«Βάκχες»: ξένος στη Θήβα και ξένοι στην Επίδαυρο

Αν ήταν συναυλία, θα ήταν καλή. Ήταν όμως θεατρική παράσταση ενός έργου που εντάσσεται στο τραγικό είδος. Ο λόγος για τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, μία αγγλόφωνη συμπαραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. και του Εθνικού Θεάτρου Ιβάν Βαζόφ της Βουλγαρίας, σε σκηνοθεσία Javor Gardev, με τη συμμετοχή του μουσικού συγκροτήματος The Tiger Lillies.

Στις «Βάκχες», ο Διόνυσος καταφθάνει στη γενέτειρά του, τη Θήβα, για να εδραιώσει τη λατρεία του και να αποκαταστήσει τη μνήμη της μητέρας του, Σεμέλης. Συνοδευόμενος από πιστές ακολούθους, έρχεται αντιμέτωπος με τον βασιλιά Πενθέα, ο οποίος τον καταδιώκει. Τελικά, ο θεός υπερισχύει και τιμωρεί τον θεομάχο άνακτα, οδηγώντας τον στο βουνό, όπου η μητέρα του, Αγαύη, τυφλωμένη από θεϊκή μανία, τον διαμελίζει.

Ο Javor Gardev προσέλαβε τις «Βάκχες» ως πολιτικό και ψυχολογικό δράμα με κοινωνιολογικές προεκτάσεις στον άξονα της ετερότητας και της ενσωμάτωσης. Σύμφωνα με το σημείωμά του με τίτλο «Η εκδίκηση του αποξενωμένου», ο Ευριπίδης προειδοποιεί για τις παθογένειες της αποξένωσης, της έλλειψης αποδοχής και του περιορισμού της ταυτότητας. Ο Διόνυσος γίνεται βίαιος και εκδικείται επειδή οι δικοί του άνθρωποι στη Θήβα τον απορρίπτουν. Έτσι, ο φόβος της κοινότητας για τον «Άλλο» λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, όταν ο θεός δείχνει την οργή του.  Ο Gardev επεδίωξε να παρουσιάσει το μύθο, αλλά και να καταδείξει ότι «ο πιο επικίνδυνος Άλλος δε βρίσκεται έξω από εμάς, αλλά είναι ήδη μέσα μας».

Με την κοινωνική λογική της εποχής και την επικέντρωση στο θέμα του Έτερου, του Ξένου, ο «υπέρμαχος της μεταθεατρικότητας» Gardev χρησιμοποίησε ένα μονοδιάστατο κλειδί για να ξεκλειδώσει τα αλλεπάλληλα ερωτήματα που υποκρύπτονται στις «Βάκχες». Εικονογράφησε και δεν αποκρυπτογράφησε την κρυπτικότητα του μύθου. Θυσίασε το τραγικό μέγεθος σε «ψυχολογισμούς», διέσπασε τη δομή και δυναμίτισε την ενότητα της δράσης. Κατασκεύασε ένα συνονθύλευμα συναυλίας και εξπρεσιονιστικού θεάτρου. Επεδίωξε να οικοδομήσει την παράσταση στα θεμέλια της διαχρονίας, αλλά την απογύμνωσε από τις δασύτατες πτυχές της. Η επιφανειακή και αδόκιμη σκηνοθετική του προσέγγιση στέρησε την παράσταση από δόνηση και συγκίνηση. Αν και ο Gardev πέτυχε μια ενιαία γραμμή αποφεύγοντας τους βεβιασμένους νεωτερισμούς, τελικά δεν ανανέωσε το είδος, αλλά το εξέτρεψε σε ένα παρατραγικό υβρίδιο.

Η παράσταση χτίστηκε γύρω από τουςTiger Lillies. Hέκταση του ρόλου τους υπονόμευσε τη δραματουργία και την οικονομία της επιτέλεσης. Αντί να εντάξει τους μουσικούς στην τραγωδία, ο σκηνοθέτης ενέταξε το έργο στον δικό τους κόσμο, γεγονός που επηρέασε καταλυτικά την όψη, την υπόκριση και την κειμενική λειτουργία.

Ως προς την όψη, στήθηκε σκηνικό (Nikola Toromanov) που παρέπεμπε σε συναυλιακό χώρο. Υπερυψωμένη σκηνή για το συγκρότημα και κιγκλιδώματα που διαχώριζαν την Ορχήστρα του θεάτρου σε επίπεδο δράσης για τους Υποκριτές και σε επίπεδο για το Χορό. Στη σφαίρα του συμβολικού, οι ξένες, ο Χορός, κρατούνται έξω από την περιτειχισμένη πόλη που προσπαθεί να διατηρήσει την αυτάρκειά της με ξενηλασίες. Όταν ο Διόνυσος φυλακίζεται, οι Βάκχες του Χορού εισέρχονται στον εσωτερικό χώρο για να αγγίξουν το είδωλό τους, αφού πρώτα υποστούν σωματικό έλεγχο και face control από τους δορυφόρους του Πενθέα. Όπως στο club, στη ροκ συναυλία ή στο γήπεδο.

