Θόδωρος Γραμματάς «Το Θέατρο στην Εκπαίδευση. Καλλιτεχνική έκφραση και παιδαγωγία»

Mε δεδομένη την εξακτίνωση της έννοιας «Θέατρο στην Εκπαίδευση», όπως αυτή υποστηρίζεται και διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας αλλά και τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες διερεύνησης και προσδιορισμού των παραμέτρων της όπως αυτές αναπτύσσονται στο σχολικό περιβάλλον, το πρόσφατο βιβλίο του καθηγητή κ.Θόδωρου Γραμματά αποτελεί σημαντική προσφορά στην επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα. Αποτέλεσμα προσωπικής, πολύχρονης, επιστημονικής, ερευνητικής, διδακτικής και καλλιτεχνικής εμπειρίας αλλά και γόνιμων αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και συνεργασιών απαντά στην αναγκαιότητα σφαιρικής και ταυτόχρονα εξειδικευμένης προσέγγισης του αντικειμένου. Η συγκεκριμένη μελέτη διαθέτοντας έναν πλούτο θεωρητικών κειμένων στο πρώτο μέρος, καθώς και μια ποικιλία προτάσεων εφαρμογής στο δεύτερο μέρος, αφουγκράζεται με απόλυτο σεβασμό τις απαιτήσεις του σύγχρονου ελληνικού σχολείου και κατ΄ επέκταση του πολυδιάστατου ρόλου του μαχόμενου εκπαιδευτικού λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τα νέα κοινωνικοπολιτισμικά δεδομένα. Δεν φωτίζει απλά το πολυδιάστατο φαινόμενο του θεάτρου στο σχολείο ως Θεωρία και Πράξη , ως Επιστήμη και Τέχνη ,ως Καλλιτεχνική Έκφραση και Παιδαγωγία αλλά επιχειρεί να δώσει το σύγχρονο στίγμα του μέσα από διαφορετικές οπτικές και προσεγγίσεις. Εκτός από την ανά βαθμίδα εκπαίδευσης αναλυτική προσέγγιση της θεατρικής αγωγής(στοχοθεσία, τεχνικές, εποπτικό υλικό, προφίλ εκπαιδευτικού, αξιολόγηση) και την ανάδειξη της αλληλοσυσχέτισής της με σύγχρονες μεθόδους μάθησης και διδασκαλίας, επιχειρείται η σύνδεσή της με τις έννοιες του ανθρωποκεντρισμού και της πολυπολιτισμικότητας. Φωτίζεται η γενικότερη συμβολή του θεάτρου στην υλοποίηση της «Νέας Αναγέννησης» όπως αυτή οφείλει να αναδυθεί μέσα από την Εκπαίδευση. Τεκμηριώνεται το πώς μέσα στα αδιέξοδα και τις προκλήσεις μιας τρομακτικά υλιστικής και ατομικιστικής κοινωνίας , το θέατρο ως «πάμμουσος παιδαγωγία» θα μπορέσει να χτίσει γέφυρες, να επαναπροσδιορίσει αξίες και πρότυπα, να ανοίξει δρόμους και να εφεύρει τρόπους προώθησης και εμπέδωσης ενός πολιτισμού του διαλόγου, στους αντίποδες ενός πολιτισμού της βίας. Εντοπίζονται τα χαρακτηριστικά εκείνα που το καθιστούν ισχυρό αντίβαρο απέναντι στον ακραίο θετικισμό, που του παρέχουν τη δυναμική να αποτρέψει τη μετατροπή του Σχολείου σε θερμοκήπιο καταναλωτικών συνειδήσεων και χώρο ταχύρρυθμης κατάρτισης, που του προσφέρουν τη δυνατότητα να μετασχηματίσει τη σχολική τάξη σε φυτώριο ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων, αυτόνομων και συνειδητοποιημένων ενεργών πολιτών. Στη συνέχεια του βιβλίου σημειώνεται η ανάγκη μετάβασης από τις τυποποιημένες και «βαλσαμωμένες» σχολικές γιορτές του παρελθόντος, στις σύγχρονες πολιτιστικές εκδηλώσεις του σχολείου, όπου αναδεικνύονται η διαθεματικότητα, η διαπολιτισμικότητα, η διακειμενικότητα, η ομαδοσυνεργατική-βιωματική μάθηση και η μαθητοκεντρική διδασκαλία. Μέσα στα πλαίσια του συγκεκριμένου εκσυγχρονισμού και ανανέωσης ο Θ.