«Εμείς είμαστε ο Άμλετ», William Hazlitt, 1818
Ο Άμλετ* του Ανδρέα Φλουράκη, ελεύθερη διασκευή στο ομώνυμο έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, παρουσιάστηκε στο θέατρο ΕΛ-ΕΡ με συμπαραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών και της Anima Τheater, σε σκηνοθεσία Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη.
Ο Ανδρέας Φλουράκης διαφυλάσσει στο νέο του έργο ακέραιο το νοηματικό υπόβαθρο του πρωτοτύπου, τα βασικά πρόσωπα και τους άξονες της πλοκής. Με ποιητικό ρεαλισμό μετουσιώνει το δράμα του Βάρδου σε έργο πολιτικό, σύγχρονο και πολυεπίπεδο. Η αρχική υπόθεση εμπλουτίζεται με νέα σχήματα σε καινούργια μορφή, η οποία διανθίζεται με καυστικό χιούμορ ως δικλείδα ασφαλείας «μπροστά στη φρίκη». Ο Άμλετ* διαθέτει λόγο ένυδρο, υποφώσκουσα λυρικότητα, δραματική νομοτέλεια. Ο Άμλετ, ως αρχέγονο θεατρικό πρόσωπο, ταξιδεύει αλώβητος από τον Σαίξπηρ στον Φλουράκη, από την Αναγέννηση στο σήμερα, από τη Δανία σε οποιοδήποτε τόπο παραδίδεται στο σύγχρονο καπιταλισμό. Ο στόχος της διασκευής είναι διάφανος και το διακύβευμα να δυνηθεί ο ηθικά ακέραιος, ο ασυμβίβαστος, ο αδιάφθορος να ορθοποδήσει σ’ έναν κόσμο εκμαυλισμένο, να αναζητήσει και να επιβάλλει το δίκαιο.

Η υπόθεση του Άμλετ* εκτυλίσσεται στη Δανία, στην αόρατη όμως δράση περιλαμβάνονται η Νορβηγία, η Αγγλία, η Γαλλία και τα Βαλκάνια. Βασιλείς, βασίλισσες, πρίγκιπες και παλάτια δεν υπάρχουν. Έχουν αντικατασταθεί από μεγαλοβιομήχανους και πολυεθνικές. Σε αυτό το περιβάλλον διαδραματίζεται το έργο. Στον βασικό ιστό του εμπλέκονται ο Άμλετ, η Γερτρούδη, ο Κλαύδιος και άλλα πρόσωπα των οποίων οι σχέσεις διαγράφονται κατά το σαιξπηρικό πρωτότυπο.
Ο Άμλετ κλονίζεται από τον εσπευσμένο νέο γάμο της μητέρας του, μα πιο πολύ από την αποκάλυψη της δολοφονίας του πατέρα του. Όταν αποκαλύπτονται οι ανομολόγητες αιτίες της δολοφονίας, το προσωπικό του σύμπαν κατακερματίζεται και συντρίβεται. Ο Κλαύδιος δολοφόνησε τον πατέρα Άμλετ όχι μόνο για την καρδιά της Γερτρούδης και τον σφετερισμό της εταιρείας, αλλά και για την απόκρυψη ενός σκοτεινού μυστικού: η γέφυρα, την οποία κατασκεύασε η πολυεθνική σε κάποια βαλκανική χώρα, κατέρρευσε την ώρα που περνούσε σχολικό λεωφορείο με αποτέλεσμα το θάνατο των παιδιών που επέβαιναν. Ο πατέρας Άμλετ, σε αντίθεση με τον συνεταίρο του Κλαύδιο, είχε παραδεχτεί την ενοχή της εταιρείας και της βαλκανικής κυβέρνησης και θα παρέδιδε τις σχετικές αποδείξεις στους γονείς των θυμάτων. Μετά το θάνατό του οι αποδείξεις εξαφανίστηκαν, όσοι προσπάθησαν να διαλευκάνουν το θέμα εξοντώθηκαν, στο βαλκανικό κράτος επικρατεί αναστάτωση με συνεχείς διαδηλώσεις, ενώ ο κατακρημνισμός αποδίδεται στην «κακιά την ώρα».
Ο νεαρός Άμλετ ανακαλύπτει ότι η ηθική σήψη αποτελεί την κανονιστική αρχή και το ουσιώδες γνώρισμα ενός κόσμου ήδη διεφθαρμένου, ικανού να διαβρώνει τόσο τα συστατικά του όσο και το περιβάλλον που τον περικλείει. Η ευφυής σύλληψη του Φλουράκη για την κατάρρευση της γέφυρας τοποθετεί το κλασσικό έργο στο σεσηπός παρόν. Η γέφυρα αντανακλά ένα διαβρωμένο, (διε-)φθαρμένο πολιτικό σύστημα, η αδιαφορία του οποίου για την τύχη των πολιτών οδηγεί στην καταστροφή. Οι υπεύθυνοι αποποιούνται των ευθυνών τους συμπαρασύροντας στην αναλγησία και την κοινωνική οκνηρία πλήθος ατόμων.
