«Η θεατρική αγωγή στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Γενικές αρχές και επισημάνσεις»

1. Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Μύηση στο παιχνίδι των ρόλων και τη σωματική έκφραση

Οι σκοποί της Γενικής Εκπαίδευσης στο Ελληνικό Σχολείο ορίζονται και συγκεκριμενοποιούνται με τρόπο σαφή και αναλυτικό ανεξαρτήτως νόμων και διαταγμάτων που κατά καιρούς αλλάζουν και εκσυγχρονίζονται. Η υλοποίησή τους όμως επαφίεται στους εκπαιδευτικούς.

Αυτοί, στηριζόμενοι στην παιδαγωγική τους κατάρτιση και ευαισθησία, με βάση τα Προγράμματα Σπουδών (Curricula) που έχουν εκπονηθεί για κάθε μάθημα, ιδιαίτερα και τα ειδικά εγχειρίδια – βοηθήματα που διαθέτουν για τη διδασκαλία του, καλούνται να εφαρμόσουν τους σκοπούς αυτούς, εξειδικεύοντάς τους στο γνωστικό πεδίο των επιμέρους αντικειμένων. Ως γενικός τέτοιος στόχος είναι η αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα οι μαθητές παρωθούνται να εξελιχθούν σε ελεύθερους πολίτες με δημοκρατικό ήθος, να καλλιεργήσουν αρμονικά το σώμα, την ψυχή και το πνεύμα τους, να αναπτύξουν την κριτική τους σκέψη, να αναπτύξουν το πνεύμα της φιλίας και συνεργασίας με τους άλλους, χωρίς κανενός είδους ρατσιστικές διακρίσεις, να αποκτήσουν τις δυνατότητες κατανόησης και επαφής με την Τέχνη, την Επιστήμη και την Τεχνολογία, να συνειδητοποιήσουν, να εκτιμήσουν και να διαφυλάξουν τις ανθρωπιστικές αξίες του πολιτισμού.
Οι γενικές αυτές αρχές διαγράφονται ήδη από τα πρώτα στάδια της προσχολικής ηλικίας στο Νηπιαγωγείο. Σε αυτό επιδιώκεται η καλλιέργεια των αισθήσεων των μαθητών, ο εμπλουτισμός των εμπειριών τους μέσα στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, η δημιουργία διαπροσωπικών σχέσεων, η ανάπτυξη πρωτοβουλιών και η κοινωνικοποίησή τους, η οργάνωση του ψυχο – πνευματικού τους κόσμου και η κατανόηση, έκφραση και εξωτερίκευση των σκέψεων και συναισθημάτων τους με μαθηματικό και αισθητικό τρόπο.
Η δημιουργία ενός αντιαυταρχικού και δημιουργικού περιβάλλοντος στο οποίο ο μαθητής βρίσκεται στο επίκεντρο (μαθητοκεντρικό σύστημα διδασκαλίας) παραμένει ζητούμενο και στην επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα, στο Δημοτικό. Σε αυτήν όμως προστίθενται νέα παιδαγωγικά δεδομένα, αντίστοιχα άλλωστε με τη νέα πραγματικότητα που παρουσιάζουν τα υποκείμενα της εκπαίδευσης, οι μικροί μαθητές.
Οι παιδαγωγικοί στόχοι συγκεκριμενοποιούνται στα ακόλουθα:
∙ Στην ανάδειξη ικανοτήτων, μηχανισμών και δεξιοτήτων, που καλλιεργούν και αναπτύσσουν το ψυχο – πνευματικό δυναμικό των μαθητών και ολοκληρώνουν την προσωπικότητά τους, μέσα από τη διαδικασία της μάθησης, με τη βοήθεια της οποίας διευρύνουν και αναδιαρθρώνουν τις δημιουργικές σχέσεις της συνείδησής τους με τον περιβάλλοντα χώρο, τις ανθρώπινες καταστάσεις και φαινόμενα.
∙ Στην απόκτηση ικανότητας ορθής χρήσης του προφορικού και γραπτού λόγου, δια του οποίου μπορούν να εκφραστούν και να εξωτερικεύσουν τις σκέψεις και τα αισθήματα τους, ερχόμενοι σε άμεση επαφή με τον περίγυρό τους.
∙ Στην απόκτηση νοητικών δυνατοτήτων με τις οποίες προβαίνουν σε κρίσεις, συγκρίσεις και διακρίσεις αφηρημένων ή συγκεκριμένων εννοιών, που συντελούν σταδιακά στην πνευματική τους ολοκλήρωση.
∙ Στην καλλιέργεια και ανάπτυξη του αισθητικού τους κριτηρίου, την ευαισθητοποίησή τους στην Τέχνη και τον πολιτισμό, ώστε να μπορούν να προσεγγίσουν, να εκτιμήσουν και να ερμηνεύσουν τα έργα Τέχνης, και να προβούν στην αντίστοιχη πρωτότυπη δημιουργία, μέσα από τα δικά τους καλλιτεχνικά προϊόντα.
Η τελευταία αυτή παράμετρος που είτε παρέμενε ανενεργός, είτε περιθωριοποιημένη, ανάμεσα στις άλλες, είναι που αποτελεί το βασικό ζητούμενο για την εισαγωγή της Θεατρικής Παιδείας της Τέχνης και του Πολιτισμού και την αναβάθμιση της διδασκαλίας της Θεατρικής και Αισθητικής Αγωγής σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης, με ιδιαίτερη έμφαση στο Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό.
Η Θεατρική Αγωγή δεν μπορεί παρά να αρχίζει ήδη από τα πρώτα στάδια της προσχολικής ηλικίας, όταν η παιδεία στο σύνολό της παρέχεται υπό μορφή παιχνιδιού και εξοικείωσης των ανηλίκων υποκειμένων που βρίσκονται στην πιο τρυφερή ηλικία της ζωής τους. Γι αυτό και οποιοδήποτε Curriculum πρέπει να αρχίσει από εκεί.
Ο εξοβελισμός όμως των άλλων προγενέστερων τάξεων του Δημοτικού, ακόμα και του Νηπιαγωγείου, αποτελεί παράλειψη, οι συνέπειες της οποίας θα μπορούσαν να αποβούν αρνητικές στη χάραξη μιας ολικής και μακροπρόθεσμης εκπαιδευτικής πολιτικής για τη διδασκαλία όλων των μαθημάτων και του Θεάτρου ειδικότερα. Γιατί η παιδεία στο σύνολό της αποτελεί αγαθό το οποίο κατακτάται σταδιακά και συστηματικά, με ελεγχόμενη πορεία και εξέλιξη, από τα απλά στα σύνθετα, από τα μερικά στα ολικά, από τα εύκολα στα δύσκολα. Μορφές και εκφράσεις του Θεάτρου, άμεσα συναπτόμενες με το παιχνίδι, αποτελούν τα κατεξοχήν μέσα αγωγής και παιδείας, που επεκτείνεται και πέραν του Νηπιαγωγείου, καλύπτοντας ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της α/βάθμιας εκπαίδευσης.
Η ενσωμάτωση του νέου γνωστικού και καλλιτεχνικού πεδίου οφείλει να ακολουθήσει τις γενικότερες αρχές της παιδαγωγικής που αφορούν στον τρόπο προσέγγισης της γνώσης από τους μικρούς μαθητές, τα μέσα κοινωνικοποίησης, τους τρόπους ενεργοποίησης του ψυχο – πνευματικού δυναμικού τους και τέλος την ολοκληρωμένη αγωγή και παιδεία τους, με βάση τις οργανωμένες αρχές και προτεραιότητες που θέτει το εκπαιδευτικό σύστημα στο σύνολό του.
Αρχικά, στην προσχολική και την πρωτοσχολική ηλικία, δίνεται κατεξοχήν έμφαση στην ψυχαγωγική και παιδαγωγική διάσταση του Θεάτρου, αφού μέσα από τέτοια στοιχεία και όψεις του κατακτάται η γνωριμία των παιδιών με τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, η ψυχική και σωματική τους έκφραση μέσα από το παιχνίδι και τη μιμική, η ανάπτυξη της γλωσσικής και παραγλωσσικής επικοινωνίας, η ένταξη στην ομάδα και η απόκτηση των πρώτων αισθητικών εμπειριών.
Με σωματικές και κινησιολογικές ασκήσεις, με ρυθμική κίνηση και μουσικά ακούσματα, στοχεύεται η ισόρροπη ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού. Το Θεατρικό Παιχνίδι και ο Αυτοσχεδιασμός, η καλλιέργεια των στοιχείων του δραματικού λόγου και η εφαρμογή των στοιχείων του δράματος, επιτρέπουν την επικοινωνία με τα άλλα μέλη της ομάδας, αναπτύσσουν την έννοια του ρόλου υλοποιούν τη Δραματοποίηση ως μέθοδο διδασκαλίας και αγωγής, ενώ στα προηγούμενα πρέπει να συνυπολογίσουμε την ευαισθητοποίηση των μαθητών σε μορφές και είδη Θεάτρου (λαϊκό, έντεχνο) με την παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων και την ανάπτυξη δυνατοτήτων κριτικού λόγου για την πρόσληψη του σκηνικού θεάματος.
Οι δυο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού αποτελούν το στάδιο συστηματικής και πολύπλευρης ανάπτυξης των γνώσεων και εμπειριών που, περισσότερο βιωματικά παρά θεωρητικά, έχουν αποκτήσει οι μαθητές στη μέχρι τότε επαφή τους με το Θέατρο. Στις δυο αυτές τάξεις το Θεατρικό Παιχνίδι και η Δραματοποίηση αναπτύσσουν στο έπακρο τις δυνατότητές τους, αποτελώντας βασικά στοιχεία της Θεατρικής Αγωγής. Καλλιεργείται και εκδηλώνεται μια σκηνική πια συμπεριφορά των παιδιών που στηρίζεται στη γνωριμία με τις εκφραστικές τους δυνατότητες, στη δυναμική της ομάδας και τα στοιχεία του θεατρικού αυτοσχεδιασμού.
Παράλληλα, στα εργαστήρια γραφής που δημιουργούνται μέσα στην τάξη με τη συμμετοχή διδασκόντων και διδασκομένων, αναπτύσσεται μια ουσιαστική κατανόηση των στοιχείων του δραματικού λόγου, που μπορεί να καταλήξει ακόμα και στη παραγωγή θεατρικού έργου. Τέλος, η εξοικείωση με τις σκηνικές τεχνικές οδηγεί πέρα από τη Δραματοποίηση σε ανάπτυξη μορφών θεατρικών δρωμένων (χάπενινγκ), σκετς, ακόμα και θεατρικών παραστάσεων, πάντα μέσα στα πλαίσια των πολιτιστικών δραστηριοτήτων του Σχολείου.
Οι δραστηριότητες που προτείνονται για την Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού, μπορεί να περιέχουν αυτές τις παραμέτρους του Θεάτρου και του δράματος, ευνοώντας μια πρώτη ουσιαστική επαφή των παιδιών με το αντικείμενο και συνιστώντας την αρχική τους γνωριμία με αυτή τη μορφή Τέχνης στα ποικίλα συνθετικά της (υποκριτική, σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία). Ταυτόχρονα περιλαμβάνουν βασικές πληροφορίες για μια διασύνδεση των ποικίλων παραμέτρων του θεάτρου με αντίστοιχες άλλων μορφών Τέχνης (ζωγραφική, γλυπτική, μουσική, κ. ά.), συμβάλλοντας σε μια ουσιαστική διαπολιτισμική αγωγή και παιδεία των μικρών μαθητών.
Οι δάσκαλοι που θα κληθούν να διδάξουν το μάθημα της Θεατρικής Αγωγής στα παιδιά, θα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στο προσωπικό, βιωματικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα του Θεάτρου. Να επιμείνουν στην κινησιολογική, εκφραστική και δημιουργική συμμετοχή των μαθητών στη διδασκαλία του μαθήματος. Στην ενεργοποίηση του ψυχο – πνευματικού τους δυναμικού, στη γνωριμία τους με τον κόσμο του Θεάτρου, όπως αυτός δίνεται μέσα από τα κείμενα και τις παραστάσεις, αλλά και τις άλλες απλές μορφές θεατρικής δημιουργίας στο Σχολείο.
Θα πρέπει να ευαισθητοποιηθούν οι διδασκόμενοι σε θέματα Τέχνης και Πολιτισμού, όπως αυτά παρουσιάζονται μέσα από τη σύνθετη καλλιτεχνική δημιουργία του Θεάτρου και να αξιοποιήσουν τις τεχνικές και τις δυνατότητες που τους παρουσιάζουν το δράμα και το Θέατρο.
Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δίνεται στη Δραματοποίηση ως διδακτική μεθοδολογία, η οποία θα διαθέτει αυτοτέλεια (ως μέθοδος), αλλά και διδακτικό στόχο (ως διδακτική ύλη και μάθημα).
Ανάλογα με την ηλικία και τις απαιτήσεις της τάξης, οι μαθητές μπορεί να έρχονται σε πιο ουσιαστική επαφή με την Ιστορία και τις παραμέτρους της θεατρικής δημιουργίας, γνωρίζοντας σταθμούς και είδη, πρόσωπα και κείμενα από την Παγκόσμια Ιστορία του Θεάτρου και του Πολιτισμού αφού το θέατρο δεν αποτελεί παρά μια από τις πολλαπλές μορφές με τις οποίες εκφράζεται η αισθητική και καλλιτεχνική δημιουργία. Η ενεργός τέλος συμμετοχή τους σε θεατρικές δραστηριότητες και η μετάβασή τους σε θεατρικές αίθουσες για παρακολούθηση παραστάσεων θα πρέπει να αποτελούν ζητούμενα του μαθήματος, τα οποία να αξιολογούνται ανάλογα από τους εκπαιδευτικούς, οπότε και όπου αυτό απαιτείται.
Οι επιμέρους στόχοι που επιδιώκονται και πραγματοποιούνται με την εισαγωγή της Θεατρικής Παιδείας στις τάξεις της α΄/βάθμιας εκπαίδευσης και τη διδασκαλία του μαθήματος στην τάξη είναι οι ακόλουθοι:

