Εργαστήριο Γραφής- Δραματοποίηση

  • Λογοτεχνικό-Δραματικό κείμενο

Αν ειδοποιό γνώρισμα του λογοτεχνικού κειμένου είναι η «λογοτεχνικότητα», αντίστοιχο γνώρισμα του δραματικού κειμένου είναι η «θεατρικότητα», η εγγεγραμμένη δηλαδή δυνατότητα να παρασταθεί σκηνικά μπροστά σ’ ένα κοινό και να ζωντανέψει μορφοποιημένο από ηθοποιούς που απευθύνονται σε θεατές.

Φυσικά και τα δύο χαρακτηρίζονται  από γνωρίσματα όπως:

i) η αυτοαναφορικότητα του λόγου, που δεν απαιτεί ετεροκαθορισμό, αφού αρκείται στη «φατική» και όχι στην «επικοινωνιακή» λειτουργία.

ii) η συνδηλωτική χρήση του λόγου, που συναρτάται με την υποκειμενικότητα και βιωματικότητα της γραφής, η οποία δεν στοχεύει στην πληροφόρηση, ούτε την πειθώ του αποδέκτη, αλλά τη συγκίνηση, τη συναισθηματική μέθεξη και την αισθητική απόλαυση.

Ο λογοτέχνης, μέσω της αφήγησης,  της περιγραφής, της εξιστόρησης και της αναφοράς, επιχειρεί να καταγράψει τα γεγονότα με τρόπο περισσότερο ή λιγότερο υποκειμενικό (ανάλογα με το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, την αισθητική και το ύφος του), να παρουσιάσει τις ήρωες του και να  διαγράψει τις χαρακτήρες του.

Άλλοτε «αναληπτικά» και άλλοτε «προληπτικά», κατά τρόπο «ομοδιηγητικό» ή «ετεροδιηγητικό», τοποθετείται «μέσα», «έξω», ή «πάνω» από το κείμενό του, «δίπλα» ή «απέναντι» στον αναγνώστη του. Ο τελευταίος επικοινωνεί με το «ανάγνωσμά», φαντασιακά, σε ελεύθερο χώρο και χρόνο που εκείνος επιλέγει, αλλά μονόδρομα, αφού η επικοινωνία του με τους ήρωες του έργου δεν ανατροφοδοτείται.

Αντίθετα, το δραματικό κείμενο, απευθύνεται στον θεατή. Αυτός επικοινωνεί μαζί του (με την μορφή της παράστασης) ατομικά, αλλά ταυτόχρονα και συλλογικά, άμεσα αλλά και έμμεσα (σύμφωνα με το θέαμα που του παρουσιάζεται σκηνικά από το σκηνοθέτη και τους συντελεστές της παράστασης), ψυχο-πνευματικά αλλά και βιωματικά, μονόδρομα προσανατολισμένα σε χώρο και χρόνο, αλλά αμφίδρομα ως προς τη δυνατότητα συμμετοχής του «πομπού» στη δημιουργία του μηνύματος και ανατροφοδοτικά, αφού η συγκεκριμένη πρόσληψη επενεργεί και ανακαθορίζει το σκηνικό μήνυμα.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, το σκηνικό θέαμα αναδεικνύεται σε μοναδικό γεγονός «άπαξ» συντελούμενο και ως τέτοιο επιβάλλει μια διαφορετική σύνθεση στη δομή του δραματικού κειμένου, ώστε αυτό να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και την προσοχή του θεατή στην πλατεία.

Με τη σημασία αυτή, ως στοιχεία «θεατρικότητας» σ’ ένα κείμενο (ακόμα και αν αυτό δεν είναι «φύσει» προορισμένο να παρασταθεί σκηνικά), μπορούμε να πούμε ότι είναι ο διάλογος, (με τη μορφή ή όχι τις στιχομυθίας),ο εσωτερικός μονόλογος, η δράση και η πλοκή, οι συγκρούσεις, με ποικίλες αιτίες και αποτελέσματα, οι δραματικές καταστάσεις και πάνω απ’ όλα οι χαρακτήρες.

