Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ. ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ (Προδημοσίευση)

Ιστορία και ιστορικό γεγονός

Η Ιστορία ως έννοια αλλά και περιεχόμενο, οι δυνατοί τρόποι προσέγγισης και ερμηνείας της ως φαινομένου, η σχέση της ως χρόνου με το παρελθόν και το παρόν, αποτελούν ζητούμενα που διαχρονικά απασχολούν τη σχετική έρευνα. Νεότερες απόψεις θεωρώντας την ως αλληλουχία γεγονότων αλλά και αφήγησή τους, ανεξάρτητα από το βαθμό αλήθειας ή αληθοφάνειας που διαθέτουν (Veyne 1971: 423), επισημαίνουν τον ενδογενή δυισμό που τη διακρίνει, ως «ιστορική πραγματικότητα» από τη μια και ως «μελέτη αυτής της πραγματικότητας» από την άλλη, ενώ μέσα από αυτές προκύπτει και μια τρίτη, που αφορά τις ίδιες τις διαδικασίες αφήγησης των προηγουμένων (Λε Γκοφ 1998: 148).Κατ’ αυτό τον τρόπο, παραδοσιακές θεωρήσεις του τύπου «Ιστορία είναι η επιστήμη των ανθρώπων μέσα στο χρόνο» (Bloch 1974), δίνουν τη θέση τους σε άλλες που την αντιμετωπίζουν ως έννοια «αμφίσημη, δυνάμει συμβαντολογική και δυνάμει δομική» (Ricoeur 1961:226), ενώ προωθούν τη διαχείριση της μελέτης της με διαφορετικά μοντέλα από ότι γινόταν στο παρελθόν.

Τα ερωτήματα που τίθενται στον ερευνητή που επιχειρεί να μελετήσει με νηφαλιότητα το παρελθόν και να διατυπώσει τις κρίσεις του γι’ αυτό, ερμηνεύοντας την Ιστορία και τα ιστορικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Υπάρχει πράγματι μία και μόνο Ιστορία της αντικειμενικής πραγματικότητας, η οποία γράφεται ανεξάρτητα από το ανθρώπινο υποκείμενο που την μελετά, ενώ ταυτόχρονα περικλείει την πρακτική καταγραφής της από αυτό, ή μήπως η Ιστορία είναι απλώς καταγραφή όσων γεγονότων έχουν θεωρηθεί από την εκάστοτε καταγράφουσα συνείδηση ως αντικειμενικά και σημαντικά; Και ακόμα, είναι δυνατόν να γίνει γνωστή και κατανοητή η πραγματικότητα και η Ιστορία της στον μελετητή, ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις του, ή μήπως αυτό είναι πάντα αναπόφευκτη συνισταμένη των αντικειμενικών συνθηκών με τις υποκειμενικές προσλαμβάνουσες του ιστορικού; Αν κάτι τέτοιο υφίσταται, τότε με ποια μέσα συντελείται αυτή η διεργασία (Λιάκος 2007); Αν δηλαδή δεχθούμε ότι οι εκάστοτε αντιλήψεις του καταγράφοντος υποκειμένου επηρεάζουν την επιλογή και τον τρόπο παρουσίασης του κόσμου, τότε πόσο και γιατί διαφέρει η Ιστορία από τη Λογοτεχνία, η οποία τουλάχιστον παραδέχεται με ειλικρίνεια το βαθμό στον οποίο οι υποκειμενικές απόψεις επηρεάζουν τον τρόπο που αποδίδει ή συλλαμβάνει την πραγματικότητα (Gossman 1990, Χαραλαμπίδου 1997: 249-273); Αλλά ποιος είναι ο αποκαλούμενος «ιστορικός», και σε ποιες προϋποθέσεις στηρίζεται, προκειμένου να γνωρίσει το παρελθόν, δηλαδή ένα συντελεσμένο γεγονός σε χρόνο του οποίου δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας; Κατά συνέπεια, αφού δε διαθέτει ούτε άμεση εμπειρική, ούτε έμμεση δευτερογενή γνώση των γεγονότων την «αλήθεια» των οποίων αναζητά «τι είδους γνώση διαθέτει; Με άλλα λόγια τι πρέπει να κάνει, προκειμένου να τα γνωρίσει;» (Collingwood 1956: 282).