i. Εκφραστική ικανότητα

Ενεργοποίηση του ψυχο – πνευματικού δυναμικού και των λανθανόντων γνωρισμάτων της προσωπικότητας των μικρών μαθητών, δυναμικά εξωτερικευόμενα μέσα από τη σωματική λειτουργία. Η εξατομικευμένη και η ομαδική κίνηση που βασίζεται σε ρυθμό, ο συντονισμός των κινήσεων και η συμβατότητα του εκφερομένου λόγου με τη σωματική έκφραση, αποτελούν ένα ακόμα μέλημα.
Σ’ αυτό προστίθεται σταδιακά η γνωριμία με τα εκφραστικά μέσα, τη φωνή, τη μιμική ικανότητα, τις χειρονομίες, με τη βοήθεια των οποίων τα άτομα που μετέχουν στη συγκεκριμένη δράση, αποκτούν επίγνωση του εαυτού τους και συνείδηση της θέσης τους στον περιβάλλοντα χώρο. Παράλληλα, μέσα από την όρχηση και τη μουσική, την ανάπτυξη φαντασιακών σχέσεων και καταστάσεων, το παιδί οδηγείται στη δημιουργία ενός εξωπραγματικού κόσμου, μέσα στον οποίο βρίσκει λυτρωτικό καταφύγιο και διέξοδο διασκεδαστική και παιδαγωγική. Γιατί, αυτός ο παιγνιώδης χαρακτήρας του αυτοσχεδιασμού και της μιμικής έκφρασης δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις οι οποίες όχι μόνο θα προσφέρουν αυτόνομες υπηρεσίες στην ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του ανήλικου, αλλά θα αποτελέσουν και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια περαιτέρω μετεξέλιξη των θεατρικών αυτών δρωμένων, σε θεατρικές καταστάσεις.
Με τη σημασία αυτή, το Θεατρικό Παιχνίδι (γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται) όχι μόνο αποτελεί απαραίτητο παιδαγωγικό εργαλείο, δικαιολογημένα εντασσόμενο στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Νηπιαγωγείου και των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, αλλά συνθήκη και όρο απαράβατο για μια εξοικείωση του παιδιού με το Θέατρο και μια προετοιμασία μύησης στη σύμβαση του θεατρικού ρόλου.

ii. Επικοινωνιακή σχέση

Δεν είναι όμως μόνο η ανάπτυξη των εκφραστικών δυνατοτήτων που παρέχει το Θεατρικό Παιχνίδι στο παιδί. Είναι, ακόμα, η δυνατότητα άμεσης επαφής με το έμψυχο και άψυχο περιβάλλον του, η εγκαθίδρυση ουσιαστικών δεσμών και σχέσεων με τους άλλους που μετέχουν στην ίδια διαδικασία, οι βασικές αξίες που δημιουργεί.
Το άτομο συνειδητοποιεί ότι δεν αποτελεί το κέντρο του σύμπαντος, ότι είναι ένα μέλος σε μια ομάδα, με την οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένο. Η απομάκρυνση κάποιου απ’ αυτήν και η μη συμμόρφωσή του προς τις γενικές επιταγές και τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της, συνεπάγεται αυτόματα και την αποσάθρωση και τη διάλυσή της. Κατά συνέπεια, ο μικρός μαθητής αντιλαμβάνεται τη σημασία του οργανωμένου συνόλου, τους μηχανισμούς δράσης του και τις συνθήκες ομαλής έκφρασής του. Υποχρεωμένος εκ των πραγμάτων να μετέχει σ’ αυτό, αναγκάζεται να ελέγξει τα στοιχεία εκείνα της προσωπικότητάς του που πιθανόν να επενεργούν αρνητικά, ενώ αντίθετα να ενισχύσει όσα συμβάλλουν στην επιτυχία του κοινού σκοπού.
Η «αυτογνωσία», η συνειδητοποίηση του «εγώ» και του «οι άλλοι», η κοινωνικοποίηση και η βαθμιαία ένταξη στην ομάδα, αποτελούν παιδαγωγικά ζητούμενα που ταυτόχρονα είναι προϊόντα της δραστηριότητας των παιδιών που μετέχουν στο Θεατρικό Παιχνίδι, με την προϋπόθεση πάντα της σωστής καθοδήγησης από τον παιδαγωγό που το εμψυχώνει.

iii. Δραματική κατάρτιση

Ένας ακόμα ιδιαίτερος στόχος που επιδιώκει η διδασκαλία του Θεάτρου στο Δημοτικό Σχολείο (κατεξοχήν στις μεγάλες τάξεις), είναι αυτός που ξεπερνά το μονοσήμαντο επίπεδο της σωματικής έκφρασης και επεκτείνεται σε εκείνο της δημιουργίας ενός δραματικού κειμένου. Πρόκειται για την τέχνη και την τεχνική του εργαστηρίου γραφής, τη δημιουργική δηλαδή σύνθεση γραπτού λόγου με βάση τις αρχές και τους κώδικες του δράματος. Οι μικροί μαθητές, κάτω από την καθοδήγηση του δασκάλου, εξοικειώνονται σταδιακά με τη συγγραφή θεατρικού διαλόγου, ως μορφή γραπτής έκφρασης και με την πάροδο του χρόνου, οδηγούνται μέχρι το σημείο να παραγάγουν ατομικά ή συλλογικά κείμενα, στηριζόμενα στη δομή του δράματος. Οργανώνουν τη δράση, αναπτύσσουν πολυεπίπεδες συγκρούσεις, προκαλούν δραματικές καταστάσεις και αναδείχνουν χαρακτήρες.
Μέσα από αυτά τα πειραματικά στάδια γραφής, οι μαθητές μυούνται στην τεχνική παραγωγής του δραματικού κειμένου και προετοιμάζονται να προχωρήσουν, με τη συνεργασία πάντα του διδάσκοντα, σε πρωτότυπες δραματικές συνθέσεις. Πολύ πριν από αυτές, όμως, καταλήγουν στη Δραματοποίηση κειμένων της Νεοελληνικής Γλώσσας ή άλλων μαθημάτων (Θρησκευτικά, Ιστορία, Φυσική, Πολιτική Αγωγή, Μαθηματικά), αξιοποιώντας τη δυναμική του δράματος στη διδακτική πράξη. Με τη βοήθεια του δραματοποιημένου λόγου, αρχικά και την εισαγωγή και προσθήκη σ’ αυτόν στοιχείων θεατρικότητας (κατανομή ρόλων, αξιοποίηση χώρου, εικαστική πλαισίωση), ανανεώνεται εξολοκλήρου το σύστημα διδασκαλίας και εμπλουτίζεται ο τρόπος παροχής γνώσης με στοιχεία αμεσότητας, παραστατικότητας και βιωματικότητας. Ως τελική απόληξη αυτής της δραστηριότητας προκύπτει η πρωτότυπη παραγωγή δραματικού λόγου, η οποία προκαλείται είτε από καθημερινά, εμπειρικά στοιχεία, είτε αποτελεί προϊόν σύνθεσης επιμέρους γνωστών κειμένων λόγου (πεζά, ποιητικά, θεατρικά), το οποία δημιουργούν μια συλλογική δημιουργία που ανταποκρίνεται απόλυτα στις ανάγκες της ομάδας.
Σε πιο προχωρημένο ακόμα στάδιο, οι μαθητές με την καθοδήγηση του εκπαιδευτικού μπορούν να οδηγηθούν σε μια πρωτότυπη δημιουργία θεατρικού κειμένου, το οποίο απορρέει από ετερόκλητα ίσως στοιχεία, προερχόμενα από έργα διαφορετικών συγγραφέων και εποχών, με το ίδιο όμως μοτίβο, θέμα ή περιεχόμενο.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, δημιουργείται ένας εσωτερικός διάλογος των μαθητών της σημερινής εποχής, με τις δικές του ανάγκες και ενδιαφέροντα από τη μια, και τον τρόπο με τον οποίο συνειδήσεις συγκεκριμένων συγγραφέων προσέλαβαν και απέδωσαν διαχρονικά το ίδιο θέμα, από την άλλη.
Ο εκπαιδευτικός που θα κληθεί να απαντήσει σ’ αυτές τις προκλήσεις παραγωγής δραματικού κειμένου, θα πρέπει να θέσει τα πλαίσια και τις ορίζουσες, που συνιστούν τον καμβά πάνω στον οποίο θα αυτενεργήσουν οι μαθητές, αξιοποιώντας το υλικό που θα τους υποδειχθεί. Αυτό μπορεί να προέρχεται από θεατρικά έργα γνωστών συγγραφέων, από λογοτεχνικά κείμενα, από ιστορικά ντοκουμέντα, απομνημονεύματα ή δημοσιογραφικά κείμενα που σχετίζονται άμεσα με το θέμα.
Ενδεικτικά και μόνο μπορούμε να αναφέρουμε την περίπτωση των εθνικών εορτών, ή οποιοδήποτε άλλο κεντρικού ενδιαφέροντος άξονα (η πορεία προς την ωριμότητα, η αγάπη και το μίσος, η ελευθερία και ο θάνατος), ο οποίος δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δραματουργικής επεξεργασίας και συνθήκη, δια της οποίας οι μαθητές θα οδηγηθούν στην πρωτότυπη παραγωγή δραματικού λόγου.
Οι διακειμενικές αυτές συνθέσεις, όχι μόνο αποτελούν πεδίο ανάδειξης του ψυχο – πνευματικού δυναμικού των μαθητών, απάντηση στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, αλλά μέθοδο επικοινωνίας και αφομοίωσης πολιτισμικών δεδομένων προγενέστερων εποχών και κοινωνιών, διαχρονικές απαντήσεις σε πανανθρώπινα ζητούμενα.