Τα κοστούμια (Μαρία Ηλένια Δουλαδίρη) με μίξη σύγχρονων και μη στοιχείων, ακολούθησαν τη gothic αισθητική των Tiger Lillies. Δερμάτινες ζώνες, επωμίδες, μεταλλικά διακοσμητικά, αλυσίδες, μπότες, προβιές. Η ψιμυθίωση και οι περούκες (Olga Faleichyk / Θωμάς Γαλαζούλας) προσαρμόστηκαν στην οπτική ταυτότητα του συγκροτήματος επιπασμένες με διάσπαρτα μυθικά στοιχεία, όπως οι ζωόμορφες εκδοχές του Διονύσου.

Η μουσική των Tiger Lillies, το ιδιότυπο «death oompah» στυλ τους, συνδύασε καμπαρέ, chanson, τσίρκο και τσιγγάνικα στοιχεία υπό ένα αναρχικό punk πρίσμα. Ο ιδρυτής Martyn Jacques συνέλαβε τον Διόνυσο ως μια φιγούρα μετενσαρκωμένη στο σαιξπηρικό αρχέτυπο του Μάκβεθ: χειριστικό, αλαζόνα και εξουσιομανή. Αυτή η δήλωση αποκαλύπτει την απόσταση του σκηνικού αποτελέσματος από την τραγωδία του Ευριπίδη, ο οποίος στον στίχο 860 χαρακτηρίζει τον Διόνυσο ως θεό «δεινότατο, αλλά και τον πιο ήπιο για τους ανθρώπους».

Οι Tiger Lillies χρησιμοποιήθηκαν ως «κράχτης» για την προσέλκυση του κοινού. Βαφτίστηκαν «ραψωδοί», διηγήθηκαν τραγουδιστά όχι μόνο όσα ανήκουν κατά την τραγική φόρμα στα Στάσιμα, αλλά και όσα θα διαδραματίζονταν στο επόμενο Επεισόδιο, σαν τον «παντογνώστη αφηγητή» της λογοτεχνικής θεωρίας.  Με αυτόν τον τρόπο, μετέτρεψαν τον Μύθο σε παραμύθι, αφού προανήγγειλαν ακόμα και τη θανάτωση του Πενθέα πριν από την επίσημη αγγελική ρήση. Το αποτέλεσμα ήταν το κοινό να χειροκροτεί με ενθουσιασμό και ιλαρότητα μετά από κάθε τραγουδιστικό μέρος, σε κλίμα καθ’ ολοκληρίαν απρόσφορο για το τραγικό περιεχόμενο της «ραψωδίας».

Με τέτοια διαχείριση του Μέλους, ο Χορός έμεινε αλύτρωτος. Ο ρόλος του συντμήθηκε από την απώλεια του κειμένου και την υποτυπώδη κίνηση. Ο λυρικός «θίασος» του Διονύσου, οι πιστές και μυημένες, υμνούν το θεό και επικαλούνται τη Δικαιοσύνη κραδαίνοντας το θύρσο. Οι Βάκχες του Gardev κρατούσαν ντέφι σαν τραγουδίστριες λαϊκού πάλκου για δεύτερες φωνές ψελλίζοντας με άχρωμη συνεκφώνηση μερικές ατάκες, ανεβοκατέβαιναν αμήχανα στο Κοίλο, μέχρι που ξαφνικά γκρέμισαν τα κιγκλιδώματα. Αφελείς επινοήσεις για ένα έργο μυστηριακό και αρχετυπικό, που ενθυλακώνει το θαύμα και δραματοποιεί την ενανθρώπιση ενός θεού.

Στις άκυρες επιλογές της σκηνοθεσίας εντάσσεται η συρρίκνωση της σκηνής παρενδυσίας του Πενθέα. Ο νεαρός βασιλιάς γητεύεται από τον Διόνυσο και πείθεται να μεταμφιεστεί σε Βάκχη για να κατασκοπεύσει στον Κιθαιρώνα, τα όργια στα οποία φαντάζεται ότι επιδίδονται οι Βάκχες. Ο Πενθέας είναι το σκεύος εκλογής για τη φανέρωση της θεϊκής δόξας. Είναι το ιερό σφάγιο της θυσίας. Είναι ακόμη ο αντικατοπτρισμός του Διονύσου, που διαμελίζεται και διασκορπίζεται. Η επί σκηνής παρενδυσία έχει βαθύτατους συμβολισμούς, είναι θέατρο εν θεάτρω και επιφέρει μια αχλύ γελοίου που ωθεί στο αδυσώπητα τραγικό. Στην παράσταση του Gardev το Επεισόδιο συρρικνώθηκε, η μεταμφίεση έγινε αφήγηση αντί της σκηνικής πράξης και ο Πενθέας εμφανίστηκε ξαφνικά με το εσώρουχο, γυμνός σαν τον βασιλιά του Άντερσεν.