Οι απορίες που εγείρονται και τα ερωτηματικά που χρήζουν απαντήσεων είναι πολλά και ποικίλα, επιδεχόμενα αντίστοιχων προσεγγίσεων, που κάποτε καθιστούν πολυπλοκότερο το ζητούμενο, αντί να συμβάλλουν στην ουσιαστική του επίλυση.

Ενδεικτικά και μόνο, μπορούμε να αναφέρουμε τα ακόλουθα:

  • ποιο είναι το νόημα της «Ιστορίας» (αν τελικά υπάρχει κάτι τέτοιο) και ποιοι οι παράγοντες που το καθορίζουν;
  • πώς αποτιμάται ο παρελθοντικός χρόνος, μέσα στην παροντική του διάσταση και πώς η μεταγενέστερη συνείδηση μπορεί να προσλάβει προγενέστερα δεδομένα, δίνοντας σ’ αυτά μια αιτιώδη ερμηνεία, συμβατή με το «πριν» αλλά και το «μετά» του ιστορικού χρόνου στον οποίο ανήκουν;
  • πώς μια «συγχρονική» προσέγγιση των «realia» μπορεί να κατανοηθεί «διαχρονικά» και το «ιστορικό βίωμα» να μετατραπεί σε «ιστορική μνήμη», στοχεύοντας στη διάσωση της «αλήθειας»;
  • υπάρχει κι αν ναι ποια είναι, (σε τελευταία ανάλυση) αυτή η ίδια η «ιστορική αλήθεια», η «αντικειμενικότητα» και η «πραγματικότητα» την οποία διατείνεται ότι διαθέτει η παρόμοια γνώση και πώς αυτές προσλαμβάνονται από τη συνείδηση του μεταγενέστερου μελετητή;
  • είναι, κατ’ επέκταση, η «Ιστορία» άθροισμα των καταγεγραμμένων, υπαρκτών γεγονότων, που είναι γνωστά στους μεταγενέστερους από τις συνέπειές τους  σε αυτούς, ή μήπως παράλληλα (και περισσότερο ίσως) από αυτά είναι και άλλοι φανεροί ή λανθάνοντες παράγοντες, που συντέλεσαν (εκόντες-άκοντες) στη δημιουργία του «άπαξ» συντελεσθέντος «εν χώρω και χρόνω» ιστορικού συμβάντος;
  • είναι μόνο η συμβολή κάποιων «εξαιρετικών» ατομικοτήτων που καθόρισε το «a posteriori» μετρήσιμο αποτέλεσμα του ιστορικού συμβεβηκότος, ή μήπως της απρόσωπης «μάζας» που τα μορφοποίησε;
  • πρόκειται μόνο για την «Ιστορία» των «Μεγάλων» ή / και την «Ιστορία» των «μικρών» που ενδιαφέρει να μελετηθεί από μια μεταγενέστερη ιστορούσα συνείδηση;
  • πώς στη εποχή της «ύστερης νεοτερικότητας», σε μια εποχή όπου (κατά Derrida) «τίποτα δεν υπάρχει έξω από το κείμενο», στην οποία η ίδια η πραγματικότητα δεν υφίσταται «καθ’ αυτή», αλλά αναπαριστάνεται και «εικονίζεται» (Baudrillard), πώς είναι δυνατό η Ιστορία να προσεγγίζεται και να αποδίδεται με τους ίδιους μηχανισμούς και τρόπους, όπως κατά το παρελθόν (Λιάκος ό.π.);