iv Καλλιτεχνικές επιδιώξεις

Αποτελεί το πιο προχωρημένο επίπεδο επαφής των μαθητών με το Θέατρο, το οποίο σε κάποιο βαθμό προϋποθέτει τα προγενέστερα, αλλά τα υπερβαίνει. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να εκληφθεί ως σύνθετη δραστηριότητα, αντίστοιχη με τη διττή φύση του Θεάτρου: Θεωρία και Πράξη, Λόγος και Τέχνη.
Σε μια πρώτη φάση προϋποθέτει τη γνωριμία των μαθητών με την ίδια τη φύση του Θεάτρου. Το δραματικό κείμενο και τα γνωρίσματά του, την αισθητική και την ιδεολογία του. Τους συντελεστές της θεατρικής παράστασης, τις αρμοδιότητες και τη συμμετοχή τους στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Το κοινωνικό και κοσμικό φαινόμενο, που αποτελεί η παράσταση, την επικοινωνία του με το κοινό και το ρόλο του μέσα στο ευρύτερο πολιτισμικό οικοδόμημα.
Η γνωριμία αυτή των παιδιών με την Ιστορία του Θεάτρου, την εξέλιξή του και τη σημασία του, θα τους επιτρέψει, στη συνέχεια, να προχωρήσουν με μεγαλύτερη επίγνωση στο άλλο βήμα, που είναι η ίδια η παραγωγή καλλιτεχνικού προϊόντος.
Αυτό μπορεί να γίνεται παράλληλα ή ανεξάρτητα, σε πολλαπλά επίπεδα, ξεκινώντας ως δραστηριότητα εφαρμογής του μαθήματος μέσα στην τάξη, προεκτεινόμενο σε σχετική εκδήλωση έξω από τα πλαίσια του μαθήματος και καταλήγοντας σε σύνθετη συλλογική ενέργεια που καλύπτει όλο το φάσμα του Σχολείου. Η πρώτη περίπτωση είναι η Δραματοποίηση και πλήθος άλλες από συναφείς μονοσήμαντες θεατρικές εκδηλώσεις, όπως το θεατρικό αναλόγιο, ο αυτοσχεδιασμός, η παντομίμα, ο διάλογος, κ.τ.λ.
Η δεύτερη, ως προέκταση της προηγούμενης, περιλαμβάνει πιο σύνθετες μορφές, όπως το θεατρικό χάπενινγκ και το σκετς, που μπορεί να παρουσιασθούν ως αποτελέσματα πρακτικής εφαρμογής της διδασκαλίας, οι προεκτάσεις των οποίων ξεφεύγουν από τις διαστάσεις του μαθήματος. Η τελευταία, πιο σύνθετη και ολοκληρωμένη, είναι η θεατρική παράσταση, στην οποία ενδεχομένως μετέχουν όχι μόνο μαθητές των συγκεκριμένων τάξεων στις οποίες διδάσκεται το μάθημα, αλλά και άλλοι (μικρότεροι ή μεγαλύτεροι). Κατ’ αυτό τον τρόπο το Θέατρο γίνεται το επίκεντρο γύρω από το οποίο αναπτύσσονται οι περισσότερες δραστηριότητες πολιτισμού στο Σχολείο και το μάθημα εκείνο το οποίο συνθέτει, γονιμοποιεί και συνενώνει όλα τα άλλα καλλιτεχνικά και τα μαθήματα πολιτισμού που διδάσκονται στην α΄/βάθμια εκπαίδευση.
Μια τελευταία παράμετρος της διδασκαλίας του Θεάτρου στην α΄/βάθμια εκπαίδευση είναι αυτή που αναφέρεται στη γνωριμία των μαθητών με τον κόσμο του δράματος και της παράστασης. Το προχωρημένο αυτό στάδιο, από την ίδια του τη φύση, προϋποθέτει άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, με σχετικά διαμορφωμένο ψυχικό και πνευματικό κόσμο, με κατάλληλες νοητικές υποδοχές και σχετικές γνώσεις, σε τρόπο που να μπορούν να κατανοήσουν και να συγκρίνουν, να γνωρίσουν και να διακρίνουν αισθητικά ρεύματα και θεατρικές τάσεις, είδη θεάτρου και μορφές που καθόρισαν την πορεία του.
Στο επίπεδο αυτό, ο εκπαιδευτικός ξεφεύγει από τη φάση της σωματικής έκφρασης, της επικοινωνιακής σχέσης, της διδακτικής σκοπιμότητας που εξίσου ισότιμα συνυπάρχουν ως στόχοι του μαθήματος και προχωρεί ακόμα περισσότερο, σε μια απόπειρα διανοητικής επαφής των παιδιών με τον κόσμο του Θεάτρου.
Για να πραγματοποιήσει με επιτυχία αυτές τις επιδιώξεις του, θα πρέπει να αντλήσει πληροφορίες και υλικό από τη σχετική βιβλιογραφία, να ανακαλέσει στη μνήμη του προσωπικές εμπειρίες από την παρακολούθηση αντίστοιχων παραστάσεων, από την επικαιρότητα της εποχής (θεατρικές κριτικές και σχόλια στον τύπο, κοσμική κίνηση). Θα βοηθηθεί όμως ακόμα από την αξιοποίηση τυχόν υπάρχοντος εποπτικού υλικού (cd-rom, κασέτες video, διαφάνειες, κ.τ.λ.). Με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων θα προσπαθήσει να κάνει κοινωνούς τους μαθητές του στην Τέχνη του Θεάτρου, στη μαγεία της παράστασης, στην αυτοδυναμία του κόσμου του Θεάματος. Παράλληλα θα τους μεταβιβάσει γνώσεις και πληροφορίες, θα τους φέρει σε επαφή με αξίες και ιδανικά, με τρόπους συμπεριφοράς και κοινωνικά πρότυπα που ίσχυαν σε προγενέστερες ιστορικές εποχές, επιτρέποντάς τους να αναπτύξουν μια διαχρονική και διαπολιτισμική συνείδηση. Τέλος, να τους ευαισθητοποιήσει γύρω από θέματα σκηνικής έκφρασης και παρουσίας του θεάματος, συμμετοχής του κοινού σ’ αυτό και σχέσης του με το γενικότερο κοινωνικό σύνολο, ευνοώντας την αγωγή και την παιδεία που θα τους αναδείξει, στη συνέχεια, σε καλούς θεατές, ευαίσθητους δέκτες της Τέχνης γενικότερα και αυτοδύναμες προσωπικότητες με δυνατότητα κρίσης και κριτικής των αισθητικών, καλλιτεχνικών και κοινωνικών γεγονότων.

