«Ο Ηλίθιος» στο Εθνικό Θέατρο

Ο ΗΛΙΘΙΟΣ


Η δραματοποίηση αποτελεί μια εκδοχή στο σύγχρονο θεατρικό μοντερνισμό, επιτρέποντας στο σκηνοθέτη να γίνει ενεργός συνδημιουργός του κειμένου και δίνοντας στο θεατή την ευκαιρία να επικοινωνήσει εποπτικά και ευσύνοπτα με ένα λογοτεχνικό έργο που διαφορετικά πιθανώς να γνώριζε μόνο από τον τίτλο του.
Το εγχείρημα αυτό για να πετύχει, απαιτεί βαθιά λογοτεχνική παιδεία και σκηνική κατάρτιση, θεωρητική γνώση των αφηγηματικών τεχνικών και των κωδίκων του δράματος αλλά και του θεάτρου, γεγονός όχι τόσο, ούτε πάντα αυτονόητο στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Ο Στάθης Λιβαθινός πραγματοποίησε ένα παράτολμο πείραμα διακυβεύοντας πολλά. Κατόρθωσε όμως να πετύχει απόλυτα και να παρουσιάσει σε μια υποδειγματική παράσταση ένα έργο που θ’ αποτελέσει σημείο αναφοράς για κάθε προγενέστερη αλλά και μελλοντική παρόμοια απόπειρα.
Η πολυδιάστατη και περίπλοκη ιστορία του ογκώδους μυθιστορήματος του Φ. Ντοστογιέβσκη χειραγωγήθηκε με τρόπο ισορροπημένο, οι αφηγηματικές και περιγραφικές του αξίες μεταγράφηκαν εικονοποιημένα με αντιστικτική τεχνική, το δραματικό ενδιαφέρον και η ψυχογραφική αποτύπωση των ηρώων υποστασιοποιήθηκαν παραστατικά από τους ηθοποιούς, οι συγκρουσιακές καταστάσεις και οι συναισθηματικές μεταβολές, εκτενώς αφηγηματικά αναλυόμενες από το συγγραφέα, ζωντάνεψαν δημιουργικά μπροστά στο θεατή, που αιφνιδιασμένος και συνεπαρμένος από το καταιγιστικό σκηνικό θέαμα, βυθιζόταν στον κόσμο της τσαρικής Ρωσίας, μέσα από τη μαγεία του θεάτρου.

Ο ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ


Τι σημαίνει «Θέατρο» και ποια η παρουσία του στη σύγχρονη πραγματικότητα μετά τον μοντερνισμό;
Πώς λειτουργεί ο χώρος και πώς δημιουργείται η επικοινωνία κατά τη διάρκεια της παράστασης;
Ποιος είναι ο ρόλος του «θεατή» σε μια σύγχρονη «performance»;
Αυτά τα ερωτήματα του απλά προβληματισμένου θεατή βρίσκουν απάντηση στην προκλητική παράσταση «Ο Μαγιακόβσκη στους αιώνες» που έστησε η Αθηνά Κεφαλά στο Νεοκλασικό του Κόμη στα Πατήσια, με τρεις εξαιρετικούς ηθοποιούς (Μανόλη Δραγάτση, Γιώργο Ντούση, Βάσια Πασπάλη) και δύο μουσικούς (Καρλ Κοτζαμάνη, Σοφία Μουλακάκη).
Η καλλιτεχνική συγκίνηση που προκαλούν οι ερωτικές επιστολές του αυτόχειρα ποιητή προσλαμβάνεται θαυμάσια, μέσα σε μια ατμοσφαιρική, σχεδόν αλλοτινή διάσταση, που ενεργοποιεί τη συνείδηση του θεατή και του φανερώνει τους καινούριους δρόμους που τραβά το θέατρο του 21ου αιώνα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ


Στο «Χυτήριο» συμβαίνει κάτι που αξίζει να το δει ο σύγχρονος προβληματισμένος θεατής, άσχετα με την τελική εντύπωση που θα αποκομίσει.
Ο Άρης Μπινιάρης (ηθοποιός) και η Σμαρώ Γρηγοριάδου (μουσικός), κάτω από την σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιώργου Μπινιάρη, παρουσιάζουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Αντιγόνη». Ο δρόμος που πριν από πολλά χρόνια άνοιξε ο Άρης Ρέτσος, προεκτείνεται μέσα στη σύγχρονη performance.
Ο αρχαιοελληνικός λόγος του πρωτότυπου συνδέεται αρμονικά με τη νεοελληνική μετάφραση, ενώ η δημοτική ποίηση και το τραγούδι υπομνηματίζουν εύστοχα τον προσωδιακά εκφερόμενο λόγο, μορφοποιώντας παραστατικά τη διασύνδεση του αρχαίου με το σύγχρονο ελληνικό λόγο, μέσα από τη γλώσσα και τη μουσική, με «όχημα» το σώμα του ηθοποιού.

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ


Η «πειραματική» (;), «πρωτοποριακή» (;) ή όπως αλλιώς θέλει να αποκληθεί παράσταση, συνίσταται σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον (αλλά παρωχημένο) σουρεαλιστικό κείμενο γνωστού γάλλου συγγραφέα, μέλους του «Κολεγίου της Παταφυσικής» που με ομολογουμένως ανατρεπτικό λεκτικό στιλ, παρουσιάζει ένα κοινότυπο θέμα σε πολλαπλές παραλλαγές, θυμίζοντας έντονα τις ντανταϊστικές ανατροπές των αρχών του 20ου αιώνα, συνοδεία ομολογουμένως ενδιαφέρουσας μουσικής σύνθεσης, πάνω στα πρότυπα της γοτθικής πολυφωνίας και της ατονικής έκφρασης του Ερικ Σατί. Το όλο εγχείρημα θεματικά παρέπεμπε «bon-gré, mal-gré» σε ταινίες του Ζακ Τατί της δεκαετίας του ’50, που προσπαθούσαν απεγνωσμένα να υποστηρίξουν κινησιολογικά (γιατί ο όρος «υποκριτικά» ήταν πλήρως εξοβελισμένος) νέοι ηθοποιοί, όπως συνήθως κάνουν σπουδαστές δραματικής σχολής, σε παράσταση εφαρμογής.

EnglishGreek