Ιστορική και ψευδαισθητική πραγματικότητα

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν, αφορούν το επίπεδο της πραγματικής Ιστορίας, της «εν χώρῳ και χρόνῳ» δηλαδή δράσης και ενέργειας κάποιων ατόμων ή ομάδων, που ποικιλότροπα με την παρουσία τους σημασιοδότησαν την εποχή τους, καθόρισαν τις εξελίξεις και συνέβαλαν στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Όλα αυτά όμως εμφανίζονται επίσης δευτερογενώς μεταπλασμένα στο χώρο της Τέχνης, της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου, όπου πλέον αποτελούν θεματικούς άξονες αντίστοιχων έργων (ζωγραφικοί πίνακες, λογοτεχνικά έργα, δραματικά κείμενα, θεατρικές παραστάσεις).Η δράση των ιστορικών προσώπων προϋπάρχει της μυθοπλαστικής τους απεικόνισης, η οποία καθιστά προσεγγίσιμα στους θεατές / αναγνώστες γεγονότα ήδη συντελεσμένα σε παρελθοντικό χρόνο. Ενώ όμως αυτά, στην αντικειμενική εκδοχή τους είναι μοναδικά, «άπαξ» συντελεσμένα, στην κειμενική τους μεταφορά εμπεριέχουν το στοιχείο της επαναληπτικής, έμμεσης διαμεσολαβητικής εξιστόρησης. Το πρόβλημα που προκύπτει, είναι ποια ακριβώς είναι η «οπτική γωνία» προσέγγισης των ιστορικών δεδομένων από τη συνείδηση του συγγραφέα, γιατί, σίγουρα, αυτή δεν είναι (ούτε μπορεί να είναι) μία και μοναδική, όπως δεν υπήρξε μία και μοναδική ούτε η in media res ιστορική κατάσταση, για την οποία γίνεται λόγος. Γιατί, ακόμα κι αν υπάρξει πρόθεση φωτογραφικής απεικόνισης της πραγματικότητας, με περισσή νατουραλιστική διάθεση, ακόμα και τότε, η κειμενική απόδοση του ιστορικού περιστατικού δηλαδή η μεταφορά του από το επίπεδο της πρωτογενούς «γραφής» (Ιστορία) σ’ αυτό της δευτερογενούς «μεταγραφής» του (Θέατρο-Λογοτεχνία) δεν μπορεί να γίνει, παρά με τρόπο υποκειμενικό, σύμφωνα με τις επιλογές (συνειδητές ή μη) της προσλαμβάνουσας και δημιουργικής συνείδησης του συγγραφέα (White 1987).Πιθανόν η εγκατάλειψη της ψευδαίσθησης για την «εκ των προτέρων» γνωστή ιστορική πραγματικότητα και η αντιμετώπιση της λογοτεχνίας ως «κοινωνικής πρακτικής που συμβάλλει στη μορφοποίηση των ιστορικών εμπειριών» μας φέρνει (από μια άλλη πλευρά) πιο κοντά στα γεγονότα μιας περασμένης εποχής (Αποστολίδου 1997: 124-125).

[…]

Το εύρος αυτών των αναζητήσεων διογκώνεται ακόμα περισσότερο, όταν όλα αναχθούν και ενταχθούν στη διάσταση του «Θεάτρου» τη σύνθετη δηλαδή αυτή πολιτισμική έκφραση που στηρίζεται στην ψευδαισθητική σκηνική απόδοση της πραγματικότητας, η οποία, με οποιονδήποτε τρόπο και αν συντελείται (μιμητικά, αποστασιοποιητικά), δεν αποτελεί παρά καταγραφή του «Ιστορικού» μεταγεγραμμένη σκηνικά δια των συντελεστών της παράστασης και τελικά επανεγγεγραμμένη μνημονικά στη συνείδηση του θεατή που παρακολουθεί από την πλατεία τη θεατρική παράσταση .Κατά συνέπεια η όποια «Ιστορία» προσλαμβάνεται από αυτόν και δια της μνήμης του, υπερβαίνει τον χρόνο που αντικειμενικά την παρήγαγε αλλά και εξίσου αντικειμενικά (;) την μετέγραψε ως σύνθετο καλλιτεχνικό θέαμα, αναγόμενη στη διάσταση της ιδεολογίας και της πολιτισμικής καθολικότητας.

