«Οιδίπους:  τυφλός … τον νουν …»

Την τραγωδία του Σοφοκλή «Οιδίπους τύραννος» παρουσίασαν στην Επίδαυρο σε συμπαραγωγή το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Βαχτάνγκοφ.Για πρώτη φορά  ανέβηκε η τραγωδία στη μεταχριστιανική εποχή το 1585 στο θέατρο Ολύμπικο της  Βιτσέντζα. Η παρουσίαση του έργου σήμανε την αφετηρία για την επαγγελματική αναβίωση του αρχαίου δράματος, ωστόσο ο «Οιδίπους Τύραννος» άργησε να βρει πρωτεύουσα θέση στο διεθνές ρεπερτόριο. Η αγγλική λογοκρισία θεώρησε σκανδαλιστικό το ζήτημα της αιμομιξίας και απαγόρευσε στους θιάσους τη προσέγγισή του δράματος ως το 1910. Αντιθέτως στη Γαλλία παρουσιάζουν τον «Οιδίποδα Τύραννο» το 1858 σε μία παράσταση που θα αποτελούσε σταθμό. Το 1881 αναλαμβάνει το ρόλο του Οιδίποδος ο διάσημος τραγωδός Ζαν Μουνέ-Σουλύ και εντυπωσιάζει με τη γνήσια έκφραση οδύνης τους θεατές, μεταξύ αυτών και τον Ζίγκμουντ Φρόιντ. Με τον ίδιο πρωταγωνιστή ο θίασος της Comédie Française παρουσιάζει την τραγωδία στην Αθήνα. Η παράσταση εντυπωσίασε το κοινό και τους κριτικούς και δημιούργησε πρότυπο για τους Έλληνες καλλιτέχνες. Στη Γερμανία ο Μαξ Ράινχαρτ σκηνοθέτησε το 1910 τον «Οιδίποδα Τύραννο» σε διασκευή του Χόφμανσταλ, η οποία έδωσε έμφαση στο προσωπικό δράμα, την ενοχή και την οδύνη ενώ περιέστειλε το ρόλο της μοίρας, του ηθικού υπόβαθρου του ήρωα και της πολιτικής διάστασης του έργου. Αργότερα, ένας πρωταγωνιστής, ο Λόρενς Ολιβιέ, μένει στην ιστορία της υποκριτικής με την ερμηνεία του στο ρόλο του Οιδίποδος σε σκηνοθεσία Σαιντ Ντενί (1945). Ορόσημο στη μακρά πορεία της αναβίωσης υπήρξε ο «Οιδίπους Τύραννος» του Τάιρον Γκέτρι (1955). Στην Ελλάδα αξιομνημόνευτη είναι η σκηνοθεσία του «Οιδίποδος Τυράννου» από τον Φώτο Πολίτη με πρωταγωνιστή τον Αιμίλιο Βεάκη (1919). Ακολουθεί ο Αλέξης Μινωτής (1951), ο Κάρολος Κουν και άλλοι, νεότεροι σκηνοθέτες. Στην Επίδαυρο, σε ενιαία παράσταση με τον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» παρουσίασε τον «Οιδίποδα Τύραννο» το 1996 ο Πήτερ Χώλ.

Στη χορεία των σκηνοθετών που δίδαξαν την τραγωδία του Σοφοκλή προστέθηκε ο Ρίμας Τούμινας. Ο σκηνοθέτης του Θεάτρου Βαχτάνγκοφ ανέπτυξε την παράσταση σε ισοβαρείς νοηματικούς άξονες.  Η συνειδητοποίηση της ενοχής που οδηγεί στην αυτοτιμωρία συνδέθηκε με το ζήτημα της ανάληψης ευθυνών. Η πολιτική παράμετρος της τραγωδίας καθώς και το αλαζονικό ήθος του τυράννου αναδύθηκαν από την έπαρση που εδράζεται στη δύναμη του νοός του Οιδίποδος. Η γνώση των κρύφιων αινιγμάτων αποκάλυψε την οντολογική άγνοια του ήρωα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΑΙ ΙΣΜΗΝΗΗ παράσταση άρχισε με παιδικά γέλια. Η Αντιγόνη και η Ισμήνη παίζουν ανέμελα έξω από το θέατρο, στο χώρο πίσω από τη σκηνή. Εκεί εμφανίζονται και διακόπτουν τη χαρούμενη διάθεση κοράκια που κράζουν απειλητικά. Ένας φρουρός με αρχαιοελληνική περιβολή εισέρχεται στην ορχήστρα και περιπολεί. Είναι ο «πιστός σκύλος» του βασιλιά και, στη συνέχεια, άλλοτε θα εκλιπαρεί βουβά για το χάδι του αφέντη άλλοτε θα δείχνει τα δόντια του στους αντιπάλους. Οι συμβολισμοί  προϊδεάζουν για σκηνοθετική αφέλεια, αντίληψη η οποία ανατρέπεται μετά την εμφάνιση του Οιδίποδος.