v. Διδακτικές προσεγγίσεις

Με δεδομένο το επίπεδο στο οποίο αναφέρεται κάθε φορά το συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, η διδασκαλία και η γενικότερη παρουσία του δομείται ανάλογα.
Στο Νηπιαγωγείο και τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ουσιαστικά δεν πρόκειται για διδασκαλία, άρα ο νηπιαγωγός και ο δάσκαλος αξιοποιούν με διαφορετικό τρόπο τα στοιχεία του νέου αντικειμένου. Πρόκειται, κατά βάση, για το καθαρά κινησιολογικο, εκφραστικό και μορφολογικό περιεχόμενο του Θεάτρου. Τις δυνατότητες δημιουργίας ενός ρόλου, δια του οποίου οι μικροί μαθητές εξοικειώνονται σταδιακά με τις εκφραστικές τους δυνατότητες, με τρόπο εξωτερίκευσης του εσωτερικού τους κόσμου, επικοινωνίας με τους άλλους και σχηματισμού πρωτογενών θεατρικών καταστάσεων. Στη φάση αυτή, ο ρόλος του παιδαγωγού περιορίζεται απλά να ελέγξει διακριτικά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των παιδιών, να οργανώσει σωστά και συμμετρικά τη δράση, να ενισχύσει την συμμετοχικότητα καθενός από τα μέλη της ομάδας σ’ αυτή, να χειραγωγήσει και να διοχετεύσει σωστά το δυναμικό της.
Σε καμιά όμως περίπτωση οι αρμοδιότητές του δεν ξεφεύγουν από το ρόλο του εμψυχωτή και δεν εμπεριέχουν στοιχεία ex cathedra διδασκαλίας με διορθωτικό και διδακτικό περιεχόμενο. Η οποιαδήποτε διανοητική στόχευση, αποτελεί έμμεσο αποτέλεσμα, το οποίο πραγματοποιείται μέσα από το παιχνίδι και τη γενικότερη ψυχο – πνευματική ενεργοποίηση των παιδιών.
Η πρώτη αυτή επαφή και γνωριμία των μικρών μαθητών με τον κόσμο του Θεάτρου, σταδιακά εμπλουτίζεται με περισσότερα, πιο συγκροτημένα στοιχεία και ενισχύεται με πιο σαφείς επιδιώξεις οι οποίες συναρτώνται με τη ηλικιακό και μαθησιακό τους επίπεδο, σε σχέση πάντα με τις γενικότερες παιδαγωγικές αρχές διδασκαλίας των μαθημάτων στην οικεία τάξη. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι πρωταρχικές επιδιώξεις και μέσα επαφής των παιδιών με το Θέατρο που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο / η νηπιαγωγός και ο δάσκαλος / η δασκάλα, είναι οι σωματικές τεχνικές της κίνησης και του ρυθμού, της ισορροπίας και της επαφής με τα άλλα μέλη της ομάδας. Είναι ακόμα η παραγωγή φωνής, η σωστή εκφορά και άρθρωση του λόγου, που οδηγεί στο διάλογο και την ομιλία με βάση αντιθετικά ζεύγη όπως κραυγή vs ψίθυρος, γέλιο vs κλάμα.
Είναι η γενικότερη αντιπαράθεση δυνατών ψυχικών καταστάσεων και συναισθημάτων, όπως χαρά vs λύπη, ηρεμία vs νευρικότητα, ανθρώπινων τύπων όπως ευγενής vs αγενής, πρωτευουσιάνος vs επαρχιώτης, τα χαρακτηριστικά των οποίων καλούνται να μορφοποιήσουν κατά την κρίση και τις εκφραστικές τους δυνατότητες οι μαθητές. Κατ’ αυτό τον τρόπο, προοδευτικά δημιουργείται η έννοια του θεατρικού αυτοσχεδιασμού και εισάγεται η παράμετρος του ρόλου, στοιχεία που με τη σειρά τους, στη συνέχεια, θα συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της θεατρικότητας και της θεατρικής σύμβασης, ως συνθήκες του Θεάτρου.
Στο επίπεδο αυτό ο παιδαγωγός – εμψυχωτής απέχει σταθερά από τη δυναμική παρέμβαση στην ομάδα και την τροποποίηση της έκφρασης των παιδιών, με βάση τις δικές τους προδιαγεγραμμένες αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος. Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό, ότι αυτή η μορφή θεατρικής έκφρασης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί με διανοητικά / γνωσιακά κριτήρια του τύπου σωστού / λάθους, αλλά μόνο με παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά δεδομένα του τύπου αυταρχικό / αντιαυταρχικό, ευχάριστο / δυσάρεστο, δημιουργικό / διαλυτικό. Στόχος του μαθήματος δεν είναι η μόρφωση, ούτε η διδασκαλία, αλλά η ψυχαγωγία, η διασκέδαση, η διαπαιδαγώγηση, όπως αυτή συντελείται και με τα υπόλοιπα μαθήματα του Αναλυτικού Προγράμματος.
Σε ένα ανώτερο επίπεδο, που μπορεί να συνδυαστεί με τις δύο τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, η διδακτική μεθοδολογία ξεπερνά αυτή τη μορφή και εμπλουτίζεται με στοιχεία καλλιτεχνικής έκφρασης αλλά και διανοητικής δημιουργίας.
Πρόκειται κατά βάση για την εισαγωγή και περαιτέρω ανάπτυξη της Δραματοποίησης (η οποία ενδεχομένως μπορεί και να προϋπάρχει). Το εργαστήριο γραφής, ως συνισταμένη κοινής επενέργειας της δημιουργικής συνείδησης των μαθητών, υπό την καθοδήγηση και πιθανή συμμετοχή του διδάσκοντα, έρχεται να προστεθεί, υλοποιώντας τις τεχνικές και τις αρχές του δράματος που πρέπει να κατανοήσουν οι μαθητές ύστερα από σχετική διδασκαλία. Με τη Δραματοποίηση προκαλείται η παραγωγή ενός δραματικού κειμένου από μεταγραφή άλλου ή άλλων που προϋπάρχουν, σύμφωνα με τους κώδικες και τις τεχνικές του δράματος, και στη συνέχεια αναπτύσσεται η σκηνική μορφοποίησή του μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας με αντίστοιχη δημιουργία των συντεταγμένων της θεατρικής παράστασης (ρόλος, υποκριτές, χώρος, εικαστική πλαισίωση). Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός οφείλει να έχει μιλήσει στα παιδιά για τις βασικές έννοιες και παραμέτρους του Θεάτρου (ηθοποιός, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, σκηνικός χώρος, κ.τ.λ.) και να έχει βεβαιωθεί ότι κατανόησαν και εμπέδωσαν την ιδιαιτερότητα αυτής της μορφής καλλιτεχνική δημιουργία.
Για να γίνει αυτό, ο διδάσκων μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιήσει περισσότερα μέσα με εποπτικό και βιωματικό χαρακτήρα, τα οποία θα βοηθήσουν τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν τα βασικά γνωρίσματα του είδους. Ως τέτοια μπορούμε να θεωρήσουμε τη χρήση πολυμέσων στη διδασκαλία του, την αξιοποίηση αρχείου ταινιών video από θεατρικές παραστάσεις ή συνεντεύξεις με ανθρώπους του Θεάτρου, όπως επίσης την προβολή διαφανειών και την ακρόαση μαγνητοφωνημένων αποσπασμάτων από θεατρικά έργα. Περισσότερο όμως απ’ αυτά, ο εκπαιδευτικός πρέπει να ενεργοποιήσει τους μαθητές του να μεταβούν ως σύνολο ή ατομικά με την οικογένειά τους στο Θέατρο, να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις, τις οποίες, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, θα συζητήσουν θα σχολιάσουν και θα κρίνουν. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι μαθητές θα εμπεδώσουν τη θεωρητικά παρεχόμενη σ’ αυτούς γνώση καθ θα έρθουν σε άμεσα προσωπική επαφή με το αντικείμενο του μαθήματός τους, αποκτώντας, τελικά, δυνατότητες να το προσεγγίσουν δημιουργικά οι ίδιοι ως δημιουργοί, συμμέτοχοι (με ποικίλες ιδιότητες) σε θεατρικές παραστάσεις που δίνονται στο Σχολείο απ’ αυτούς και γι αυτούς και τους συμμαθητές τους.
Στο επίπεδο αυτό, ενδιαφέρει επίσης και η επαφή των μαθητών με αντιπροσωπευτικά θεατρικά έργα, παιδαγωγικά κατάλληλα για τη συγκεκριμένη ηλικία. Ο εκπαιδευτικός αυτενεργώντας σε κάποιο βαθμό, επιλέγει αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα δραματικών κειμένων από το ελληνικό και το παγκόσμιο ρεπερτόριο, τα οποία επιχειρεί να παρουσιάσει στην τάξη του με την πρέπουσα παιδαγωγική και θεατρολογική προσέγγιση. Μπορεί ακόμα να προτρέψει τους μαθητές του να προχωρήσουν, με δικές του υποδείξεις και φυσικά την απαραίτητη βοήθεια, σε πρωτότυπη διακειμενικού χαρακτήρα σύνθεση, που να αντιπροσωπεύει τα ενδιαφέροντα και τις επιδιώξεις των σημερινών μαθητών, ενδεικτικά της αναφορικότητας του Θεάτρου στο σύγχρονο θεατή.
Τέλος, αξιόλογη θέση στη διδασκαλία κατέχει η γνωριμία των μαθητών με πρόσωπα, σταθμούς, γεγονότα και καταστάσεις από την παγκόσμια Ιστορία του Θεάτρου, που παρέχουν πολύτιμο πληροφοριακό υλικό απαραίτητο για την ευρύτερη καλλιέργεια και παιδεία, που αποτελεί ζητούμενο του μαθήματος.