Αλλά ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, η υπό πραγμάτευση έννοια «τίθεται εν αμφιβόλῳ», αφού δι’ αυτής δε νοούνται μόνο γεγονότα και καταστάσεις που υπερβαίνουν την ατομική εμβέλεια και αφορούν σε ευρύτερα σύνολα ή ομάδες ατόμων, όπως ενδεικτικά κάποιο πολεμικό συμβάν, ή ένα περιστατικό από το πλήθος όσων διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια μιας σύρραξης, επανάστασης, εξέγερσης ή κοινωνικού αγώνα. Εξίσου όμως δεν μπορεί να περιορισθεί η αναφορικότητα της στη δράση και τη συμπεριφορά συγκεκριμένων φυσικών προσώπων και μορφών, του τύπου «ήρωας», που καθόρισαν τα γεγονότα και με τη συμβολή τους επηρέασαν την πορεία των πραγμάτων. Στην ευρύτητα της έννοιας μπορεί να περιληφθούν ακόμα οποιαδήποτε δεδομένα που σημασιοδοτούν το κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό γίγνεσθαι μιας εποχής και ως παρελθόν δεν τοποθετούνται στο χρονικά τετελεσμένο, αλλά μετέχουν στο παρόν και διαμορφώνουν το μέλλον. Με τη σημασία αυτή, η Ιστορία στο Θέατρο, αποτελεί μια μεγάλη θεματική πηγή έργων, αφού «ούτως εχόντων των πραγμάτων» περισσότερο ή λιγότερο ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας δραματουργίας έχει σαφέστατα ιστορικό περιεχόμενο, άρα μπορεί να συνεξετασθεί ως αντιπροσωπευτικό δείγμα κάποιας περίπτωσης ειδικής πρόσληψης της Ιστορίας ως σκηνικού θεάματος. Κατά συνέπεια, η ανάλυσή μας μπορεί εξίσου να συμπεριλάβει τους Πέρσες του Αισχύλου και τον Ριχάρδο Γ΄ του W. Shakespeare, όπως τη Λουκρητία Βοργία του Β. Ουγγώκαι τους Ληστές του Σίλερ, την Εβραία του B. Brecht και τον Καλιγούλα του Α. Camus, τον Βρούτο του Voltaire και τον Σιντ του Κορνέιγ.

Διευρύνοντας το συλλογισμό μας και εκλαμβάνοντας την έννοια της «Ιστορίας» με αυτό το περιεχόμενο, ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας δραματουργίας μπορεί θαυμάσια να ενταχθεί σ’ αυτήν αφού θέματα που αφορούν κοινωνικούς αγώνες και ανακατατάξεις, ιδεολογική πάλη και φυλετικούς αγώνες, αποτελούν σύνηθες υλικό σε έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, από τον Βόυτσεκ του G. Büchner και τον Καλό στρατιώτη Σβέικ του J. Hašek, μέχρι το Ένας εχθρός του λαού του H. Ibsen,τον Βυσσινόκηπο του Αντ. Τσέχωφ,  την Ανάκριση του P. Weiss και το Μάουζερ του Η. Μüller.Κατ’ επέκταση, ερευνώντας και μελετώντας την παρουσία της Ιστορίας στο Παγκόσμιο Θέατρο (αρχικά στη δραματουργία και στη συνέχεια στη σκηνική πράξη), τελικά μελετούμε την ίδια την Ιστορία του Πολιτισμού σε  όλες του τις διαστάσεις, όπως αυτή ψευδαισθητικά προσλαμβάνεται από τους θεατές, τόσο δηλαδή στη φάση της πρωτογενούς σύνθετης παραγωγής και διαμόρφωσής της, ως ανθρώπινου προϊόντος, όσο και στη δευτερογενή καταγραφή και απομνημόνευσή της ως περιεχομένου της θεατρικής έκφρασης.

Με βάση τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν ως προς το εύρος και το περιεχόμενο του όρου «Ιστορία», όπως και του μέσου δια του οποίου αυτή τελικά προσλαμβάνεται από το θεατή στη θεατρική αίθουσα και όχι του αναγνώστη με τη διαδικασία της ανάγνωσης, αν επιχειρήσουμε δηλαδή να παρουσιάσουμε τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία αποδίδεται θεατρικά, μπορούμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα.