Ο Βίκτωρ Ντομπρονράβοβ παρουσίασε κατά την είσοδό του τον Οιδίποδα   υπό το πρίσμα του ξεχωριστού όντος, του προικισμένου με αδιαμφισβήτητη ευφυΐα. Εισήλθε με την αυτοκυριαρχία του ήρωα που έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας και απελευθέρωσε την πόλη. Υπηρέτησε αυτή τη σκηνοθετική οπτική άριστα και ολοκλήρωσε την παρουσία του στην Επίδαυρο φωτίζοντας όλες τις όψεις του σοφόκλειου δραματικού προσώπου. Έδειξε με υποκριτική δεξιοτεχνία ότι ο Οιδίπους έχει τη γνώση να επιλύει το πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά δεν έχει την αυτογνωσία. Πλανάται γιατί θεωρεί ότι η απάντηση στο αίνιγμα του τέρατος αποδεικνύει τη σοφία του. Πλανάται γιατί πιστεύει ότι μπορεί να ανατρέψει τους χρησμούς των θεών. Έτσι γεννιέται η αλαζονεία που τον καθιστά τύραννο. «Ύβρις φυτεύει τύραννο» θα αναφωνήσει ο Χορός. Ο Ντομπρονράβοβ ιχνηλάτησε με σταθερά βήματα τη διαδοχική αποδόμηση του ισχυρής λογικής του Οιδίποδος ως την αποκάλυψη της αλήθειας. Είναι ο φονιάς του πατέρα και ο ομόκλινος της μάνας. Όταν ο τραγικός ήρωας αντικρίζει το φως δεν το αντέχει και αυτοτυφλώνεται. Ο Ρώσος ηθοποιός κατόρθωσε κατά την έξοδο του συντετριμμένου Οιδίποδα να αποδείξει ότι η «κάθαρσις» δεν είναι απλώς ένας αριστοτελικός όρος αλλά μία λειτουργία θεατρική.

Δυναμική παρουσία κατέγραψε ο Εβγκένι Κνιάζεφ στο ρόλο του Τειρεσία. Το Επεισόδιο της σύγκρουσης με τον Οιδίποδα ολοκλήρωσε με πληρότητα την προαναγγελθείσα με προφητεία πτώση του τυράννου χάρη στον έλεγχο των εκφραστικών μέσων και των δύο ηθοποιών.

IOKASTIΗ Λιουντμίλα Μακσακόβα ως Ιοκάστη είχε αστάθεια στην κίνηση και ασθενική φωνή. Απέπνεε έναν αέρα ναρκισσισμού και παρακμής καθώς παρέπεμπε περισσότερο σε ηρωίδα της ρωσικής λογοτεχνίας παρά στο δραματικό πρόσωπο του Σοφοκλή. Από την άλλη ο Κρέοντας ήταν ακατανόητης προέλευσης. Ο ηθοποιός που τον ερμήνευσε (Έλνταρ Τράμοβ) είχε αναμφισβήτητα προσόντα, η διδασκαλία όμως του Τούμινας τον παγίδεψε στην επιτηδευμένα φαιδρή φόρμα ενός θηλυπρεπούς στην πρώτη σκηνή και στη φιγούρα του μεμψίμοιρου που εκλιπαρεί τον τύραννο για τη ζωή του στη δεύτερη. Για να πείσει, μάλιστα, τον Οιδίποδα για την αθωότητά του τραγούδησε ως και το «Είμαι αητός χωρίς φτερά» του Χατζιδάκι σε σπαστά ελληνικά!