Ο Ανδρέας Φλουράκης με τη συγγραφική του στρατηγική αποσοβεί την παγίδα του διδακτισμού, της ηθικολογίας και των συναισθηματικών εξάρσεων. Τα πράγματα παρουσιάζονται στις πραγματικές τους διαστάσεις. Μέσα από τη χυδαία και αποπνικτική ατμόσφαιρα των γραφείων της πολυεθνικής, εμφανίζεται μια κοινωνία με κίβδηλες αξίες, που απλώνει το δηλητήριό της σ’ όλη τη χώρα και στην οικουμένη. Ο Φλουράκης καταθέτει μια ιστορία προδοσίας και εξώνησης: ο Κλαύδιος προδίδει τον φίλο και συνεργάτη του, η Γερτρούδη τον άνδρα της, ο Οράτιος τον Άμλετ, η Οφηλία τον αγαπημένο της Άμλετ, οι «δυνατοί» τους αδύναμους. Στην παγκόσμια σφαίρα της εξουσίας του χρήματος όλοι εξαγοράζονται. Ανάμεσα σ’ αυτούς περιφέρεται ο Άμλετ. Μετέωρος ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, στην αδράνεια και τη δράση, την τρέλα και τη λογική, όπως και το σαιξπηρικό πρόσωπο. Ο Άμλετ δε βιώνει μια αναπόδραστη μοίρα, ανάλογη των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας. Τοποθετείται ενώπιον του διλήμματος εκ των πραγμάτων, αντιμετωπίζει δίπολα και αμφιβολίες, αλλά διατηρεί το δικαίωμα της επιλογής. Οι επιλογές του τον οδηγούν στην αποξένωση. Απορρίπτει το παράλογο κοσμικό πεδίο που τον περιβάλλει και εγκλείεται στην «τρέλα» γιατί η φρίκη είναι ζωντανή και κυρίαρχη. Οι αυταπάτες του για έναν κόσμο δικαίου διαλύονται μέσα στην αποτρόπαιη ωμότητα του κόσμου.

Στα εξαιρετικά ευρήματα του έργου περιλαμβάνεται η αντικατάσταση της παράστασης, που στήνει ο σαιξπηρικός Άμλετ για να πιάσει «με την παράσταση θηλειά … τη συνείδηση του βασιλιά», με τη δοκιμαστική προβολή διαφήμισης για βιταμινούχο προϊόν της εταιρείας. Τη διαφήμιση – υπαινιγμό για την καταναλωτική μανία – σκηνοθετεί ο Άμλετ. Στα πλάνα για το προϊόν εγκιβωτίζονται σκηνές πολέμου, ένα σχολικό που πέφτει στο ποτάμι, αναπαράσταση της δολοφονίας του Άμλετ, χαρούμενοι άνθρωποι στο πάρκο, ενώ η προβολή τελειώνει με την παρότρυνση «Βιταμίνες ΒΙ-ΕΞ55! Άσε την αλήθεια. Ζήσε στο φουλ».
Επιτυχή συγγραφική επινόηση συνιστά και η εκτέλεση του κινηματογραφικού τραγουδιού Ghostbusters, που τραγουδούν και χορεύουν ο Άμλετ με τον Φύλακα σηματοδοτώντας τις «εισβολές της μαζικής κουλτούρας στο δραματικό κόσμο του έργου», όπως δηλώνει ο συγγραφέας σε συνέντευξή του.
Αναστοχαστική γνώση προκαλούν οι υστερόχρονες αναφορές για το σκελετό που βρέθηκε στο πάρκινγκ (όπως ο αποδιδόμενος στον Ριχάρδο τον Γ΄), στην Οφηλία από τον πίνακα του Millais ή στις αμερικανικές αξιώσεις για τη Γροιλανδία («… οι Κινέζοι θα φάνε τους Αμερικάνους και θα φτύσουν τα κοκκαλάκια τους στη Γροιλανδία μας»).
Η σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη προσεγγίζει το έργο σε βάθος και με αισθητική πληρότητα αναδεικνύει τις αρετές του. Η παράσταση έχει ρυθμό, ροή γοργού κινηματογραφικού μοντάζ, ενότητα ύφους, ενδιαφέρον, συνοχή και σκηνική οικονομία. Η σκηνοθέτις διεισδύει στο γραπτό κείμενο ώστε να αναδυθούν νοήματα, ιδέες και υπαινιγμοί. Εστιάζει στην υποχρέωση για την αναζήτηση της δικαιοσύνης. Αναπτύσσει τις σκηνές ισοβαρώς. Διδάσκει τους ρόλους με νόμιμη παραπομπή και κρυπτικό αρραβώνα σαιξπηρικών και σύγχρονων χαρακτήρων, αλλά και διαφοροποιεί κατά το δέον το αλλότριο προς το πρωτότυπο ήθος, όπως για παράδειγμα αυτό της Οφηλίας. Καλλιεργεί έντεχνα την κλιμάκωση προς το φινάλε, οργανικά υποταγμένο στην πικρή αλήθεια που βιώνουμε όλοι.