Σε ένα πρώτο επίπεδο που αφορά την κειμενική θεματική, άρα τις συνθήκες μέσα στις οποίες ο συγγραφέας εμπνέεται και αποδίδει λογοτεχνικά το ιστορικό γεγονός, τη δράση του ιστορικού προσώπου και τις συνέπειες των όσων κάποτε διαδραματίσθηκαν στο παρελθόν, οι διαφορές με την αντίστοιχη του οποιουδήποτε εντέχνου γραπτού κειμένου  είναι περιορισμένες, οφειλόμενες στην ιδιαιτερότητα του δραματικού έργου που προορίζεται για θέαση και όχι ανάγνωση. Αυτή του η λειτουργικότητα διαμορφώνει αντίστοιχα και τα γνωρίσματά του ως είδους, δίνοντας προτεραιότητα στα δραματικά αντί τα αφηγηματικά στοιχεία, που ενισχύουν την αμεσότητα και την παραστατικότητα και δημιουργούν προϋποθέσεις για μια βιωματική επαφή του θεατή με την παράσταση, ή μια ψυχο-νοητική επικοινωνία ατομικού τύπου, δια της φαντασιακής μέθεξης και μετάπλασης των περιγραφόμενων εικόνων σε υποκειμενικές παραστάσεις εκ μέρους του αναγνώστη. Για τον ίδιο λόγο η δράση και η πλοκή στο δράμα βρίσκονται σε προτεραιότητα και οι συγκρουσιακές καταστάσεις είναι εξαιρετικά αναγκαίες, αφού δι αυτών θα μορφοποιηθεί ο χαρακτήρας του ήρωα και θα αποκτήσει ζωντάνια και αμεσότητα το όλο σκηνικό θέαμα.

Κατ’ ουσία όμως ο δραματικός συγγραφέας όπως και ο λογοτέχνης αντίστοιχα, αντιμετωπίζει με διαφορετικό  τρόπο το ιστορικό πρόσωπο ή γεγονός και δια του κειμένου του επιχειρεί όχι βέβαια να αναπλάσει την Ιστορία με αντικειμενικότητα αφού αυτό κάθε άλλο παρά αποτελεί μέρος των συνειδητών του επιδιώξεων. Αντίθετα, στηριζόμενος στο ιστορικό συμβεβηκός, επιχειρεί να προκαλέσει συναισθηματική και διανοητική συγκίνηση στον αποδέκτη του (αναγνώστη ή θεατή), μεταβιβάζοντας σ’ αυτόν πληροφορίες και εμπειρίες που σχετίζονται με τα δεδομένα άμεσα ή έμμεσα και τα αποδίδουν με περισσότερο ή λιγότερο βαθμό πιστότητας, όμως προκαλούν τη συγκινησιακή μέθεξη και την αισθητική απόλαυση σε όσους δια της απλής ανάγνωσης ή της θέασής τους επικοινωνούν με αυτά. Γιατί, όπως γίνεται αντιληπτό, διαφορετικά δομείται και επενεργεί τόσο στο επίπεδο του σημαίνοντος (μορφική παρουσία), όσο και του σημαινομένου (σημειωτική/ιδεολογική εμβάθυνση) ένα κοινωνικό ή ένα ιστορικό δράμα (Ερνάνης του Β. Ουγγώ), αλλιώς ένα μπρεχτικό έργο (Μέρες της Κομμούνας)ή μια ελισαβετιανή τραγωδία (Ταμερλάνος του Κρ. Μάρλοου) και αλλιώς ένα έργο θεάτρου ντοκουμέντο(Στρατιώτες του Ρ. Χόχουτ) ή μιας πολιτικής σάτιρας και παρωδίας με θέμα  τον Α  ΄ή  Β΄ παγκόσμιο πόλεμο (Ο Καλός στρατιώτης Σβέικ του Γ. Χάσεκ ,Ο Σβέικ στ Β΄  Παγκόσμιο πόλεμο του Μπ. Μπρεχτ). Άλλες οι προθέσεις και πολύ πιο σαφείς οι διαφορές σε περιπτώσεις ομόθεμων και ομότιτλων έργων από το παγκόσμιο ρεπερτόριο, όπως τα Ερρίκος IV, των W. Shakespeare και L. Pirandello, Κλεοπάτρα των V. Alfieri και V. Sardou, Δαντών του Ρομέν Ρολάν και τουΚαμίλ Πετρέσκου, αλλά και Ο Θάνατος του Δαντών του Γκ. Μπύχνερ, Τρότσκι του   Χ.-Μ. Ρεκουέρντα και Ο Τρότσκι στην εξορία του Π. Βάις.  Όπως και να έχει όμως, τόσο το λογοτεχνικό, ,όσο και το δραματικό κείμενο, σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθιστούν τις αρχειακές πηγές ή τα ιστορικά ντοκουμέντα (τα οποία ενδέχεται σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις να μεταφέρονται και να αποδίδονται θεατρικά με έργα που ανήκουν λόγω της ιδιομορφίας τους σ’ αυτή τη συγκεκριμένη κατηγορία «θέατρο ντοκουμέντο», όπως Η Ανάκριση του Π. Βάις), αφού ο αισθητικός και καλλιτεχνικός στόχος τουλάχιστον συνυπάρχει με τον διδακτικό και ιδεολογικό. Κατά συνέπεια, ακόμα και στην ακραία κατηγορία του κοινωνικού και προλεταριακού δράματος του τέλους του 19ου  των αρχών του 20ου αιώνα (Απεργία της Michel Louise , ή  Απεργία των ανθρακωρύχων του Baron Henri , Ζήτω είμαστε ζωντανοί , του Ερνστ Τόλλερ) ή στο μπρεχτικό «διδακτικό» και «επικό» θέατρο (Η Ζωή του Γαλιλαίου, Η Μάνα Κουράγιο και τα παιδιά της), η Ιστορία αν και αποτελεί το αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο και τον καμβά πάνω στον οποίο αναπτύσσεται η υπόθεση του έργου, σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθιστά την πραγματικότητα, την οποία πραγματεύεται με όρους τέχνης και όχι επιστήμης.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Αποστολίδου, Β. (1997). «Λαϊκή μνήμη και δομή της αίσθησης στην πεζογραφία για τον εμφύλιο. Από την «Καγκελόπορτα» στην «Καταπακτή» στο: Ιστορική Πραγματικότητα και Νεοελληνική Πεζογραφία (1945-1995), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Εταιρία Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα: Σχολή Μωραΐτη, 113-128.