Τα προηγούμενα στοιχεία αποτελούν και τα βασικά γνωρίσματα του δραματικού κειμένου, τα οποία σε συνδυασμό με τα μορφολογικά (διάκριση σε πράξεις και σκηνές, «διδασκαλίες», ορισμός χώρου και χρόνου, προσώπων) και τα υφολογικά στοιχεία (αινικτικός, ελλειπτικός λόγος με κενά και αποσιωπήσεις, ανολοκλήρωτο κείμενο) συνιστούν το θεατρικό έργο ως ιδιαίτερη κατηγορία τις λογοτεχνίας.

Με την αξιοποίηση των ίδιων στοιχείων, το δραματικό κείμενο αποκτά υπόσταση, δηλαδή δυνατότητα σκηνικής μορφοποίησης, έτσι ώστε το δυσδιάστατο της αφήγησης και της περιγραφής του λογοτεχνικού έργου, να μετατρέπεται σε τρισδιάστατο του παραστασιμοποιήσιμου θεατρικού λόγου. Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η «θεατρικότητα», ως βασικό ειδοποιό γνώρισμα του δραματικού κειμένου, αλλά και οποιουδήποτε άλλου, το οποίο μπορεί, με την κατάλληλη επεξεργασία, να θεατροποιηθεί.

Φυσικά τα «λογοτεχνικά στοιχεία δεν απουσιάζουν, ούτε παραβλέπονται. Αντίθετα σε συγκεκριμένες ιστορικές εποχές (Κρητικό Θέατρο) είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένα. Η αρμονική σύζευξη των «δραματικών» με τα «λογοτεχνικά» χαρακτηριστικά, συνιστά την «κλασικότητα» του θεατρικού έργου, όπως  ενδεικτικά συμβαίνει στην αρχαία τραγωδία και στον Σαίξπηρ. Παρόλα αυτά, τα στοιχεία «λογοτεχνικότητας» όχι μόνο δεν ενδιαφέρουν μια θεατρολογική ανάλυση, αλλά και σε περίπτωση που αναδεικνύονται, μπορεί να λειτουργήσουν αρνητικά, να θεωρηθούν δηλαδή μειονεκτήματα για το θεατρικό έργο, πλην εξαιρέσεων (ποιητικό θέατρο, θέατρο πολυθρόνας).

  • Διαδικασία μεταγραφής

Συχνά είμαστε θεατές σε μια παράσταση σύγχρονου θεάτρου, όπου παρακολουθούμε να αποδίδονται στη σκηνή έργα, τα οποία μόνο ως αφηγηματικά κείμενα γνωρίζαμε κατά το παρελθόν. Ενδεικτικές είναι περιπτώσεις όπως της «Άννας Καρένινα» του Λ. Τολστόι, του «Ηλίθιου» του Φ. Ντοστογιέβσκι, του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες, της «Φόνισσας» του Αλ. Παπαδιαμάντη, για να περιορισθούμε σε μερικά μόνο από τα πολλά παραδείγματα του είδους.

Πώς είναι δυνατή η σκηνική μεταφορά αυτών των πεζών κειμένων και πώς τα βασικά λογοτεχνικά τις χαρακτηριστικά, χωρίς να υποβαθμίζονται, αποκτούν «δραματικότητα» και γίνονται προσληπτά όχι πια από αναγνώστες, αλλά από θεατές;

Πρόκειται για μια διαδικασία μετατροπής του λογοτεχνικού λόγου σε θεατρικό που στηρίζεται τις κώδικες του δράματος, γνωστή ως «δραματοποίηση». Κατ’ αυτήν, πραγματοποιείται η μεταγραφή του κειμένου μιας συγκεκριμένης κατηγορίας (πεζό, ποιητικό, δημοσιογραφικό) σε μια άλλη (δραματικό) με στόχο την ανάπτυξη «παραστασιμότητας», που θα επιτρέψει τη σκηνική του απόδοση και την πρόσληψή του από τον «θεατή» και όχι πια τον «αναγνώστη».

Η διαδικασία αυτή, που συχνά  έχει τον χαρακτήρα του πειραματισμού και της πρωτοπορίας, ενώ άλλοτε της συνθετικής και ερευνητικής απόπειρας, κινείται στα όρια των λογοτεχνικών ειδών και αξιοποιεί στοιχεία και τεχνικές διαφορετικής προελεύσεως, προκειμένου να οδηγηθεί στο επιθυμητό αποτέλεσμα: την υποκατάσταση των γνωρισμάτων μιας μορφής εντέχνου λόγου από ισοδύναμα και αντίστοιχα στοιχεία κάποιου άλλου, χωρίς να αλλοιωθεί καθόλου το περιεχόμενο του έργου. Σ’ αυτό ακριβώς  έγκειται και ο εργαστηριακός  χαρακτήρας της «δοκιμής» που δίνει τον τίτλο του «εργαστηρίου γραφής» στη συγκεκριμένη απόπειρα.

