ΙΧΝΕΥΤΕΣ: ένα κείμενο θραύσμα – μια παράσταση ολοκληρωμένη

Οι Ιχνευτές του Σοφοκλή παρουσιάστηκαν σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Οι Ιχνευτές εντάσσονται στο σατυρικό δράμα, μία ιδιαίτερη θεατρική μορφή με δικά της χαρακτηριστικά, που ακροβατεί μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας χωρίς να κλίνει σε κανένα από αυτά. Είναι πιθανό το είδος αυτό του δραματικού γένους να εισήχθη στους θεατρικούς αγώνες για να εξισορροπήσει την αντίδραση προς την αποξένωση της τραγωδίας από τα διονυσιακά θέματα. Βέβαιο είναι ότι από το τέλος του 6ου αιώνα οι ποιητές συμμετείχαν στους δραματικούς αγώνες με τρεις τραγωδίες (τριλογία) και ένα σατυρικό δράμα (τετραλογία). Βασικά πρόσωπα των έργων είναι οι Σάτυροι, που αποτελούν ως ενιαίο δραματικό πρόσωπο το Χορό. Ο Σάτυρος εκπροσωπεί κατά τον Φρ. Νίτσε «τη φύση ανέγγιχτη ακόμη από τη γνώση». Το σατυρικό δράμα έχει θέμα μυθολογικό με τυπικά μοτίβα, όπως η απελευθέρωση των Σατύρων από τη δουλεία απροσδιόριστου αφέντη, οι απάτες και τα τεχνάσματα, οι εφευρέσεις και οι επινοήσεις. Εξελίσσεται στην άγρια φύση ή σε μέρη εξωτικά, ενώ περιλαμβάνει αστεία χονδροειδή. Η όρχηση, που ονομάζεται σίκιννις, έχει έντονη κίνηση με άσεμνες χειρονομίες.

Στον Πρόλογο των Ιχνευτών του Σοφοκλή ο θεός Απόλλων αναζητεί το κοπάδι με τα βόδια του. Απελπισμένος από την εξαφάνιση προσφέρει σε όποιον τα βρει ένα χρυσό στεφάνι για εύρετρα. Ο πατέρας των Σατύρων, ο Σιληνός, αναλαμβάνει να βοηθήσει στην αναζήτηση, αφού πρώτα εξασφαλίσει από τον Απόλλωνα εκτός απ’ το στεφάνι και την υπόσχεση ελευθερίας των Σατύρων. Ενώ οι Σάτυροι ιχνηλατούν και πράγματι ανακαλύπτουν ίχνη βοδιών, μία παράξενη μουσική ακούγεται και τους τρομάζει. Αντιλαμβάνονται ότι ο πρωτόγνωρος ήχος προέρχεται από ένα σπήλαιο και προκαλούν θόρυβο για να εξαναγκάσουν τον ένοικο του σπηλαίου να εμφανιστεί. Η νύμφη Κυλλήνη παρουσιάζεται και τους επιπλήττει για το θόρυβο. Κατά τη συνομιλία μαζί της οι Σάτυροι μαθαίνουν ότι η Κυλλήνη ανατρέφει κρυφά από την Ήρα μέσα στο σπήλαιο το θεό Ερμή. Η νύμφη αφηγείται με μορφή αινίγματος με ποιο τρόπο το θαυμαστό βρέφος κατασκεύασε μουσικό όργανο, τη λύρα, από το καβούκι νεκρής χελώνας και από δέρμα βοδιού. Οι Σάτυροι αντιλαμβάνονται ότι ο Ερμής έκλεψε τα βόδια του Απόλλωνα. Διαπληκτίζονται με την Κυλλήνη και τότε εμφανίζεται ο Απόλλων. Το σωζόμενο κείμενο σταματά εδώ. Κατά την ανασύσταση του κειμένου από φιλολογικές πηγές, φαίνεται ότι εμφανίζεται ο Ερμής να παίζει τη λύρα. Η μουσική συναρπάζει τον Απόλλωνα και έπειτα από διαπραγματεύσεις με τον Ερμή, του παραχωρεί νομίμως τα βόδια. Ο Ερμής του αντιδωρίζει τη λύρα και όλα τελειώνουν σε πλήρη ευωχία.

O Μιχαήλ Μαρμαρινός επέλεξε για την παράστασή του την έμμετρη μετάφραση του Εμμανουήλ Δαυίδ, η οποία έχει στηριχθεί στη συμπλήρωση και ανασύνθεση του έργου από το Γερμανό φιλόλογο Carl Robert. Ο Εμ. Δαυίδ μετέφρασε τους Ιχνευτές ομοιοκατάληκτα το 1933. Τα χρόνια που πέρασαν δε στέρησαν από την απόδοση τη ζωντάνια και το σύγχρονο λόγο ούτε τη ρέουσα και ποιητική γλώσσα, που ακούστηκε με λαγαρότητα στην παράσταση της Επιδαύρου.

Η σκηνοθεσία των Ιχνευτών αποκάλυπτε τη φιλολογική και θεατρολογική μελέτη πίσω από κάθε σκηνή, γεγονός που στήριξε τα θεμέλια, αλλά υπέσκαψε εν μέρει το εποικοδόμημα της παράστασης. Σε συνδυασμό με την έκδηλη προσπάθεια για μοντέρνα παρουσίαση προσέδωσε σε επί μέρους Επεισόδια ή χορικά φλυαρία, αμήχανες παύσεις, φωτισμούς εντυπωσιασμού, αναίτιες εισόδους και εξόδους. Η σκηνή της αναζήτησης του κοπαδιού, για παράδειγμα, επιμηκύνθηκε με επαναλήψεις που είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια ρυθμού. Η άνευ λόγου απομάκρυνση και επαναφορά του Σιληνού, ο ντίσκο φωτισμός στο Κοίλο, το γιαουρτάκι που απολαμβάνει ο Σιληνός κατά την κορυφαία στιγμή της αποκάλυψης της λύρας στερούσαν την παράσταση από τη διονυσιακή ψυχή της.