Γραμματάς προτρέπει τους εκπαιδευτικούς να μετατρέψουν την παραδοσιακή «Σχολική Γιορτή» του παρελθόντος σε ένα σύνθετο Θέαμα Πολιτισμού, σε μια εκδήλωση χαράς, καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας κατά την οποία το Σχολείο δημιουργεί εξαιρετικές ευκαιρίες επικοινωνίας με την τοπική κοινωνία και τους φορείς της. Εύστοχα επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις μακριά από εθνοκεντρισμούς αλλά και χωρίς να ευνοούν την «ιστορική λήθη», οφείλουν να αναπτύσσουν την πολιτισμική ανεκτικότητα, να αποδέχονται την «ετερότητα» και να προστατεύουν ταυτόχρονα την «ταυτότητα». Στη συνέχεια ο συγγραφέας, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το συγκερασμό του παιδαγωγικού με το καλλιτεχνικό, του γνωσιοθεωρητικού με το αισθητικό αλλά και την ενεργοποίηση και ευαισθητοποίηση των μαθητών σε ρόλο δημιουργού και αποδέκτη του καλλιτεχνικού προϊόντος αναλύει διεξοδικά τα βήματα προετοιμασίας της Σχολικής Θεατρικής Παράστασης. Προσεγγίζει τους στόχους, τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας διαδικασίας ενώ ταυτόχρονα διαπραγματεύεται θέματα πρακτικής φύσης που αντιμετωπίζει ο εκπαιδευτικός σ’ αυτό το πρώτο στάδιο σχεδιασμού παρόμοιας δράσης (κατανομή και προγραμματισμός εργασίας, υλικοτεχνικός εξοπλισμός, θεατρικός χώρος κ.λ.π.).Ακολούθως, αναλύονται τα χαρακτηριστικά του δραματικού κειμένου και τα είδη των έργων ανάμεσα στα οποία καλείται να επιλέξουν εκπαιδευτικοί και μαθητές και προσεγγίζονται με κριτική διάθεση τα λάθη της επιλογής που προωθεί η σύγχρονη εξωσχολική καθημερινότητα (μίμηση τηλεοπτικών εκπομπών και ξένων προτύπων, αναζήτηση εντυπωσιασμού με πολύχρωμες φιέστες και ιλουστρασιόν θεάματα κ.ά).Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά σε σύγχρονες μορφές έργων (π.χ. διακειμενική σύνθεση) αλλά και σε αυτά που προέρχονται από δραστηριότητες των ίδιων των μαθητών (π.χ. δραματοποίηση).Κρίνεται δε απαραίτητη η ανάλυση των καλλιτεχνικών τομέων από τους οποίους απαρτίζεται το σύνθετο αισθητικό θέαμα όπως είναι η σκηνοθεσία, η υποκριτική, η σκηνογραφία κ.ά., ο συγκερασμός των οποίων προκαλεί το τελικά πετυχημένο ή όχι αισθητικό αποτέλεσμα. Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται με την ανάπτυξη του κοινωνιολογικού πεδίου του θεατρικού γεγονότος(ο δεδομένος χώρος και χρόνος μέσα στους οποίους θ’ αναπτυχθεί το θεατρικό γεγονός, η οργάνωση του χώρου υποδοχής, η εκτύπωση προγράμματος, η πλαισίωση του θεάματος με παράλληλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες, η σύσταση του κοινού στο οποίο αυτό θα απευθυνθεί κ.ά.), πεδίο εξίσου σημαντικό με το καλλιτεχνικό.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη σε αξιόλογους παλαιότερους αλλά και νεώτερους ερευνητές ( μέλη ΑΕΙ με ειδίκευση στο αντικείμενο, μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες) οι οποίοι με ιδιαίτερη επιμέλεια και σχολαστικότητα προσεγγίζουν μια ποικιλία θεμάτων . Η πρώτη μελέτη αφορά στην ιστορία του θεάτρου στην εκπαίδευση η οποία δεν πραγματοποιεί απλά μια παρουσίαση της πορείας του στο χρόνο και στον τόπο αλλά επιχειρεί τον εντοπισμό των αλληλεπιδράσεών του με τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, τις παιδαγωγικές θεωρίες και μεθόδους μάθησης κάθε εποχής και περιοχής καθώς και τις εξελίξεις στο χώρο της τέχνης του θεάτρου. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις επιρροές των ψυχοπαιδαγωγικών, ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών και συγχρόνως των καλλιτεχνικών κινημάτων και δημιουργών στη διαμόρφωση του σύγχρονου δημιουργικού και διαδραστικού θεάτρου στην εκπαίδευση. Ακολουθεί εμπεριστατωμένη μελέτη που εμβαθύνει στο προφίλ του θεατροπαιδαγωγού (κυρίαρχα χαρακτηριστικά, επιστημονική κατάρτιση, δράσεις, στάσεις και στρατηγικές) βασισμένη σε νέο μεθοδολογικά μοντέλο με πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την ποιότητα της συγκεκριμένης παιδαγωγικής δράσης και αποτελεσματικότητας. Η επόμενη εργασία ανιχνεύει την πολυσήμαντη προσφορά των Αρχαίων Ελληνικών Μύθων στο σύγχρονο Σχολείο και παραθέτει επιχειρήματα για την αξιοποίησή τους στη σχολική καθημερινότητα. Με εύγλωττα παραδείγματα από τα Ομηρικά Έπη καθώς και άλλα γνωστά κείμενα της αρχαιοελληνικής πραγματείας υποστηρίζεται η αδιαμφισβήτητη παιδαγωγική τους αξία αλλά και η πλούσια δυναμική του Θεατρικού τους Λόγου τον οποίο οφείλει ο δάσκαλος εμψυχωτής με τους μαθητές τους να διερευνήσουν, να αναδείξουν και τέλος να συνδέσουν με τη δικιά τους πραγματικότητα. Συμπληρωματικά, το επόμενο κείμενο εστιάζεται στη στοιχειοθέτηση των συνιστωσών εκείνων που εγκλωβίζουν το αρχαίο δράμα στο σχολείο σε μια ιστορικοφιλολογική προσέγγιση και κατά συνέπεια και σε μια ανεπαρκή πρόσληψη και προτείνει τον επαναπροσδιορισμό του μοντέλου διδασκαλίας της δραματικής ποίησης. Στη συνέχεια, τεκμηριώνεται με σαφήνεια η ανάγκη υιοθέτησης θεατροκεντρικής προσέγγισης και παρουσιάζονται αναλυτικά τα στάδια και οι διερευνητικές, αναπαραστατικές δραστηριότητες μιας τέτοιου είδους διαδικασίας. Μέσα στα πλαίσια σύγκλισης δύο φαινομενικά ετερόκλητων επιστημονικών αντικειμένων, του Θεάτρου και της Οικονομίας- με έμφαση στη Διοίκηση και την Οργάνωση- κινείται η επόμενη πρωτότυπη μελέτη. Εισάγεται ο όρος manager-ηγέτης δάσκαλος, γίνεται ο διαχωρισμός των επιμέρους ομάδων που απαρτίζουν τη σχολική θεατρική ομάδα, εντοπίζονται το εξωτερικό-εσωτερικό τους περιβάλλον, τα χαρακτηριστικά, και η δράση τους. Εξειδικευμένοι όροι όπως «Διοίκηση ολικής Ποιότητας», «Γραμμικός Προγραμματισμός» , «Προϋπολογισμοί» κ.ά. ,αναλύονται και προσαρμόζονται στο σχολικό περιβάλλον και στα πλαίσια παραγωγής του καλλιτεχνικού προϊόντος. Προσεγγίζονται επίσης μηχανισμοί προώθησης και τεχνικές αξιολόγησης του τελικού αποτελέσματος πάντα όμως με την προϋπόθεση ευέλικτου και ανοιχτού χειρισμού τους από τους συμμετέχοντες. Το επόμενο κεφάλαιο πραγματεύεται το άνοιγμα του σύγχρονου σχολείου στην τοπική κοινωνία με όχημα τις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Αφού επισημαίνεται η «ταυτότητα» του μεικτού κοινού τέτοιου είδους δραστηριοτήτων, αναλύονται η φιλοσοφία, οι τρόποι και οι προϋποθέσεις επίτευξής του καθώς και το μοντέλο του σχολείου που μπορεί να το υποστηρίξει. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο, ενός σχολείου προσανατολισμένου στις τέχνες και τον πολιτισμό, κινείται και η επόμενη μελέτη η οποία προσπαθεί να προσδιορίσει και να περιγράψει την καλλιτεχνική ταυτότητα του εκπαιδευτικού και ειδικότερα στο ρόλο του σκηνοθέτη. Διερευνάται το πώς και κάτω από ποιες προϋποθέσεις απαντά ο εκπαιδευτικός στην πρόκληση αυτού του ρόλου ισορροπώντας ανάμεσα στην παιδαγωγική και αισθητική στόχευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας και πώς επιτυγχάνεται η εμπλοκή του με διαδικασίες που συνδέονται οργανικά με τους κώδικες και την πρακτική του θεάτρου(δραματουργική ανάγνωση, χωροταξική ένταξη, άποψη κ.