Με δεδομένο ότι ουσιαστικό γνώρισμα και θεμελιώδης αρετή του δραματικού κειμένου είναι η δράση και ο διάλογος, οι συγκρούσεις και οι χαρακτήρες, αυτονόητα σχεδόν προκύπτει ότι με τη «δραματοποίηση» αυτά ακριβώς τα στοιχεία θα προβληθούν. Κατά συνέπεια το έντονο αφηγηματικό στοιχείο του πεζού κειμένου με τις εκτενείς αφηγήσεις και περιγραφές και τους σχοινοτενείς μονολόγους θα εξαλειφθούν, ή θα περιορισθούν σημαντικά. Κάτι παρόμοιο θα γίνει και με τα έντονα στοιχεία «λογοτεχνικότητας», τις  μεταφορές και μετωνυμίες, τα εκφραστικά σχήματα λόγου και την έξαρση των υποκειμενικών και συναισθηματικών στοιχείων έκφρασης. Ο λόγος θα γίνει πρωτοπρόσωπος, άμεσος και ευθύς, με υπαινικτικά και αφαιρετικά στοιχεία, που επιτρέπουν την μεταγενέστερη συμπλήρωση, σύμφωνα πάντα και με τις υπάρχουσες σκηνικές οδηγίες («διδασκαλίες»). Για τη δημιουργία αυτού του «μεταγεγραμμένου» κειμένου, εκτός από την επινόηση και προσθήκη διαλόγου, μπορεί  να δημιουργηθούν και να προστεθούν νέα στοιχεία που δεν υπάρχουν στο αρχικό, που επαυξάνουν τη θεατρικότητα :

  • να γίνει χωρισμός σε επιμέρους ενότητες, πράξεις, σκηνές ή εικόνες
  • να προστεθεί κάποιο πρόσωπο που ως αφηγητής παρεμβαίνει και ενοποιεί τη δράση
  • να δημιουργηθούν δευτερεύοντα, βοηθητικά πρόσωπα που εμπλουτίζουν τη δράση
  • να προκληθούν συγκρουσιακές σχέσεις, τόσο σε υποκειμενικό / εσωτερικό, όσο σε αντικειμενικό / εξωτερικό επίπεδο
  • να δημιουργηθούν σκηνικές οδηγίες («διδασκαλίες»)που να υποδείχνουν τον κατάλληλο τρόπο σκηνικής απόδοσης του έργου

Κατ’ αυτό τον τρόπο το κείμενο αποκτά νέα υπόσταση και είναι έτοιμο να παρασταθεί στη σκηνή, μπροστά σε θεατές.

  • Η δραματοποίηση στο Σχολείο

Η δραματοποίηση αποτελεί μια  ευρύτατα διαδεδομένη τάση στο σύγχρονο παγκόσμιο θέατρο. Την ίδια τις στιγμή, αποτελεί μια νέα πρόταση εργασίας για το Σχολείο, τόσο στην α/βάθμια, όσο και στη β/ βάθμια εκπαίδευση, όπου αναδεικνύεται σε κατεξοχήν παιδαγωγική μέθοδο διδασκαλίας και μάθησης, εκφράζοντας άμεσα και βιωματικά όλα τα ζητούμενα του σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος, όπως την ομαδοσυνεργατική και μαθητοκεντρική διδασκαλία, την παιγνιώδη μάθηση, τη διαθεματική προσέγγιση στη γνώση κ.α. Μέσα από αυτήν, ο εκπαιδευτικός εμπλουτίζει και ανανεώνει τους παραδοσιακούς τρόπους διδασκαλίας, ενεργοποιεί τη  φαντασία και προκαλεί την κρίση των μαθητών, ενισχύει τις γλωσσικές τους δεξιότητες και εμπλουτίζει τους λεκτικούς τρόπους επικοινωνίας, επαυξάνει τη συμμετοχικότητά στο μάθημα και ευνοεί την ανάδειξη όλων των φανερών ή λανθανουσών δεξιοτήτων και προσόντων των μαθητών.