Στο ρόλο του Άμλετ ο Χρήστος Διαμαντούδης με εναργές πάθος διανύει την αγωνιώδη πορεία προς το απροσδόκητο τέλος. Η συναισθηματική υπερχείλιση του Άμλετ συγκρούεται πειστικά με τον αχαλίνωτο αισθησιασμό της Οφηλίας, που την ερμηνεύει η Κωνσταντίνα Λάλλου. Στο έργο του Φλουράκη, η Οφηλία δεν αυτοκτονεί. Στη σχέση του ζεύγους το πάθος εξορίζεται για να ενθρονιστεί η επαγγελματική φιλοδοξία και η επιθυμία καταξίωσης, στοιχεία που η Λάλλου αποδίδει με ιδιαίτερη ενέργεια.
Η Καλλιρόη Μυριαγκού προβάλλει δύο όψεις της Γερτρούδης. Με υποκριτική ευλυγισία ισορροπεί στη διάσταση της νηφάλιας υπολογίστριας και στη διάσταση της συναισθηματικής μάνας. Ο Κώστας Κάππας πυκνώνει το ήθος του Κλαύδιου σ’ ένα σχήμα αμοραλισμού, μηχανορραφίας και άτεγκτης στάσης.
Η Αντωνία Γκούβη, στο ρόλο της μητέρας θυμάτων του ατυχήματος, αναζητά σπαρακτικά την αλήθεια, τη δικαίωση, την απόδοση ευθυνών στους πραγματικούς ενόχους. Οι Σίμος Κωστάκογλου (φύλακας, Λαέρτης), Δημήτρης Κουστολίδης (Οράτιος, γιατρός ) και Χαράλαμπος Παυλίδης (Πολώνιος, φάντασμα) διαπλάθουν διακεκριμένα τους ρόλους, ευπρόσωπα και υποστηρικτικά.
Οι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη παρέχουν ευδιάκριτους διαχωρισμούς των τόπων και υποβάλλουν δυναμικά τις συναισθηματικές εναλλαγές. Η πρωτότυπη μουσική του Κώστα Νικολόπουλου υπογραμμίζει υποβλητικά το ήθος των προσώπων και συστήνει την αρμόζουσα ατμόσφαιρα.
Τα σκηνικά της Έλλης Εμπεδοκλή εναρμονίζονται οργανικά με τον χώρο της δράσης. Γεωμετρικά, ψυχρά, απρόσωπα, όπως οι στερημένοι από συναισθήματα μεγαλομέτοχοι και η «αυλή» που τους περιβάλλει. Ταυτόχρονα, πολυμορφικά και λειτουργικά. Η Φαίδρα Νταϊόγλου επιμελείται λίαν επιτυχώς την κίνηση των ηθοποιών.
Ο Άμλετ* του Ανδρέα Φλουράκη και ο Άμλετ του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ συνομιλούν και συναντώνται στο κορυφαίο ζητούμενο, την ευσπλαχνία, την ενσυναίσθηση, την ηθική ευαισθησία, την ανθρωπιά. «Ω καρδιά μου, να μη χάσεις την ανθρωπιά σου!» αναφωνεί ο ήρωας του Βάρδου. Ο Άμλετ* στην ακροτελεύτια σκηνή ρωτά την Οφηλία για το φύλο του μωρού που κυοφορεί:
ΑΜΛΕΤ: Θα είναι αγόρι;
ΟΦΗΛΙΑ: Δεν ξέρω.
ΑΜΛΕΤ: Θα είναι κορίτσι;
ΟΦΗΛΙΑ: Δεν ξέρω.
ΑΜΛΕΤ: Θα είναι άνθρωπος;
ΟΦΗΛΙΑ: Το ελπίζω.
ΑΜΛΕΤ: Ακόμα και αν είναι πλάσμα, να το μεγαλώσεις σαν άνθρωπο. Αν το αγαπάς, θα γίνει σιγά σιγά άνθρωπος, αλλά πρέπει να το αγαπάς πολύ. […] Είσαι από τους ανθρώπους που ξέρουν να αγαπούν. Δεν είναι πολλοί. Κι όταν γεννηθεί, να το προσέχεις γιατί υπάρχουν κίνδυνοι.
Κόννη Σοφιάδου
Ηθοποιός – Φιλόλογος