Ως κορυφαία, κατά συνέπεια, εκδήλωση της Ειδικής Διδακτικής του νέου αντικειμένου, είναι η φροντίδα που δίνει ο δάσκαλος / δασκάλα να αποκτήσουν οι μαθητές τους ουσιαστική θεατρική παιδεία. Να γνωρίσουν διανοητικά, να αισθανθούν συναισθηματικά, να βιώσουν εμπειρικά τις ποικίλες παραμέτρους του θεατρικού φαινομένου.
Μέσα από το παιχνίδι και τον αυτοσχεδιασμό, τη Δραματοποίηση και τη Διερευνητική Δραματοποίηση, με την κατάκτηση των εκφραστικών τους μέσων, την εξοικείωσή τους με τις τεχνικές του δράματος και της σκηνικής πράξης, οι μαθητές μπορούν να οδηγηθούν στο να παραγάγουν οι ίδιοι ολοκληρωμένο καλλιτεχνικό προϊόν, ως αποτέλεσμα της δημιουργικής επαφής τους με το αντικείμενο διδασκαλίας και της σωστής επενέργειας του εκπαιδευτικού ως εμψυχωτή ρόλου του παιδαγωγού σκηνοθέτη και καλλιτέχνη.
Κατά συνέπεια ο / η νηπιαγωγός στα πρώτα στάδια και ο δάσκαλος / η δασκάλα στα πιο προχωρημένα, που θα κληθούν να υλοποιήσουν τις προτάσεις διδασκαλίας του μαθήματος, θα πρέπει να αντιλαμβάνονται την ευρύτερη σκοπιμότητα ένταξης του Θεάτρου στο Πρόγραμμα Σπουδών και να ενεργούν με παιδαγωγική ευαισθησία και καλλιτεχνική διάθεση.
Στο Νηπιαγωγείο και τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης των μαθητών, αφού η σκοπιμότητα ύπαρξης του μαθήματος είναι διαφορετική. Αλλά και στις τελευταίες τάξεις αυτής της βαθμίδας εκπαίδευσης, η αποτίμηση της συμμετοχής και της προόδου των μαθητών, δεν μπορεί να γίνει με παραδοσιακά κριτήρια αξιολόγησης. Αυτό θα πραγματοποιείται με τρόπο έμμεσο και διακριτικό, ο οποίος, χωρίς να αποθαρρύνει ή να αποτρέπει τους μαθητές από τη συμμετοχή τους στις ποικίλες εκφράσεις της διδασκαλίας και εφαρμογής του Θεάτρου στην τάξη, θα ενισχύει τις πρωτοβουλίες και τα ενδιαφέροντα κάποιων, ή ακόμα θα επιβραβεύει τις ιδιαίτερες κλίσεις και την προσπάθεια άλλων.
Με δεδομένο ότι το νέο αντικείμενο δεν αποτελεί γνωστικό πεδίο αλλά τρόπο έκφρασης και δημιουργίας των παιδιών, παιδαγωγική και καλλιτεχνική δραστηριότητα που έρχεται να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες, να τις ενοποιήσει (ενδεχομένως) και να τις πλαισιώσει (το Θέατρο ως «Πάμμουσοα Παιδαγωγία»), θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι απαιτήσεις και τα ζητούμενα της διδασκαλίας του διαφέρουν. Επιδιώκεται δηλαδή εξίσου οι μαθητές να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τους άλλους, να επικοινωνήσουν και να εκφρασθούν, όσο και να έρθουν σε επαφή με μια ιδιαίτερη κατηγορία λόγου, να τη χρησιμοποιήσουν για διδακτικούς σκοπούς, αλλά και για παραγωγή καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Να γνωρίσουν τις παραμέτρους του Θεάτρου και την ύπαρξή του στο πέρασμα του χρόνου, αλλά και να μετάσχουν στη δημιουργία παρόμοιων εκφραστικών δραστηριοτήτων.
Η τελική κρίση και αξιολόγηση τους, επομένως, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με παραδοσιακού τύπου αξιολογικά κριτήρια, αλλά με βάση τα νέα δεδομένα που απορρέουν από τις ιδιαιτερότητες του αντικειμένου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απορρίπτεται ή εξοβελίζεται κάθε μέσο διανοητικής επαφής με το μάθημα, άρα οι δυνατότητες κριτικής της αφομοίωσης και της γνώσης των παραμέτρων του από τους μαθητές, που μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από γραπτά ή προφορικά τεστ και άλλες δοκιμασίες παιδαγωγικά έγκυρες, ο διδάσκων οφείλει να χρησιμοποιήσει και άλλα κριτήρια αξιολόγησης. Αυτά είναι η συμμετοχικότητα του μαθητή στη διαδικασία του μαθήματος, η συμβολή του στην παραγωγή καλλιτεχνικού προϊόντος, η ικανότητα έκφρασης και επικοινωνίας με βάση τους διδασκομένους θεατρικούς κώδικες, το επίπεδο των ιστορικών και θεωρητικών του γνώσεων για το αντικείμενο, η ενεργός συμμετοχή του σε παρόμοιες εκδηλώσεις της τάξης και του Σχολείου, η ικανότητα κριτικής στην τρέχουσα θεατρική επικαιρότητα, η γενικότερη καλλιέργεια και ευαισθησία του στις τέχνες και το Θέατρο ειδικότερα, κ.τ.λ.
Στηριζόμενος σε τέτοιες ενδείξεις, ο εκπαιδευτικός θα προβεί στην αξιολόγηση των μαθητών του, ενισχύοντας τη διάθεσή τους για επαφή με το μάθημα και υλοποιώντας έμπρακτα το βασικό στόχο της εισαγωγής και διδασκαλίας του στο Σχολείο: την ψυχο – πνευματική καλλιέργεια και την κοινωνικοποίηση των μαθητών. Κατά συνέπεια η πρόθεση του εκπαιδευτικού είναι να ενεργοποιήσει τα μέλη της ομάδας, να δραστηριοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, δίνοντας ευκαιρίες και δυνατότητες, κατά περίπτωση σε μια τέτοια ή διαφορετική συμμετοχή, ανάλογα με τις κλίσεις, τις προτιμήσεις και τις δυνατότητες κάθε μαθητή. Άλλος, δηλαδή, μπορεί να έχει περισσότερο εκφραστικές – υποκριτικές δυνατότητες και η συμμετοχή του να γίνεται ουσιαστική σε αυτό το επίπεδο, άλλος να έχει συγγραφικές ικανότητες και η δραστηριοποίηση του να είναι περισσότερο αποτελεσματική στην παραγωγή δραματικού λόγου, άλλος τέλος στην απομνημόνευση πληροφοριών, γεγονότων και στοιχείων και την αναπαραγωγή τους με τρόπο δημιουργικό, υπό μορφή προφορικής ή γραπτής εργασίας.
Ο εκπαιδευτικός οφείλει να σεβαστεί αυτές τις ιδιαιτερότητες των μαθητών του και να τις αξιοποιήσει στο έπακρο, εντάσσοντάς τις οργανικά στους γενικότερους στόχους διδασκαλίας του μαθήματος.
Οφείλει ακόμα να προσαρμόσει τον τρόπο διδασκαλίας του στις απαιτήσεις του μαθήματος. Να συμμορφωθεί κατεξοχήν με τις συνθήκες και προϋποθέσεις της θεατρικής έκφρασης, την οποία (υποτίθεται ότι) διδάσκει. Κατά συνέπεια ο εμπλουτισμός της διδακτικής του με στοιχεία θεατρικότητας, όπως είναι οι υποκριτικοί κώδικες του ηθοποιού, αποτελούν απαράβατες συνθήκες. Ο νηπιαγωγός και ο δάσκαλος, στις μικρές κατεξοχήν τάξεις του Δημοτικού, οφείλουν να οικειοποιούνται τους φωνητικούς, εκφραστικούς και κινησιολογικούς τρόπους που χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί στο θέατρο, προκειμένου να ενεργοποιήσουν τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο των μικρών μαθητών τους. Να διεγείρουν τη φαντασία τους, να συγκινήσουν τις ευαισθησίες τους, να προκαλέσουν την προσοχή τους, που στη συνέχεια θα επιφέρουν τη συμμετοχή στο μάθημα, την ενεργοποίηση του ψυχο – πνευματικού δυναμικού τους, τη μιμητική τους πράξη και τελικά την έμμεση και διακριτική πραγμάτωση των παιδαγωγικών στόχων. Στο ηλικιακό αυτό επίπεδο, η Θεατρική Αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «διδασκόμενο μάθημα» όπως και οποιοδήποτε άλλο, αφού λειτουργεί ως ευχάριστη ψυχαγωγική και διασκεδαστική απασχόληση των παιδιών με δραστηριότητες καλλιτεχνικής δημιουργίας και σωματικής έκφρασης.
Όσο όμως το ηλικιακό επίπεδο μεγαλώνει και σταδιακά οδηγούμαστε στις μεγαλύτερες τάξεις του Δημοτικού, νέοι παράγοντες υπεισέρχονται. Ο δάσκαλος δεν αποποιείται τον ιδιαίτερο διδακτικό ρόλο με τον οποίο έχει επιφορτισθεί, προκείμενου να ανταποκριθεί στις ιδιαίτερες απαιτήσεις της διδασκαλίας του. Σ’ αυτήν όμως εισάγει βαθμιαία στοιχεία γνωσιακά και θεωρητικά, η προσέγγιση στα οποία απαιτεί όχι μόνο εκφραστικές και καλλιτεχνικές, αλλά και διανοητικές αρετές. Κατ’ αυτό τον τρόπο το αντικείμενο μετατρέπεται σε διδασκόμενο μάθημα, το οποίο στηρίζεται σε σχετικά εγχειρίδια με διδακτέα ύλη και προτάσεις ερμηνείας, τις οποίες θα αξιοποιήσουν κατά τη βούλησή τους οι εκπαιδευτικοί. Θα επιχειρήσουν λοιπόν μια σύνθετη προσέγγιση στο μάθημα, που θα συνταιριάζει αρμονικά τα γνωσιακά με τα καλλιτεχνικά στοιχεία, επιτρέποντας την αντίστοιχη ανάπτυξη του ενδιαφέροντος των μαθητών και λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της δραστηριοποίησής τους και στους δύο τομείς, προκειμένου να οδηγηθούν σε μια τελική αντικειμενική αξιολόγησή τους.

2. Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση : Βιωματική πραγματικότητα και πολιτισμική δημιουργία

Ο σκοπός της εκπαίδευσης στο Γυμνάσιο συνοψίζεται στις ακόλουθες αρχές:
∙ Ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος αξιών που ρυθμίζει κανονιστικά την παρούσα και μελλοντική συμπεριφορά των μαθητών.
∙ Διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντά τους και κατάκτηση γνώσεων και
πληροφοριών που συμβάλλουν στην επιτυχή αντιμετώπιση ποικίλων προβλημάτων και καταστάσεων θεωρητικού και πρακτικού χαρακτήρα.
∙ Απόκτηση δεξιοτήτων και εμπειριών που αναδείχνουν τα νέα άτομα σε
ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ικανές να ενσωματωθούν με επιτυχία στο κοινωνικό σύνολο, με ισόρροπη ψυχική και πνευματική ανάπτυξη.
∙ Συνειδητοποίηση των κλίσεων, δυνατοτήτων και λανθανόντων ενδιαφερόντων
τους, που θα επιτρέψει στους μαθητές να επιλέξουν κατάλληλα το επάγγελμα που τους ταιριάζει και να αναδειχθούν στον τομέα της δραστηριότητας με την οποία θα ασχοληθούν.
∙ Γνωριμία με την Τέχνη και τις ποικίλες μορφές πολιτιστικής έκφρασης, διαμόρφωση αισθητικών κριτηρίων, απόκτηση ικανοτήτων κρίσης και εκτίμησης των έργων Τέχνης, ευαισθητοποίηση στην καλλιτεχνική έκφραση και αντίστοιχη παραγωγή πρωτότυπων έργων.
Για μια ακόμα φορά στην υπάρχουσα πραγματικότητα διαπιστώνεται ότι η παράμετρος της ευαισθητοποίησης προς τις Τέχνες, η ψυχική καλλιέργεια των μαθητών και η ανάδειξη των λανθανόντων καλλιτεχνικών τάσεων και διαθέσεών τους, παραμένουν ανενεργές, εξαιτίας της υπερβολικής έμφασης που δίνεται στο γνωσιο – θεωρητικό μέρος των εκπαιδευτικών στόχων στο Γυμνάσιο, αλλά και σ’ ολόκληρο το σύστημα παροχής σχολικής παιδείας γενικότερα.
Μέσα στα πλαίσια της σπειροειδούς ανέλιξης της γνώσης και του μαθητοκεντρικού συστήματος εκπαίδευσης των νέων, η έμφαση στα μαθήματα Τέχνης και Πολιτισμού αποτελεί μια νέα πραγματικότητα που κάνει ολοένα και πιο επιτακτικά αναγκαία την παρουσία της στο Πλαίσιο Σπουδών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Επικεντρώνοντας τις γενικές αυτές διαπιστώσεις στην εισαγωγή της Θεατρικής Αγωγής στην δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, μπορούμε να αναφέρουμε ότι η διδακτική του Θεάτρου στο Γυμνάσιο ενισχύεται με παραμέτρους οι οποίες ανταποκρίνονται στα ζητούμενα της μάθησης που αντιστοιχούν σ’ αυτό το επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι μαθητές έχουν ήδη αποκτήσει μια πρώτη επαφή και γνωριμία με το Θέατρο στις καλλιτεχνικές και παιδαγωγικές παραμέτρους του. Ευαισθητοποιημένοι στις τεχνικές του δράματος, με απόθεμα εμπειριών στην πρακτική εφαρμογή του Θεάτρου κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην τάξη, μέσα από τη Δραματοποίηση, με κατάρτιση και ικανότητες στη σωματική έκφραση και κίνηση, μέσα από το Θεατρικό Παιχνίδι, και τέλος με σχετικές γνώσεις σε επίπεδο ιστορικής γνωριμίας με το αντικείμενο, είναι έτοιμοι να εμβαθύνουν περισσότερο σε άλλες, πιο ουσιαστικές παραμέτρους του Θεάτρου.
Η Θεατρική Αγωγή στο Γυμνάσιο στοχεύει στην παροχή γενικών και ειδικών γνώσεων περί Θεάτρου στους μαθητές, τη δημιουργική ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους μέσα από τη χρήση του δραματικού λόγου και τη σωματική έκφραση, στη διαμόρφωση αισθητικής αντίληψης και κριτηρίων τόσο ως δημιουργοί, όσο και ως αποδέκτες του καλλιτεχνικού προϊόντος (θεατρικό έργο – παράσταση). Στοχεύει ακόμα στη γνώση της ιστορίας των ιδεών και των αισθητικών τάσεων στο χώρο του Θεάτρου, που καθόρισαν το δυτικό πολιτισμό, στη συνειδητοποίηση της έννοιας του θεατρικού ρόλου, στην ανάπτυξη μιας συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργίας (θεατρική παράσταση) και την ανανέωση του προγράμματος διδασκαλίας με την ενεργό διασύνδεση του Θεάτρου με τα άλλα μαθήματα Τέχνης και Πολιτισμού.
Συγκεκριμένα, η διδασκαλία του μαθήματος επιδιώκει την ανάλυση του δραματικού λόγου, την παραγωγή δραματικού κειμένου, τη γνωριμία με τις μορφές και τα είδη θεατρικής έκφρασης που καλλιεργήθηκαν από την αρχαιότητα και την Αναγέννηση μέχρι τις μέρες μας. Παράλληλη επιδίωξη αποτελεί η γνωριμία των μαθητών με τους επιμέρους συντελεστές και παράγοντες της θεατρικής παράστασης, η κατανόηση του ρόλου που διαδραματίζει καθένας από αυτούς στο τελικά από το θεατή προσλαμβανόμενο αισθητικό αποτέλεσμα. Η εισαγωγή επομένως στις τεχνικές της παράστασης, στην ανάλυση και κριτική του σκηνικού θεάματος και τη διασύνδεση του Θεάτρου με τις άλλες Τέχνες, αποτελούν επίσης αξίες που θα περιλαμβάνονται στα σχετικά εγχειρίδια και θα διδάσκονται στους μαθητές των τριών τάξεων του Γυμνασίου.
Ειδικότερα, η παρουσία του θεάτρου στο Γυμνάσιο θα πρέπει να καταδεικνύει την ιδιαιτερότητα του δραματικού κειμένου (σε σχέση με τα άλλα είδη εντέχνου λόγου) και την επισήμανση των βασικών ιστορικών περιόδων από τις οποίες πέρασε το θέατρο στην εξέλιξή του από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Θα πρέπει ακόμα να αναλύει την έννοια του ρόλου και τις δυνατές σκηνικές ερμηνείες του, τη διαδικασία οργάνωσης της θεατρικής παράστασης και τη γνωριμία του μαθητή με την τέχνη του ηθοποιού. Θα αναλύονται τέλος τα διάφορα είδη δράματος και Θεάτρου, θα επισημαίνονται οι βασικοί τρόποι έκφρασης που έλαβε το Θέατρο διαχρονικά με τη μεσολάβηση του ρόλου του σκηνοθέτη, όπως επίσης η σχέση του με την κοινωνία στο σύνολό της.
Αυτές οι ιστορικές και θεωρητικές γνώσεις, αναλυόμενες τεκμηριωμένα και επιμεριζόμενες αναλογικά και στις τρεις γυμνασιακές τάξεις, θα πρέπει να επιδιώκουν συγκεκριμένους παιδαγωγικούς στόχους και να συνοδεύονται από αντίστοιχες δραστηριότητας πρακτικής μορφής, άμεσα συναπτόμενες προς τη διττή θεωρητική και εφαρμοσμένη φύση του Θεάτρου. Η επιδίωξη επομένως θεωρητικής υποδομής και ιστορικής γνώσης για πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα που συνδέονται με την παρουσία του Θεάτρου στο σύνολο της πολιτισμικής δημιουργίας του δυτικού κόσμου θα πρέπει να συνοδεύεται επίσης και από άλλα στοιχεία. Να επικοινωνήσουν οι σύγχρονοι μαθητές με πολιτισμικά πρότυπα και αξίες προγενέστερων εποχών, να μάθουν να απολαμβάνουν και να αξιολογούν κριτικά το θεατρικό φαινόμενο. Να συνειδητοποιήσουν τη θέση του Θεάτρου μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι μιας εποχής και να αντιληφθούν την έννοια της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας. Να γνωρίσουν ακόμα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δραματικού κειμένου και να συνειδητοποιήσουν το διαπολιτισμικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης μορφής τέχνης.
Επειδή όμως το πρακτικό μέρος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της διδασκαλίας, τα εισαγωγικά στο Θέατρο εγχειρίδια και κάθε είδους εκπαιδευτικό υλικό που θα διανέμεται, θα πρέπει να παρουσιάζουν εξίσου μια παρόμοια αντιμετώπιση του ζητουμένου. Θα υπάρχουν επομένως προτάσεις εφαρμογής, οι οποίες θα δομούνται ιεραρχικά από απλούστερες σε πιο σύνθετες μορφές, εκφράζοντας αντιπροσωπευτικά διαστάσεις της θεατρικής δημιουργίας.
Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε αρχικά την εκγύμναση των εκφραστικών μέσων των μαθητών (φωνή, σώμα, κίνηση) προκειμένου να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους και να υλοποιήσουν τον προτεινόμενο θεατρικό ρόλο τους.
Η αξιοποίηση των τεχνικών του δράματος, όπως αυτές έχουν αναπτυχθεί διεξοδικά σε προηγούμενη ενότητα (Δημοτικό), αποτελεί μια δεύτερη έκφραση παρόμοιων δραστηριοτήτων, που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε μια πρωτότυπη δραματουργική, διακειμενική σύνθεση. Η ενεργοποίηση σύγχρονων τεχνικών διδασκαλίας (διερευνητική δραματοποίηση, μέθοδος project) μπορούν επίσης να λειτουργήσουν δημιουργικά, σε συνδυασμό με την προβολή διαφανειών και ταινιών video ή ακόμα με την ανάπτυξη σύγχρονων μορφών ψηφιακού δράματος, που αξιοποιούν τον υπολογιστή και τα πολυμέσα. Όλα αυτά αποτελούν επίσης τρόπο πρακτικής επαφής των μαθητών με το Θέατρο, που ενισχύεται ουσιαστικά με την ενεργό μετάβαση και συμμετοχή τους σε θεατρικές παραστάσεις. Φυσικά, ως επιστέγασμα όλων, έρχεται η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης θεατρικής παράστασης με οποιονδήποτε τρόπο κι αν αυτή έχει προκύψει (από θεατρικό παιχνίδι ή δραματοποίηση, από διασκευή ή διακειμενική σύνθεση), μέσα στην οποία ολοκληρώνεται ο ρόλος και πραγματοποιείται ο στόχος του θεάτρου στη (δευτεροβάθμια) εκπαίδευση.
Ένας ακόμα εξαιρετικά ενδιαφέρον τομέας είναι η παρώθηση των μαθητών να αυτενεργήσουν και να προχωρήσουν σε καλλιτεχνικές δημιουργίες, άμεσα σχετιζόμενες με τη θεατρική παράσταση (σκετς, χάπενινγκ, διάλογοι, θεατρικό αναλόγιο, κ.τ.λ.).
Σε μια πιο ολοκληρωμένη μορφή μπορεί ακόμα να γίνει λόγος για διδασκαλία από μέρους των εκπαιδευτικών, τεχνικών υποκριτικής και θεατρικών κωδίκων, που είναι γνωστοί από μορφές θεάτρου όπως η Commedia dell’ arte, ενώ τέλος να γίνουν αναλύσεις θεατρικών παραστάσεων και έργων με έμφαση στα σκηνικά και σκηνοθετικά προβλήματα που δημιουργεί η απόδοση ενός δραματικού κειμένου.
Οι εκπαιδευτικοί που θα αναλάβουν τη διδασκαλία του μαθήματος και την εφαρμογή του συνολικού προγράμματος της Θεατρικής Αγωγής, θα προσαρμόσουν ανάλογα τον τρόπο διδασκαλίας τους στις απαιτήσεις του μαθήματος, φροντίζοντας εξίσου με τη θεωρητική τους κατάρτιση και την εκφραστικότητα και αμεσότητα της παρουσίασης των γνώσεών τους. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στη χρήση του εποπτικού υλικού και των πολυμέσων (cd-rom) που θα τεθούν στη διάθεσή τους, προκειμένου να γίνει παραστατική και άμεσα κατανοητή η διδασκαλία τους από τους μαθητές. Με την αξιοποίηση, τέλος, της υπάρχουσας θεατρικής επικαιρότητας και τη διασύνδεση του μαθήματος με τα άλλα καλλιτεχνικά μαθήματα, στοχεύεται και κατακτάται η αναφορά της παρεχόμενης από το Σχολείο γνώσης με τις ανάγκες και αναζητήσεις του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και δίνεται ο χαρακτήρας της χρησιμότητας και της επικαιρότητας στο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.
Ως ειδικότερες επιμέρους επιδιώξεις της Θεατρικής Αγωγής στις τρεις γυμνασιακές τάξεις, μπορούμε να θεωρήσουμε τις ακόλουθες:

i. Εκφραστικές επιδιώξεις

Βελτίωση και ενδυνάμωση των εκφραστικών μέσων που έχουν σχετικά γίνει αντιληπτά και έχουν κατακτηθεί από την προγενέστερη εμπειρία των μαθητών. Η διάθεση επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης, που αποτελούν έναν από τους βασικούς στόχους, έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί μέσα από το Θεατρικό Παιχνίδι, τη Δραματοποίηση και τη Διερευνητική Δραματοποίηση.
Στην παρούσα φάση δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη καθαρά θεατρικών τρόπων έκφρασης, με έμφαση στα στοιχεία υποκριτικής και σκηνοθεσίας της συλλογικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται μέσα στην τάξη, με τη βοήθεια και καθοδήγηση, πάντα, του διδάσκοντα. Οι μαθητές ασκούνται στον τρόπο εκφοράς του λόγου, με ειδικές ασκήσεις και απλά μαθήματα ορθοφωνίας που στοχεύουν όχι στην υπερδιόρθωση της, πιθανόν, όποιας ιδιωματικής προφοράς τους, αλλά στη βελτίωση εκφοράς του λόγου και τη σωστή γλωσσική επικοινωνία. Ακόμα γνωρίζουν και συνειδητοποιούν τους κώδικες της μιμικής έκφρασης, της απόδοσης δηλαδή συναισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων, μέσα από αλλοιώσεις και μετατροπές που συνειδητά προκαλούν στη φυσιογνωμική παρουσία τους με μορφασμούς, στρεβλώσεις και αλλαγές στον τρόπο απόδοσης των σκέψεων και κρίσεών τους. Αν σ’ αυτά προστεθούν και οι κινησιολογικές μετατροπές, οι σκόπιμες δηλαδή και εμπρόθετες διαφοροποιήσεις στην κίνηση των μελών του σώματός τους και τη γενικότερη μετακίνηση τους στο χώρο, τότε γίνεται αντιληπτό όλο το φάσμα των κωδίκων της υποκριτικής, στους οποίους σταδιακά μυείται και κατακτά ο μαθητής.
Χωρίς να στοχεύει στη δημιουργία μιας συνείδησης ηθοποιού, ο εκπαιδευτικός που επιφορτίζεται με την εφαρμογή του σχετικού προγράμματος, γνωρίζοντας τα στοιχεία της υπόκρισης και τα δεδομένα της σκηνικής παρουσίας του ηθοποιού, προσανατολίζει κατάλληλα τις ενέργειες των μαθητών και τους εκγυμνάζει ανάλογα, στοχεύοντας να επιτρέψει την ανάδειξη των όποιων λανθανόντων εκφραστικών ικανοτήτων τους.
Με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων, οι μαθητές οδηγούνται στη βαθμιαία ανάπτυξη θεατρικών αυτοσχεδιασμών, την υποστήριξη θεατρικών αναλογίων και την παραγωγή θεατρικών διαλόγων μέσα στα πλαίσια του μαθήματος κατά τη διάρκεια της ώρας διδασκαλίας, που εμπλουτίζουν το πρόγραμμα της διδακτέας ύλης, ανανεώνουν τον τρόπο προσέγγιση στο γνωστικό αντικείμενο και συμβάλλουν στη δημιουργία νέων επικοινωνιακών σχέσεων μεταξύ διδασκόντων – διδασκομένων.