Κατά τα άλλα, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός οργάνωσε ένα σύνολο εντελές και το οδήγησε στην επίτευξη του στόχου: να αναδειχθεί με «ένα αρχαιολογικό θραύσμα» το γενεσιουργό αίτιο της μουσικής, η διάδοσή της και η γέννηση του πολιτισμού. Τη διονυσιακή αφετηρία υπέβαλε ο καλογυμνασμένος Χορός των Σατύρων, που άρθρωσε ανθρώπινο (και θεατρικό) λόγο και εξέφρασε με το σώμα το ζωώδες και δαιμονικό, όπως κι ο Σιληνός, που ερμηνεύτηκε από το Σταμάτη Κραουνάκη ευφωνικά και ρυθμικά.

Ο πρωταρχικός διονυσιακός κόσμος του ενστίκτου συνενώθηκε με τον απολλώνιο του εγκόσμιου πολιτισμού, όταν προς το τέλος της παράστασης οι μουσικοί που ήταν ακροβολισμένοι μεταξύ των δύο διαζωμάτων κατέβηκαν μέσω του κοίλου στην ορχήστρα και συνέπλεξαν σε ολότητα την ετερότητα δαιμονικού και Ολύμπιου κόσμου. Η πρωτάκουστη μουσική της λύρας του Ερμή δεν ακούστηκε στην παράσταση ως ήχος του οργάνου αυτού, αλλά αντικαταστάθηκε από τέσσερα χάλκινα πνευστά (δύο τούμπες και δύο ευφώνια), που δημιούργησαν ήχους βαθείς και υπέβαλαν  το καινοφανές και το υπερβατικό. Κορυφαία στιγμή της παράστασης, η εμφάνιση του Ερμή. Τον ερμήνευσε ο κόντρα τενόρος Steve Katona με φωνή συγκλονιστική και όψη απόκοσμη, ιδιαίτερα ταιριαστή στη θαυμαστή πορεία και ανάπτυξη του Ερμή.

Τη νύμφη Κυλλήνη, την τροφό του Ερμή, έπαιξε η Αμαλία Μουτούση. Δυναμική και αέρινη, με στόφα κωμική αλλά και με μία φιλολογική εμμονή στον επιτονισμό  και υπογράμμιση κάθε λέξης που έχει ή θα μπορούσε να έχει στο κείμενο απόστροφο: γιατ’, ότ’, αλλ’ …

Απόλλων ήταν ο Χάρης Φραγκούλης. Απελπισμένος ιδιοκτήτης βοοειδών στην αρχή, γητεμένος από τη λύρα στη συνέχεια, προστάτης της μουσικής και του πολιτισμού στο τέλος. Ο ηθοποιός έδειξε την πορεία της  μεταμόρφωσης του Απόλλωνα και έπλασε μία περσόνα που ολοκληρώνεται ως προς τη θεϊκή υπόσταση κατά τη δημιουργική συνάντηση με τη μουσική.

Η μουσική του Billy Bultheel ήταν εξαιρετική και η συνεργασία του συνθέτη με τον Κώστα Μπώκο για το σχεδιασμό των ήχων (κουδούνια των σατύρων, αποκαλυπτικοί αντίλαλοι του βουνού) οδήγησε στη δημιουργία της αρμόζουσας ατμόσφαιρας. Στη μουσική εκτέλεση το  εξαιρετικό κουαρτέτο με τους Μενέλαο Μωραΐτη, Δημήτρη Αλεξανδράκη, Σπύρο Βεργή και Λεωνίδα Παλαμιώτη.

Η χορογραφία και η κίνηση που δίδαξε ο Τάσος Καραχάλιος ήταν ευρηματική και ευφάνταστη.

Το σκηνικό του Γιώργου Σαπουντζή περιορίστηκε σε ένα λευκό πλαστικό τάπητα που κάλυπτε όλη την Ορχήστρα και το χώρο πίσω από τη Σκηνή. Η παραπομπή στις χιονισμένες βουνοκορφές της Κυλλήνης δεν ήταν ιδιαίτερα πειστική ούτε καλαίσθητη. Του ίδιου και τα κοστούμια, χωρίς ιδιαίτερο ύφος και αναφορές. Αντιθέτως, το ζωγραφισμένο κοπάδι βοδιών που ήταν κρυμμένο κάτω από το λευκό τάπητα και το αποκάλυψε ο Ερμής, λειτούργησε θεατρικά και προσέδωσε στη σκηνή ευφορία.

Θα πρέπει να αναφερθούν οι ηθοποιοί που υποδύθηκαν με αφοσίωση τους Σάτυρους (Χορός): Λάμπρος Γραμματικός, Adrian Frieling , Αλεξάνδρα Καζάζου, Τάσος Καραχάλιος,  Χρήστος Κραγιόπουλος, Άγγελος Νεράντζης, Ηλέκτρα Νικολούζου,  Μάνος Πετράκης, Θεοδώρα Τζήμου και Ανδρομάχη Φουντουλίδου.

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός παρέλαβε ένα κείμενο θραύσμα και, μολονότι δεν κατόρθωσε να αποτρέψει αρνητικά στοιχεία, παρέδωσε μία παράσταση ενδιαφέρουσα και ολοκληρωμένη.

Κόννη Σοφιάδου, Φιλόλογος, Θεατρολόγος, Δρ. ΠΤΔΕ-ΕΚΠΑ.

EnglishGreek