Ο Gardev ακολούθησε το σχήμα του μύθου, όχι την ουσία. Ο Ευριπίδης συμφιλίωσε το έλλογο με το υπέρλογο και ανέδειξε τη διφυή υπόσταση του ανθρώπινου όντος. Ο σκηνοθέτης παρέβλεψε τις αμφισημίες, διέσπασε την ενότητα και κατέστησε το σπαραγμό του Πενθέα σπαραγμό του νοήματος.

Ο σκηνοθέτης οδήγησε τους ηθοποιούς σε υπόκριση ψευδομπρεχτικής αποξένωσης. Ηθοποιοί αποδεδειγμένης υποκριτικής δεινότητας αναμετρήθηκαν με το τραγικό απόλυτο ασυγκίνητοι, αναληθείς και διεκπεραιωτικοί. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς (Κάδμος) είπε τα λόγια του κι έφυγε. Η σε άλλες παραστάσεις εξαιρετική Λουκία Μιχαλοπούλου (Αγαύη) εισήλθε και παρέμεινε σε κατάσταση ευφορίας, που κατέληξε σε ένα περιγραφικό θρήνο. Εξαίρεση σημείωσε ο Μιχαήλ Ταμπακάκης. Ο Πενθέας είχε ήθος «κατὰ τὸ εἰκὸς καὶ τὸ ἀναγκαῖον». Είχε αλήθεια, ρυθμό και μια εξαιρετική φωνή που δεν αλλοιώθηκε από τη βαρβαρότητα του μικροφώνου.

Ο Leonid Yovchev έδειξε ότι είναι ηθοποιός με προσόντα. Έπλασε τον Διόνυσο μειλίχιο, ενίοτε απειλητικό, με αυτοπεποίθηση, ωστόσο υπέρ το δέον φιλάρεσκο, αλαζόνα και είρωνα. Τα τελευταία χαρακτηριστικά οδήγησαν στην αποτυχία σαγήνης του Πενθέα γιατί κυριάρχησε το σαρκαστικό ύφος.

Σε επαρκή πλαίσια κινήθηκαν οι Ivan Nikolov (Θεράπων) και Ivan Yurukov (Α΄ Αγγελιαφόρος).

Μάταια προσπαθούσε ο Martin Dimitrov (Β’ Αγγελιαφόρος) με ανεπτυγμένα υποκριτικά μέσα να μεταδώσει τη φρίκη της παιδοκτονίας. Η μακρόσυρτη «ραψωδία» που προηγήθηκε, είχε ήδη καταστρέψει την έκπληξη και τη λειτουργία της αγγελικής ρήσης.

Σκιώδης μορφή ο Τειρεσίας του Samuel Finzi, καθώς η περικοπή που υπέστη ο ρόλος του, τον υποβάθμισε σε διακοσμητικό στοιχείο. Του ανατέθηκε να απαγγείλει το εξόδιο άσμα του Χορού, το οποίο πιθανώς εμπερικλείει το όλο νόημα, πλάτη στο κοινό και στα γρήγορα. Έπρεπε βέβαια την παράσταση να κλείσουν οι πρωταγωνιστές, οι Tiger Lillies!

Το συγκρότημα, σε πλήρη εννοιολογική σύγχυση,  επισφράγισε τη διάλυση του μηνύματος στο τελευταίο του ασματίδιο με την κατ’ επανάληψη ερώτηση προς το κοινό are you happy?. Οι θεατές παρακινήθηκαν να απαντήσουν και να επαναλάβουν την ερώτηση. Και μ’ αυτόν τον τρόπο η μέγιστη τραγωδία του θεού και του ανθρώπου μετατράπηκε σε «Μελωδία της Ευτυχίας». Ο έλεος και ο φόβος παραγκωνίσθηκαν από το διδακτισμό και η κάθαρση από ασυνάρτητες θεωρίες.

Η παράσταση τελείωσε με το κοινό να τραγουδά  μαζί με το συγκρότημα και να αποχωρεί από το θέατρο, ευτυχισμένο που παρακολούθησε από κοντά τους Tiger Lillies. Για Ευριπίδη και Διόνυσο να μιλάμε τώρα;

Κόννη Σοφιάδου

 Φιλόλογος, Ηθοποιός. Διδάκτωρ Ε.Κ.Π.Α.

Απάντηση

EnglishGreek