ii. Δραματικές ικανότητες

Στο επίπεδο αυτό, η προγενέστερη εμπειρία αποτελεί εξίσου προϋπόθεση. Η Δραματοποίηση κειμένων μέσα από τα εργαστήρια γραφής, η συνειδητοποίηση του τρόπου προσέγγισης και της μεθόδου ανάλυσης του δραματικού έργου, η γνωριμία με τις βασικές τεχνικές του δράματος και η αξιοποίησή τους στη διδακτική μεθοδολογία των μαθημάτων στο Δημοτικό, συνιστούν συνθήκες απαραίτητες για την ολοκλήρωση των ίδιων καταστάσεων σε πιο εξελιγμένη μορφή, στο Γυμνάσιο.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για τεχνικές συγγραφής δραματικού κειμένου που ατομικά ή συλλογικά, αυθόρμητα ή καθοδηγούμενα, προκύπτει στις τάξεις αυτού του επιπέδου εκπαίδευσης, ως προϊόν ειδικής εφαρμογής των παραμέτρων διδασκαλίας του μαθήματος. Οι μαθητές, καθοδηγούμενοι κατάλληλα από τον εκπαιδευτικό, ή αυτενεργώντας, καταλήγουν στη δημιουργία μιας σύνθεσης κειμένων από διαφορετικά έργα, με διαφορετική αισθητική ή ιδεολογία, τα οποία όμως ενοποιούνται κάτω από ένα γενικό άξονα που τους έχει δοθεί, ως πρόταση εργασίας.
Ενδεικτικά λοιπόν, μπορούν να θεωρήσουμε μια τέτοια διακειμενική σύνθεση, θέματα όπως Πορεία προς την ενηλικίωση, Ο νέος και ο αγώνας για την ελευθερία, Ο μύθος και η αλήθεια, Ο έρωτας και η ζωή, Ο έρωτας και ο θάνατος, και ποικίλες άλλες έννοιες που ενδιαφέρουν και συγκινούν τους εφήβους. Ο καθηγητής προτείνει στους μαθητές κείμενα από την παγκόσμια λογοτεχνία και το θέατρο που πραγματεύονται αντιπροσωπευτικά τα συγκεκριμένα θέματα και τις συνθέσεις που τους εκφράζουν περισσότερο. Αυτοί, στηριζόμενοι στη γνώση που έχουν ήδη αποκτήσει μέσα από τα εργαστήρια γραφής του Δημοτικού, με την καθοδήγηση και τη συνεργασία πάντα του διδάσκοντα, καταλήγουν σε μια πρωτότυπη διακειμενική σύνθεση που αποτελεί την προσωπική τους απάντηση στο συγκεκριμένο ζητούμενο, με τη βοήθεια της ήδη σχετικής υπάρχουσας βιβλιογραφίας.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι σύγχρονοι μαθητές, όχι μόνο έρχονται σε άμεση και προσωπική επαφή με τα αριστουργήματα του παγκοσμίου πνεύματος (αφού αυτά αποτελούν την πηγή, το πρώτο υλικό από το οποίο θα αντλήσουν τη δική τους έμπνευση), αλλά τα αντιμετωπίζουν κριτικά, αφομοιώνουν τις αρετές και τα γνωρίσματά τους, για να προχωρήσουν στη συνέχεια σε μια δική τους πρωτότυπη δημιουργία, απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις της δικής τους κοινωνίας και εποχής.
Αυτή η αξιοποίηση της Θεατρικής Αγωγής αποτελεί παράμετρο που υπερβαίνει κατά πολύ τα παραδοσιακά δεδομένα ενός διδασκομένου μαθήματος, αφού αγκαλιάζει και ενοποιεί δημιουργικά περισσότερους τομείς γνώσης και έκφρασης, όπως η Λογοτεχνία και το Θέατρο, η Ιστορία και η Κοινωνιολογία, η Αισθητική και η Φιλοσοφία. Παράλληλα, αποτελεί την ιδανική, σχεδόν, απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις θεατρικής παράστασης μέσα στα πλαίσια του Σχολείου, αφού οι πεπαλαιωμένες και ατελέσφορες παραστάσεις ιστορικού και πατριωτικού περιεχομένου, κατά τη διάρκεια εθνικών εορτών και επετείων, μπορεί να ανανεωθούν και να εμπλουτισθούν με διαφορετικά στοιχεία. Αντί δηλαδή να επιλεγεί ένα πατριωτικό δράμα του Βασίλη Ρώτα, του Στέλιου Σπεράντζα, της Αντιγόνης Μεταξά ή της Ιωάννας Μπουκουβάλα – Αναγνώστου, θεατρικά ισχνό, παιδαγωγικά ξεπερασμένο και ιδεολογικά αναντίστοιχο προς τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να παρουσιαστεί μια διακειμενική σύνθεση που προέρχεται από ποιητικά, πεζά και θεατρικά έργα, άμεσα σχετιζόμενα με το θέμα της ημέρας. Η δημιουργία αυτή, που ενδεχομένως να προκύψει ως εργασία μέσα από τα πλαίσια διδασκαλίας του μαθήματος, αποτελεί τη σύγχρονη απάντηση του Θεάτρου στις προκλήσεις της εποχής και καταξιώνει την ένταξή του στα πλαίσια του εκπαιδευτικού συστήματος.
Αλλά η ολοκλήρωση αυτών των μορφών επιδιώξεων από τη διδασκαλία του μαθήματος, συντελείται με την άμεση και προσωπική γνωριμία των μαθητών με τα ίδια τα δραματικά κείμενα και που περιλαμβάνουν θεατρικά έργα από διαφορετικές ιστορικές εποχές, αισθητικά ρεύματα και παραδόσεις δραματουργίας, που κρίνονται κατάλληλα και προσιτά για τους μαθητές αυτού του ηλικιακού επιπέδου. Κατ’ αυτό τον τρόπο το αρχαιοελληνικό δράμα και το σαιξπηρικό έργο, η μολιερική κωμωδία και η ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα, αστικά δράματα από το ελληνικό (Ξενόπουλος, Χορν) και το παγκόσμιο ρεπερτόριο (Ίψεν, Τσέχωφ), σύγχρονα έργα νεοελληνικού θεάτρου (Ψαθάς, Κεχαΐδης, Σκούρτης, Μάτεσις), μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενα φιλολογικής / θεατρολογικής αλλά και καλλιτεχνικής / σκηνικής προσέγγισης.
Με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες του είδους, με μεθοδολογική επάρκεια και με παιδαγωγική ευαισθησία, ο διδάσκων καλείται να παρουσιάσει τα έργα αυτά στους μαθητές του, αναπτύσσοντας τις αισθητικές, ιδεολογικές και παιδαγωγικές σκοπιμότητες οι οποίες εκφράζονται από αυτά. Προσεγγίζοντάς τα τόσο ως αναγνώσματα κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, όσο και (ενδεχομένως) ως σκηνικά θεάματα που συγκυριακά αποδίδονται από θιάσους εκτός Σχολείου, ή ανεβάζονται από τους ίδιους τους μαθητές στα πλαίσια των πολιτιστικών εκδηλώσεων, οι νέοι έχουν την ευκαιρία επαφής με υψηλού επιπέδου αξίες και αρχές, που εκφράζουν διαχρονικά την ίδια την πορεία του πολιτισμού. Παραδειγματιζόμενοι από τη συμπεριφορά των ηρώων, καλλιεργούμενοι από τον εννοιολογικό κόσμο που εκείνοι αντιπροσωπεύουν, επικοινωνώντας με κοινωνικά πρότυπα και αρχές διαφορετικών εποχών, αποκτούν μια ουσιαστική και ολοκληρωμένη παιδεία, που τελικά αποτελεί στόχο της ίδιας της εκπαίδευσης.

iii Ιστορικές γνώσεις

Η δραματουργική επεξεργασία των κειμένων και η επαφή των μαθητών με το Θέατρο μιας προγενέστερης (αλλά ακόμα και σύγχρονης) περιόδου, αδυνατεί να συντελεστεί έξω από τα πλαίσια της ιστορικής προοπτικής του. Η διδακτική του μαθήματος επομένως οφείλει να στηριχθεί, σ’ ένα βαθμό, στην Ιστορία. Θα πρέπει λοιπόν τα διδακτικά εγχειρίδια και η μέθοδος ανάπτυξης του μαθήματος, να στηρίζονται στην εξελικτική πορεία του Θεάτρου, να αναφέρονται στις φάσεις και τους σταθμούς από τους οποίους πέρασε, για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας το Θέατρο, τόσο στην μορφή του κειμένου, όσο και στη μορφή της παράστασης.
Κατά συνέπεια το αρχαιοελληνικό και ρωμαϊκό Θέατρο πρέπει να διασυνδεθεί με την εμφάνιση του ίδιου φαινομένου στο νεότερο κόσμο, μέσα από τα θρησκευτικά μυστήρια και τις ιταλικές ακαδημίες. Να φανεί η σχέση του αναγεννησιακού νεοκλασικισμού με τα αρχαία πρότυπα και η μετάβαση στο ρομαντικό Θέατρο, ύστερα από τη μεσολάβηση του Μπαρόκ. Να αναλυθεί και να αιτιολογηθεί η δημιουργία του αστικού δράματος, στο τελευταίο τέταρτο του 19 ου αιώνα, με την καθιέρωση της αστικής τάξης σε κοινωνικό επίπεδο. Να επισημανθούν οι επιμέρους αυτόνομες παρουσίες μεγάλων μορφών του Θεάτρου στον 20ο αιώνα (Μπρεχτ, Λόρκα, Πιραντέλο), να συνδυαστούν με τις γενικότερες αισθητικές και ιδεολογικές αναζητήσεις της εποχής και της γενιάς τους και να φανεί η εσωτερική συνοχή και συνέχει που συνδέει όλη τη θεατρική παραγωγή του 20 ου αιώνα. Τέλος να τονισθούν οι εθνικές, κοινωνικές και άλλες ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το Νεοελληνικό Θέατρο και να γίνει ένταξη και αξιολόγησή του σύμφωνα με τα γενικότερα δεδομένα. Όλες αυτές οι πληροφορίες, αν και χαρακτηρίζονται από την ιστορική τους προοπτική, όμως σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να παρουσιάζονται αποσπασματικά και μεμονωμένα. Πρέπει να συναρτώνται και να συνδέονται με τα γενικότερα στοιχεία του πολιτισμού, έτσι όπως αυτά εκδηλώνονται παράλληλα και στις άλλες μορφές Τέχνης και Λόγου.
Ενδεικτικά λοιπόν ο αναγεννησιακός νεοκλασικισμός και ο αρκαδισμός θα πρέπει να εντοπίζονται πώς λειτουργούν, εκτός από το Θέατρο και στη Λογοτεχνία, τη Ζωγραφική και την Αρχιτεκτονική, ενώ ο ρεαλισμός του αστικού δράματος θα πρέπει να συνδέεται με το ρεαλισμό στη Λογοτεχνία και τις άλλες Τέχνες.
Μέσα από αυτές τις συγκριτολογικού χαρακτήρα προσεγγίσεις που θα πρέπει επίσης να διέπονται από μια ελαστική αντιμετώπιση στις χρονολογίες και το φόρτο του πληροφοριακού υλικού, υπέρ μιας αφομοιωμένης και κριτικής αντιμετώπισης του θέματος, οι νέοι μπορούν να αποκτήσουν μια σφαιρική και εμπεριστατωμένη γνώση για την εξέλιξη του πολιτισμού. Κατ’ αυτό τον τρόπο, για μια ακόμα φορά και από μια ακόμα άποψη, το συγκεκριμένο μάθημα διδασκαλίας ξεπερνά τα περιορισμένα πλαίσια εφαρμογής του και αποκτά ένα διεπιστημονικό και διαπολιτισμικό περιεχόμενο, που ως τέτοιο ανάγεται στο επίκεντρο των ζητουμένων στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα.