Τα γεγονότα αποδίδονται πολυδιάστατα, σύμφωνα με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται και προσλαμβάνονται από τη δημιουργική συνείδηση των μαθητών, αλλά και τη συλλογική συνείδηση τις συγκεκριμένης ομάδας-τάξης στην οποία ανήκουν. Τα ίδια γεγονότα εξεικονίζονται παραστατικά από ρόλους που καλούνται να ερμηνεύσουν οι ίδιοι οι μαθητές μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, αναπτύσσοντας μια προσωπική, βιωματική σχέση με τη διδακτέα ύλη του μαθήματος.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, η πρωτότυπη παραγωγή δραματοποιημένων κειμένων, που προκύπτουν από συλλογική διεργασία και συμμετοχή όλου του μαθητικού δυναμικού τις τάξης και στη συνέχεια η θεατρική τις απόδοση, μέσα στην αυτοσχέδια σκηνή τις αίθουσας διδασκαλίας, αναδεικνύει τη δραματοποίηση σε σύγχρονη παιδαγωγική μέθοδο με ιδιαίτερα αξιόλογα αποτελέσματα.

Περισσότερο τις από την παιδαγωγική τις αποστολή, η δραματοποίηση, στην παρούσα εργασία, μας ενδιαφέρει κατ’ αρχή ως το πρώτο από τα δύο τις επίπεδα, αυτό του «εργαστηρίου γραφής» και όχι ως του αμέσως  σύστοιχου, της «σκηνικής πράξης». Μας ενδιαφέρει δηλαδή ο τρόπος δευτερογενούς παραγωγής γραπτού εντέχνου λόγου, αφού αποτελεί μία από τις βασικές προτάσεις για εκσυγχρονισμό των έργων που προτείνονται για θεατρική παράσταση σε συγκεκριμένες σχολικές επετείους, θρησκευτικού και εθνικού κυρίως περιεχομένου, αλλά και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις των ελληνικών σχολείων.

Ο εκπαιδευτικός, σε συνεργασία με τους μαθητές του, προβαίνει σε παραγωγή δραματικού λόγου για παράσταση, στηριζόμενος σε ήδη υπαρκτά κείμενα (πεζά, ποιητικά, επιστημονικά, δημοσιογραφικά κ.α.), τα οποία μεταγράφονται, σύμφωνα με τους κώδικες του δράματος και του θεάτρου που προαναφέρθηκαν. Στο ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να οδηγηθούν και από άλλο δρόμο, αντλώντας τη θεματική του «έργου σε εξέλιξη» που δημιουργούν, από την προσωπική εμπειρία, από πληροφορίες και υλικό κάθε προελεύσεως.

Η αρχή μπορεί να γίνει από την απλή καταγραφή μιας στιχομυθίας και την απόδοση των σκέψεων και κρίσεών τους με διαλογική μορφή. Μπορεί ακόμα να στηριχθούν στη διατύπωση  των εντυπώσεων τους από τη θέαση ενός εικαστικού έργου τέχνης, την ακρόαση ενός μουσικού αποσπάσματος, ή το σχολιασμό κάποιου καθημερινού στιγμιότυπου από τη σχολική ή κοινωνική ζωή. Στη συνέχεια  ο εκπαιδευτικός και οι μαθητές του θα προχωρήσουν στη δημιουργία κρίσιμων σχέσεων, μέσα από τον διάλογο, βασισμένο τώρα στην αντιπαλότητα, τη διαφωνία, την προβολή και υπεράσπιση διαφορετικών αξιών.

Η δραματική ένταση αυξάνει και οδηγείται σε κορύφωση, μέσα από τον «εσωτερικό μονόλογο», και τα κατ’ ιδίαν μέρη του έργου με τις απρόοπτες εκμυστηρεύσεις των ηρώων που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον για την παρακολούθηση της υπόθεσης. Στα προηγούμενα κυρίως σχήματα θα βασισθεί η έννοια της δραματοποίησης ως «επινοημένο θέατρο», που ενεργοποιεί τους μαθητές, εξοικειώνοντάς τους με την παραγωγή δραματικού λόγου καθώς οδηγούνται στο κατάλληλο για παράσταση κείμενο. Αυτό είναι που εντέλει εκφράζει τα ενδιαφέροντα και τις προσδοκίες της συγκεκριμένης μαθητικής κοινότητας.