 Οι αγγελιαφόροι των Βάλερι Ουσακόβ και Μαξίμ Σεβρινόνκσκι και ο βοσκός του Αρτούρ Ιβάνοφ ως υπομόχλια της δράσης στήριξαν τους ρόλους μέσα από την παράδοση του ρωσικού ρεαλισμού.

Ιδιαίτερος έπαινος πρέπει να αποδοθεί στο Χορό τον οποίο αποτελούσαν Έλληνες ηθοποιοί. Σε οργανική ενότητα με τα Επεισόδια, με δραματικές κορυφώσεις, μεστές φωνές και κινησιολογική ευελιξία απέδωσε το ελληνικό μέρος της παραγωγής σε ποιητική μετάφραση της Έλσας Ανδριανού. Ο Χορός τραγούδησε a capela μεμονωμένες στροφές ή στίχους, διδαγμένος άψογα από τη Μελίνα Παιονίδου σε σύνθεση του Θοδωρή Αμπαζή. Αντιθέτως, η μουσική του Φάουστας Λατένας ήταν κατάλληλη για μουσική επένδυση δραματικής ταινίας παρά για αρχαία τραγωδία. Σε υψηλή ένταση καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια των Επεισοδίων υπογράμμιζε συναισθηματικά τις κορυφώσεις και ενοχλούσε. Ο Τούμινας επέλεξε να αντιστρέψει το επικό με το λυρικό μέρος και παρουσίασε τα Επεισόδια με συνεχή μουσική υπόκρουση, ενώ τα Χορικά γυμνά από μουσική, χωρίς όμως να παραγράφεται η λυρική τους φόρμα.

Ο Τούμινας ανέταμε την τραγωδία για να αποκαλύψει την αδιέξοδη τροχιά του ανθρώπινου όντος, όταν αυτό πορεύεται με τη λογική αλλά και με την παραφορά και την ύβριν. Ακόμη και αν αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του, συντρίβεται μέσα στην αδήριτη συμπαντική τάξη. Την οπτική του Τούμινας εξέφρασε ολοκληρωμένα το σκηνικό του Αντόμας Γιακόβσκις. Ένας τεράστιος σιδερένιος κύλινδρος-οδοστρωτήρας με ανοίγματα για χειρολαβές κυλούσε και ισοπέδωνε τις ανθρώπινες υπάρξεις. Στην κορυφή του στέκεται ο Οιδίπους για να επικηρύξει ως βασιλιάς το φονιά του Λάιου, αλλά αφήνεται στο μοιραίο γύρισμα του κύλινδρου της τύχης, όταν αποχωρεί τυφλός και ανέστιος. Στην τελική σκηνή της παράστασης η Αντιγόνη και η Ισμήνη, οι κόρες του τραγικού Οιδίποδα, αθύρματα της μοιραίας οικογένειας των Λαβδακιδών, τρέχουν για να σωθούν από τον αδηφάγο κύλινδρο, ο οποίος τελικά τις αφανίζει.

Ο «Οιδίπους τύραννος» από τον Ρίμας Τούμινας παρά τις επί μέρους αστοχίες και υπερβολές ήταν μία παράσταση που πρόβαλε την ουσία του τραγικού μέσα από τη ρωσική αισθητική. Η αφαίρεση της εικονοποιίας, όπως του φτερωτού όντος που συνόδευε δίκην πεπρωμένου την Ιοκάστη ή του «σκύλου» του βασιλιά, θα πρόσθετε θετικά στην παράσταση. Όταν διαλέγεσαι σκηνοθετικά ή υποκριτικά με ένα τέτοιο έργο είναι περιττό κάθε στολίδι, κάθε ποίκιλμα. Έχει φροντίσει για όλα ο Σοφοκλής.

Κόννη Σοφιάδου

Δρ Π.Τ.Δ.Ε. – Ηθοποιός

GreekEnglish