μίμησης ως φορέων νοήματος. Σε κάθε περίσταση επιχειρήθηκε –με βάση θεωρητικές αναζητήσεις που θα ανταποκρίνονται στα δεδομένα της εμπειρίας– να συντεθούν μέθοδοι προσέγγισης κατάλληλοι προς το αντικείμενο. Έτσι, στην προσέγγιση των κινησιολογικών και μιμητικών κωδίκων χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία της σημειολογίας του θεάτρου σε συνδυασμό με τη θεατρική ανθρωπολογία, ενώ για την κατανόηση των φωνολογικών κωδίκων προτιμήθηκε ένας συνδυασμός των πρακτικών της φωνολογίας σε συνάρτηση με  πρότυπα δανεισμένα από τη γλωσσολογία και τη φιλολογική έρευνα. Στο σημείο αυτό γίνεται προσπάθεια να συσχετιστεί η λειτουργία των κωδίκων της υποκριτικής με τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου είδους θεάτρου και κοινού. Επίσης, αναφέρονται παραδείγματα για την αλληλεπίδραση μεταξύ ηθοποιού και ανηλίκου θεατή.

Εικαστικό πλαίσιο

Μετά τη σκηνοθεσία και την υποκριτική αντικείμενο της μελέτης είναι το εικαστικό πλαίσιο της παράστασης που απευθύνεται σε ανήλικο κοινό. Αφού πρώτα αναπτύσσεται η ιστορική παράμετρος, επιχειρείται μία προσέγγιση των επιμέρους εικαστικών στοιχείων μέσω των ανά περίσταση κατάλληλων μορφών μελέτης. Ο σκηνικός χώρος και τα σκηνικά αντικείμενα, οι σκηνικοί μηχανισμοί, τα ενδύματα, τα αξεσουάρ, η κόμμωση και τα προσωπεία, οι κούκλες και οι προβολές, και, τέλος, ο φωτισμός αποτελούν τα κάθε ένα ξεχωριστά έναν ιδιαίτερο κώδικα με ιδιαίτερες ιστορικές συνδηλώσεις και αυτοτελείς τεχνικούς και τεχνολογικούς κανόνες λειτουργίας. Κατά την εξέταση της σκηνογραφίας ασχοληθήκαμε με τη χωροταξική-αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του σκηνικού χώρου, με τα κινησιολογικά δεδομένα που πρέπει να υπηρετηθούν, με τον φωτισμό και τη χρήση του χρώματος, με την αισθητική, παιδαγωγική και ψυχολογική διάσταση της σκηνικής δημιουργίας. Επισημάναμε ότι σκοπός οποιασδήποτε συγκεκριμένης διαμόρφωσης και οριοθέτησης του σκηνικού χώρου είναι η σύνθεση ενός πεδίου πρόσφορου για τη δράση και ανάπτυξη της φαντασίας του ανήλικου θεατή, η οποία καλείται να μεταγράψει τα δεδομένα του σκηνικού θεάματος σε παραστατικές εικόνες, αναπτύσσοντας έναν παράλληλο νοηματοδοτικό μηχανισμό, ο οποίος δύναται να συγκροτήσει μια διαλεκτική ανάμεσα στον από σκηνής λόγο και τον σκηνικό χώρο. Οι ανάγκες που διακρίναμε πως πρέπει να καλύπτονται από το εικαστικό πλαίσιο της παράστασης είναι κειμενικές, κινησιολογικές-χωροταξικές, αισθητικές-παιδαγωγικές και ψυχολογικές. Αντικείμενο της έρευνάς μας απετέλεσαν επίσης τα σκηνικά αντικείμενα, δηλαδή κατά κύριο λόγο στοιχεία σταθερά του σκηνικού διακόσμου, στοιχεία κινητά του σκηνικού διακόσμου, στοιχεία που φοριούνται, ιδίως ενδύματα ή προσωπεία, και στοιχεία εικονικά, δηλαδή στοιχεία που δημιουργούν την ψευδαίσθηση της παρουσίας αληθινών υποκειμένων ή αντικειμένων, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για τεχνητά υποκατάστατά τους. Η θεωρία και σε αυτό το κεφάλαιο αναπτύσσεται παράλληλα με την εποπτεία της θεατρικής πράξης και διανθίζεται από τα αντίστοιχα φωτογραφικά στιγμιότυπα.

 

Ήχος

Ένας επιπλέον κώδικας σημασίας με ιδιαίτερη βαρύτητα είναι ο ήχος όταν χρησιμοποιείται σε λειτουργίες πέραν των γλωσσικών. Εδώ ο ήχος αντιμετωπίζεται ως μία σύνθετη, εύπλαστη και πλήρης <γλώσσα> επικοινωνίας, η οποία είναι με ιδιαίτερο τρόπο σε θέση να σχολιάσει τα επί σκηνής τεκταινόμενα προσθέτοντας μίαν επιπλέον διάσταση στο θεατρικό γίγνεσθαι. Κατά τη μελέτη της χρήσης του ήχου στο θέατρο για κοινό ανήλικων θεατών θεωρήθηκε αναγκαίο να αναπτυχθεί ένα πρωτότυπο μεθοδολογικό οπλοστάσιο, όπως αυτό κατά της γνώμη μας προκύπτει από τα δεδομένα της έρευνάς μας. Με την επιλογή αυτή επιδιώχθηκε να αντιμετωπιστεί ένα εγγενές πρόβλημα κατά την εξέλιξη της έρευνας, εκείνο της αλληλεπίδρασης των ποικίλων κωδίκων που λειτουργούν στα πλαίσια του θεατρικού γεγονότος, μία αλληλεπίδραση που απαιτεί ιδιαίτερα θεωρητικά μέσα για τη διάκριση της δράσης του κατά την εξέταση του τελικού αποτελέσματος, δηλαδή της παράστασης. Για τον σαφέστερο προσδιορισμό της σημασιακής χρήσης των ήχων στα πλαίσια μιας παράστασης, επιχειρήσαμε να αξιοποιήσουμε το πρότυπο των σχημάτων λόγου όπως μας είναι γνωστά από την τέχνη της γλωσσικής έκφρασης και να ελέγξουμε τη δυνατότητα εφαρμογής τους στη χρήση του ήχου. Επιπλέον προσεγγίσαμε ειδικές λειτουργίες του ηχητικού κώδικα στο συγκεκριμένο είδος θεάτρου στα πλαίσια ειδικότερων στοχεύσεων όπως: η  αποστασιοποίηση, η χωροχρονική μετάβαση, η δημιουργία ατμόσφαιρας, η υποστήριξη ή η υπονόμευση στερεοτύπων και η μουσική παιδεία του ανήλικου θεατή. Όπως σε όλα τα κεφάλαια της εργασίας έτσι και εδώ το θεωρητικό μέρος συνοδεύτηκε από  μια ποικιλία παραδειγμάτων και φωτογραφικού υλικού.

Άλεξία Παπακώστα

Διδάκτωρ Π.Τ.Δ.Ε. του Ε.Κ.Π.Α., Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων Π.Ε. Βοιωτίας

Περίληψη Περιεχομένων Διδακτορικής Διατριβής.

GreekEnglish