Bloch, M. (1974) [1941-1942]. Apologie pour l’histoire ou métier d’historien, Paris: Armand Colin.

Collingwood, R. G. (1956). The idea of History, New York: Oxford University Press.

Gossman, L. (1990). Between History and Literature, Cambridge Mass: Harvard University Press.

Λε Γκοφ, Ζ. (1998). Ιστορία και μνήμη (μτφ. Γ. Κουμπουρλής), Αθήνα: Νεφέλη.

Λιάκος, Α. (2007). Πώς το παρελθόν γίνεται Ιστορία, Αθήνα: Πόλις.

Ricoeur, P. (1961). Histoire de la philosophie et historicité, in R. Aron (Ed.), L’ histoire et ses interprétations. Entretiens autours d’ Arnold Toynbee (pp. 214-227), Paris: Laltaye/Mouton.

Veyene, P. (1968). Comment on ecrit l’ Histoire, Paris, Suil: 1971.

Χαραλαμπίδου, Ν. (1997). «Ο λόγος της Ιστορίας και ο λόγος της Λογοτεχνίας: δομές αναπαράστασης της Ιστορίας στην “Ορθοκωστά” του Θανάση Βαλτινού και στην πεζογραφία του Εμφυλίου», στο Ιστορική Πραγματικότητα και Νεοελληνική Πεζογραφία (1945-1995), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Αθήνα: Εταιρία Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, σσ. 249-278.

White, H. (1987). «The Content of the Form: Narrative Discourse and Historical Representation», Baltimore/London: The Johns Hopkins University Press.

Προδημοσίευση από την Εισαγωγή στην μελέτη του Θόδωρου Γραμματά

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

(Αθήνα, Παπαζήσης, 2026 )

EnglishGreek