Για την εξεύρεση ή δημιουργία κειμένων κατάλληλων να ανταποκριθούν στις ανάγκες του επετειακού εορτασμού στο σχολείο, ο εκπαιδευτικός μπορεί να προβεί μόνος του ή με τους μαθητές του στη δραματοποίηση ενός αφηγηματικού ή ποιητικού έργου. Ένα εκτενές δημοτικό ποίημα (παραλογή, κλέφτικο), μια ποιητική σύνθεση του Δ. Σολωμού, ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Σπ. Μελά («Ο Γέρος του Μωριά»), μπορεί να αποτελέσουν θαυμάσια κείμενα για δραματοποίηση.

Το ίδιο και ένα κείμενο από το εγχειρίδιο της γλώσσας, ή το «Ανθολόγιο». Η δραματοποίηση μπορεί να στηριχθεί σε μια διδακτική ενότητα του μαθήματος της Ιστορίας (π.χ. «Η άλωση τις Τριπολιτσάς», «Η Φιλική Εταιρεία», «Το Χάνι τις Γραβιάς» κ.α.). Με τη δραματική μεταγραφή του θέματος και την βιωματική απόδοση των ρόλων μέσα στην τάξη ή έξω απ’ αυτήν, θα πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα παιδαγωγικοί αλλά και καλλιτεχνικοί στόχοι, τέτοιοι που καθιστούν τη δραματοποίηση κατεξοχή σύγχρονη μέθοδο διδασκαλίας και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το δραματικό άλλωστε κείμενο που θα προκύψει με πλούσιο ιδεολογικό περιεχόμενο, και αισθητική πληρότητα, καθώς θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της συγκεκριμένης μαθητικής κοινότητας θα εκφράζει και το όραμα, τον προβληματισμό και τις ανησυχίες της αλλά και συγχρόνως το μορφωτικό επίπεδό της.

  • Αναμενόμενα αποτελέσματα

Ως μέθοδος διδασκαλίας η δραματοποίηση, με τη μορφή του «εργαστηρίου γραφής» αλλά, και της «σκηνικής πράξης» μετατρέπεται σε μέσο παραστατικής και εποπτικής διδασκαλίας του μαθήματος, που διαθέτει στοιχεία θεάτρου αλλά και παιχνιδιού. Από το «θεατρικό παιχνίδι» αντλεί τον «παιγνιώδη» χαρακτήρα της επικοινωνίας, με τη χρήση των σωματικών εκφραστικών μέσων που διαθέτουν οι μαθητές, τον αυθορμητισμό, τον αυτοσχεδιασμό και το στοιχείο της δημιουργικότητας και της φαντασίας. Διαφέρει από αυτό, γιατί δεν στηρίζεται σ’ ένα απλό, μονοσήμαντο «σενάριο», ούτε δημιουργεί μια «υπόθεση» δράσης «ex nihilo» και «εξ απροόπτου». Στηρίζεται σε συγκεκριμένο θέμα, έχει δομημένους άξονες, σαφείς στόχους και επιδιώξεις, προκατασκευασμένη πορεία ανάπτυξης.

Οι μαθητές που μετέχουν ενεργά στην εν λόγω διαδικασία, όσο και εκείνοι που την παρακολουθούν, θα φθάσουν από ένα απλό ιστορικό γεγονός που θα μπορούσαν να διδαχθούν στα πλαίσια του οικείου μαθήματος ή ένα ανάγνωσμα που θα προσέγγιζαν στο μάθημα της «Γλώσσας» ή της «Λογοτεχνίας», να συνειδητοποιήσουν τους ρόλους και τους μηχανισμούς που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται σ’ αυτό, τις καταστάσεις και τις σχέσεις που προκύπτουν, τις συνέπειες και τα αποτελέσματα που συνδέονται με το ζητούμενο. Αν στα προηγούμενα συνυπολογίσουμε την ακριβή διατύπωση, τις σαφείς αναφορές και τις προσωπικές παρεμβάσεις των μαθητών με την καθοδήγηση του δασκάλου στον αρχικό «καμβά» της υπόθεσης, τη βιωματικότητα και  εποπτικότητα του αποτελέσματος που προκύπτει ως θεατρική πράξη, τότε γίνεται αντιληπτή η συμβολή της δραματοποίησης στην ανανέωση του προγράμματος διδασκαλίας, αλλά και των πολιτιστικών γενικότερα εκδηλώσεων στο σύγχρονο Σχολείο.