ά.). Δίνεται επίσης ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο αξιοποίησης των ενδιαφερόντων, των σχέσεων και της δυναμικής των μαθητών του και στη δημιουργία ενός γενναιόδωρου και δημιουργικού σχολικού περιβάλλοντος. Η δημιουργική σύζευξη Θεάτρου και Εκπαίδευσης στο χώρο του σύγχρονου ελληνικού νηπιαγωγείου παρουσιάζεται διεξοδικά στην τελευταία μελέτη του βιβλίου. Ειδικότερα, εντοπίζονται οι διαφορετικοί παράμετροι (κοινωνία, νήπιο, διαμεσολαβητές της εκπαιδευτικής διαδικασίας) οι οποίοι καθορίζουν το «Θέατρο στο Νηπιαγωγείο» ως αυτόνομο διδακτικό αντικείμενο αλλά και ως μέσο διδασκαλίας που διαπερνά και ενισχύει όλες τις μαθησιακές περιοχές. Αναλύονται οι τρόποι μύησης του νηπίου στη σωματική έκφραση και στους κώδικες επικοινωνίας με όχημα τη φαντασία, τα αισθητήρια όργανα και το παιχνίδι ενώ μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων παραδειγμάτων τεκμηριώνεται η συνεκτική και διαθεματική υπόσταση των θεατρικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον εξετάζονται οι απαιτήσεις, οι προϋποθέσεις αλλά και οι τυχόν εσφαλμένοι προσανατολισμοί κατά την προετοιμασία και υλοποίηση μιας θεατρικής παράστασης στο νηπιαγωγείο.
Την αξιόλογη προσφορά του συγκεκριμένου βιβλίου έρχεται να ολοκληρώσει το δεύτερο μέρος του, με τις «Προτάσεις Εφαρμογής», μια παρουσίαση και επεξεργασία σημαντικού αριθμού έργων που απευθύνονται σε παιδιά και νέους και είναι κατάλληλα να παρουσιαστούν σε ποικίλους είδους πολιτιστικές δραστηριότητες στο Νηπιαγωγείο στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Στις προτάσεις αυτές δεν αναλύονται μόνο τα δομικά και τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των έργων αλλά επισημαίνονται και οι απαιτήσεις της σκηνικής μεταφοράς τους. Συγκεκριμένα προτείνονται τρόποι για την εικαστική πλαισίωση τους και για την επιλογή και τη χρήση μουσικής και οπτιακουστικών εφέ, πάντα έτσι ώστε να αναδύεται μια σκηνοθετική «άποψη» αρμονικά συνυφασμένη με τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις τους. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο γενικότερος «Σχολιασμός» κάθε έργου ο οποίος μπορεί να περιλαμβάνει χρηστικές πληροφορίες που αφορούν στην έκδοση του, ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει το κείμενο, επισημάνσεις που αφορούν στην ανάδειξη του κεντρικού θέματος μέσω της σκηνοθετικής ανάγνωσης, καθώς και τις σχολικές «στιγμές» (Εθνικές Επετείους, Διεθνείς Ημέρες κ.λ.π.) που ευνοούν την παρουσίασή του. Προσδιορίζονται επίσης οι βαθμίδες εκπαίδευσης στις οποίες μπορεί να αξιοποιηθεί και οι τρόποι κατάλληλης προσαρμογής του σε αυτές. Η αξία των «προτάσεων εφαρμογής» δεν περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα χρήσης συγκεκριμένων υποδειγματικών και καινοτόμων δράσεων αλλά αναδεικνύουν γενικότερα τη φιλοσοφία επιλογής, ανάλυσης και αξιοποίησης οποιουδήποτε κειμένου δραματικού ή μη που θα μπορούσε να στηρίξει μια τέτοιου είδους σύνθετη μορφή θεατρικής έκφρασης και δημιουργίας. Μέσα από αυτή τη φιλοσοφία-προσαρμοσμένη στις ανάγκες, στη δυναμική και στην υλικοτεχνική υποδομή κάθε σχολικής μονάδας- είναι σίγουρο ότι οι εκπαιδευτικοί όχι μόνο θα οδηγηθούν σε πρωτότυπες συνθέσεις που καταργούν τη στατικότητα και την τυπικότητα των επαναλαμβανόμενων τρόπων και μορφών της συγκεκριμένης καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά και θα εναρμονιστούν πλήρως με το όραμα ενός ευέλικτου, δημιουργικού, μαθητοκεντρικού και κυρίως χαρούμενου Σχολείου.

Αλεξία Παπακώστα
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων Π.Ε.Βοιωτίας

GreekEnglish