iv Καλλιτεχνικές δημιουργίες

Όπως έχει ήδη επισημανθεί και στην προγενέστερη φάση, ο στόχος της Θεατρικής Αγωγής είναι εξίσου θεωρητικός και καλλιτεχνικός, αφού η αισθητική παράμετρος αποτελεί απαράβατη συνθήκη του Θεάτρου. Μέσα από τις μορφές σωματικής έκφρασης, την παραγωγή δραματικού κειμένου, τη δημιουργία θεατρικού διαλόγου και όποια άλλη, η καλλιτεχνική στόχευση παραμένει βασικό ζητούμενο.
Οι μαθητές θα πρέπει όχι μόνο θεωρητικά να γνωρίσουν τις διαφορές ενός ρεαλιστικού από ένα ρομαντικό κείμενο, ενός ηθογραφικού από ένα κοινωνικό δράμα, αλλά παράλληλα οφείλουν να συνειδητοποιήσουν αισθητικές κατηγορίες και μορφές που έχουν οι ίδιοι τη δυνατότητα να υλοποιήσουν με το σώμα τους. Έννοιες, επομένως, όπως τρυφερή κατάσταση και ρεαλιστική διάθεση, νατουραλιστική απόδοση και εξπρεσιονιστικό παίξιμο, γλαφυρή αφήγηση και ειδυλλιακή σχέση, σκληρή γλώσσα και ρεαλιστικός διάλογος, είναι μερικές μόνο από τις κατακτήσεις που μπορεί να κερδίσουν μέσα από την πρακτική εφαρμογή του Θεάτρου ως σωματικής έκφρασης και ρόλου, στα πλαίσια διδασκαλίας του ως μαθήματός μέσα στην τάξη αλλά και ως καλλιτεχνικής δημιουργίας έξω από αυτήν.
Εκτός απ’ αυτό, η ευρύτερη πολιτιστική παιδεία που παίρνουν από την επαφή τους με τις ποικίλες παραμέτρους της θεατρικής δημιουργίας και τη σχέση της με τις άλλες εκδηλώσεις του πολιτισμού, επιτρέπει στους μαθητές να βελτιώσουν τις ψυχο – πνευματικές τους υποδοχές, που θα τους δώσει τη δυνατότητα στη συνέχεια να γίνουν καλοί θεατές – δέκτες του Θεάτρου. Επιπλέον τους κάνει κοινωνούς στους επιμέρους κώδικες της παράστασης (υποκριτικό, εικαστικό, μουσικό), τη δυναμική αλληλεξάρτησή τους, τη συμμετοχή τους στο τελικό αποτέλεσμα και κατ’ επέκταση στην ανάπτυξη της κριτικής συνείδησης και γνώσης, που είναι απαραίτητες για μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Τέλος, με την κορυφαία στιγμή έκφρασης του Θεάτρου στο Σχολείο, τη θεατρική παράσταση (αφού πρώτα περάσουν από το στάδιο της μαθητείας στη θεατρική έκφραση μέσα από δραστηριότητες του μαθήματος στην αίθουσα διδασκαλίας), οι μαθητές πραγματοποιούν έμπρακτα τις θεωρητικές γνώσεις που έχουν λάβει για το Θέατρο και υλοποιούν (στο βαθμό πάντα του δυνατού) τους στόχους και τις επιδιώξεις του μαθήματος.

v. Διδακτικές Προσεγγίσεις

Οι στόχοι και οι επιδιώξεις της Θεατρικής Αγωγής στο Γυμνάσιο, όπως επισημάνθηκαν προηγουμένως, αντιστοιχούν στο επίπεδο της ουσιαστικής γνωριμίας των μαθητών με τις ποικίλες παραμέτρους του Θεάτρου.
Στο επίπεδο αυτό, αντίστοιχα με τις γενικότερες απαιτήσεις της παιδαγωγικής και τις επιδιώξεις των υπολοίπων μαθημάτων, η Διδακτική του Θεάτρου προσαρμόζεται κατάλληλα, αποκτώντας ισόρροπα ένα γνωσιο – θεωρητικό χαρακτήρα, παράλληλα με τον καθαρά καλλιτεχνικό τον οποίο διέθετε στο Δημοτικό.
Ο καθηγητής (φιλόλογος ή ειδικότητας) που θα κληθεί να εφαρμόσει το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, θα πρέπει, έχοντας κατά νου τις υποδείξεις των σχετικών εγχειριδίων, να μην ξεχνά τη δισυπόστατη φύση του Θεάτρου ως Λόγου και Πράξης, Επιστήμης και Τέχνης. Η παράδοση των μαθημάτων του, κατά συνέπεια, θα πρέπει να στοχεύει εξίσου στην ανάπτυξη και των δύο όψεων του Θεάτρου. Αξιοποιώντας την ήδη κεκτημένη εμπειρία των μαθητών του, θα πρέπει να επεκτείνει τις απλές δραστηριότητες σωματικής έκφρασης και επικοινωνίας που ήδη έχουν κατακτήσει σε προηγούμενο στάδιο. Να προχωρήσει με ειδικές ενέργειες και υποδείξεις στην περαιτέρω εκγύμναση του σώματος και της φωνής των μαθητών με ασκήσεις έκφρασης που προωθούν το θεατρικό αυτοσχεδιασμό στο επίπεδο της υποκριτικής τέχνης του ηθοποιού. Να αξιοποιήσει, σε θεατρικό αναλόγιο, πιθανά δραματικά κείμενα που περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο διδασκαλίας του μαθήματος, να προκαλέσει τη δημιουργία νέων, ως προϊόντα διακειμενικής σύνθεσης με τη συμμετοχή των μαθητών του.
Οφείλει ακόμα να προχωρήσει στη γνωριμία των παιδιών με τις τεχνικές του ηθοποιού και τις βασικές μεθόδους υπόκρισης, μέσα από τους κώδικες της Commedia dell’ Arte, του Στανισλάβσκι ή του Μπρεχτ. Να αξιοποιήσει την πιθανή ύπαρξη πολυμέσων και εποπτικού υλικού, με τη βοήθεια του οποίου ο διδάσκων θα παρουσιάσει παραστατικά τα στοιχεία από τη Θεωρία και την Ιστορία του Θεάτρου, προκειμένου να κατανοήσουν οι μαθητές τα θεατρικά είδη και τις διαφορές τους, τις σκηνοθετικές ερμηνείες των κλασικών κειμένων και τις ιδιαιτερότητες της καθεμιάς.
Ακολουθώντας τις προτάσεις του Προγράμματος Σπουδών και υλοποιώντας τις, με τη βοήθεια πάντα των μαθητών του και σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της τάξης και του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργεί, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να δώσει έμφαση στη δραματουργική επεξεργασία των κειμένων που θα συναποφασίσει να παρουσιάσει κατά τη διάρκεια των μαθημάτων του. Να προτείνει στην τάξη του έγκυρες μεθόδους ανάλυσης, να εξοικειώσει τους διδασκομένους με τη θεατρική ορολογία και με τα δομικά στοιχεία στα οποία αναλύεται τόσο το δραματικό κείμενο, όσο και η παράστασή του. Να εμπλουτίσει τη διδασκαλία του με επιτόπιες επισκέψεις σε θεατρικούς χώρους (κλειστούς ή ανοιχτούς, σύγχρονους ή αρχαιολογικούς), κάνοντας τις σχετικές επισημάνσεις και υποδείξεις για τη λειτουργία της παράστασης. Να ευνοήσει την επαφή των μαθητών του με ανθρώπους του Θεάτρου, τους οποίους μπορεί ακόμα και να καλέσει στο Σχολείο για συνέντευξη ή εκδήλωση, από την οποία οι διδασκόμενοι αποκομίζουν πολλαπλά οφέλη. Να προτείνει την ομαδική ή ατομική παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων και τον κριτικό σχολιασμό τους, ή ακόμα την αποδελτίωση των κριτικών που δημοσιεύονται στον ημερήσιο τύπο για τη συγκεκριμένη παράσταση, γεγονός που επιτρέπει την ανάδειξη της κριτικής και αφομοιωτικής ικανότητας των μαθητών.
Να ενθαρρύνει την παρακολούθηση παραστάσεων αρχαίου δράματος και να επισημάνει την έννοια της σκηνοθετικής άποψης, δίνοντας στα παιδιά τα δεδομένα εκείνα που θα επιτρέψουν τη σωστή πρόσληψη του δύσκολου ή του σοβαρού θεάματος. Να συμβάλει, τέλος, στην συλλογική δημιουργία θεατρικής παράστασης μέσα στα πλαίσια του Σχολείου, με την ενεργό συμμετοχή όλης της τάξης σε ποικίλες αρμοδιότητες και δραστηριότητες, ανάλογα με τα ιδιαίτερα προσόντα και τις κλίσεις του κάθε μαθητή.
Αυτές είναι κάποιες από τις δυνατές και εφικτές υποδείξεις, ως προς τον τρόπο εφαρμογή της Θεατρικής Αγωγής και δημιουργίας μιας νέας, εμπλουτισμένης και διαφορετικής σχέσης μεταξύ διδάσκοντα και διδασκομένων, παιδαγωγικά έγκυρης και θεατρολογικά συμβατής. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε τον τρόπο διδασκαλίας, ο οποίος (όπως ήδη επισημάναμε) πρέπει να εμπεριέχει στοιχεία Τέχνης μαζί μ’ αυτά της επιστήμης, όπως επίσης και την ευρύτερη κατάρτιση του διδάσκοντα πάνω στις παραμέτρους ανάπτυξης του συγκεκριμένου μαθήματος (Ειδική Διδακτική), τότε γίνεται κατανοητή η νέα πραγματικότητα που πρέπει να δημιουργηθεί κατά την ώρα της διδασκαλίας της Θεατρικής Αγωγής στο Γυμνάσιο.
Με δεδομένο τις παραμέτρους που επισημάνθηκαν προηγουμένως, η αξιολόγηση και η αποτίμηση της επίδοσης των μαθητών στο μάθημα, θα βαδίζουν ανάλογα. Ο εκπαιδευτικός θα αξιολογήσει την παρουσία καθενός από τους μαθητές σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις του. Η θεωρητική και ιστορική γνώση μπορούν εύκολα να ελεγχθούν μέσα από ερωτήσεις και γραπτά τεστ, τα οποία φανερώνουν το επίπεδο αφομοίωσης των παρεχομένων από το εγχειρίδιο πληροφοριών. Αυτό όμως αποτελεί το ένα σκέλος της αξιολόγησης, το οποίο ενδεχομένως διαθέτει και μικρότερη σημασία. Γιατί ενδιαφέρει περισσότερο η συμμετοχή του μαθητή στο μάθημα με ποικίλες εκδηλώσεις και τρόπους, είτε δηλαδή ως σωματική κίνηση και ενέργεια, είτε ως συμμετοχή σε συλλογική δράση. Ακόμα ενδιαφέρει η προσοχή και η διάθεσή του να παρακολουθήσει παρόμοιες εκδηλώσεις μέσα ή έξω από το Σχολείο, η κριτική αντιμετώπισή τους, η συζήτηση και ο διάλογος που αναπτύσσεται στην τάξη, η δημιουργία ενός πρόσφορου και γόνιμου κλίματος επικοινωνίας και ανταλλαγής γνώσεων, πληροφοριών και εμπειριών. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο εκπαιδευτικός, στηριζόμενος στη γενικότερη εμπειρία και την παιδαγωγική του επάρκεια, λαμβάνοντας υπόψη του τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου μαθήματος, θα έρθει να ενθαρρύνει, να επιβραβεύσει και να ενισχύσει την παρουσία και την απόδοση των μαθητών, έχοντας υπόψη του ότι συντελεί ουσιαστικά στην ανάπτυξη της πολιτιστικής συνείδησης των νέων.

GreekEnglish