Αυτό το τελευταίο αποτελεί ακριβώς ζητούμενο και σ’ αυτό συνίσταται ο νεοτερισμός και η καινοτομία που παρουσιάζει η αναλυόμενη και προτεινόμενη έννοια. Γιατί, οι υπάρχουσες μορφές θεατρικού λόγου, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για επετείους ιστορικής μνήμης και θρησκευτικής συνείδησης, είναι περιορισμένες. Προϊόντα προγενέστερων ιστορικών εποχών, έρχονται να ανταποκριθούν σε αιτήματα προ πολλού ξεπερασμένα και αναντίστοιχα με τις απαιτήσεις του σύγχρονου  εκπαιδευτικού συστήματος, ιδιαίτερα στις μεταμοντέρνες πολυπολιτισμικές κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Η αναγκαιότητα για πολιτισμική παρέμβαση με υψηλά νοήματα και παιδαγωγικές σκοπιμότητες, που δεν προδίδουν το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, ούτε αγνοούν τις διαμορφωμένες κοινωνίες, παιδαγωγικές και πολιτισμικές σχέσεις, είναι πια επιβεβλημένη. Η δραματοποίηση έρχεται να δώσει μια πειστική και ολοκληρωμένη απάντηση σ’ αυτά ζητούμενα. Γιατί, δραματικά κείμενα με θέμα την Επανάσταση του 1821 ή την 28η Οκτωβρίου του 1940 δεν γράφονται πια και όσα ήδη υπάρχουν είτε έχουν εξαντληθεί, είτε έχουν ξεπεραστεί. Υπάρχουν πλήθος από λογοτεχνικά και άλλα έργα υψηλού αισθητικού και ιδεολογικού περιεχομένου, που θαυμάσια μπορεί να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του αντίστοιχου σχολικού εορτασμού: η ποίηση του Α. Κάλβου και του Δ. Σολωμού, του Αρ. Βαλαωρίτη και του Οδ. Ελύτη, τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και του Κολοκοτρώνη, η δημοτική ποίηση (κλέφτικα τραγούδια) και τα χρονικά του Αγώνα, δημοσιογραφικά και ιστορικά κείμενα και ντοκουμέντα. Ο εκπαιδευτικός (μόνος, σε συνεργασία με τις συναδέλφους, ή με τους μαθητές του) μπορεί να επιλέξει αυτό που ταιριάζει τις συγκεκριμένες συνθήκες του δικού του Σχολείου και της δικής του μικροκοινωνίας και να προχωρήσει στη διαδικασία της δραματοποίησης.

Με την εφαρμογή της στην αυτοσχέδια σκηνή της τάξης αρχικά, χωρίς αισθητικο-καλλιτεχνικές επιδιώξεις, ο εκπαιδευτικός θα ανανεώσει τον τρόπο διδασκαλίας και θα εμπλουτίσει τις παιδαγωγικές σχέσεις διδασκόντων-διδασκομένων. Έχοντας αυτή την αρχική εμπειρία και στηριζόμενος στη συλλογική προσπάθεια και επιθυμία της τάξης, ύστερα από τις απαιτούμενες τροποποιήσεις, παρεμβάσεις και βελτιώσεις που θα προκαλέσει, ο εκπαιδευτικός έχει στη διάθεσή του ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό δραματικό κείμενο, το οποίο έχει δοκιμαστεί με επιτυχία. Κατά συνέπεια, αφού υποστεί και τη σχετική δοκιμασία μέσα από τις πρόβες και τη συνεργασία με τους παράγοντες τις θεατρικής έκφρασης (σκηνογράφο, ενδυματολόγο, μουσικό κ.α.), το κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργημένο έργο είναι έτοιμο να αποδοθεί στη σκηνή, στα πλαίσια του εορτασμού, που καλείται να πλαισιώσει. Κατ’ αυτό τον τρόπο, γίνεται φανερό ότι με τη δραματοποίηση όχι μόνο δεν «προδίδεται» το νόημα και το περιεχόμενο του εθνικού, θρησκευτικού, ή οποιουδήποτε  άλλου εορτασμού, αλλά μάλλον εμπλουτίζεται, με την αποφυγή του τετριμμένου  και σχεδόν μουσειακού περιεχόμενου των παραδοσιακών «Σχολικών γιορτών».

GreekEnglish